Δευτέρα, Δεκεμβρίου 26, 2016

David Leavitt, Ο υπάλληλος από την Ινδία

Η αληθινή τραγωδία όσον αφορά τον Ραμάνουτζαν
δεν ήταν ο πρόωρος θάνατός του.
Η τραγωδία δεν είναι ότι πέθανε νέος, αλλά ότι
στη διάρκεια των πέντε τελευταίων χρόνων της ζωής του
η ιδιοφυΐα του έχασε τον δρόμο της,
αποπροσανατολίστηκε και
ως ένα βαθμό παραμορφώθηκε.

Πρόκειται για τον περίφημο Ινδό μαθηματικό Σρινιβάσα Ραμάνουτζαν που κατέπληξε τη μαθηματική αφρόκρεμα της Βρετανικής κοινότητας στις αρχές του αιώνα με τις προχωρημένες του ανακαλύψεις πάνω σε προβλήματα της  θεωρίας των αριθμών και στις απειροστικές σειρές. Παρόλο που στα πρώτα του βήματα ήταν όχι μόνο αυτοδίδακτος αλλά δεν είχε καν ευκαιρίες να έρθει σε επαφή με τη μαθηματική σκέψη των συγχρόνων του, και παρόλο που στο σχολείο είχε τόσο χαμηλές επιδόσεις που μετά βίας περνούσε την τάξη, θεωρείται ο σπουδαιότερος μαθηματικός της Ινδίας, «ίσως καλύτερος από τον Χίλμπερτ, ισάξιος του Γκάους και του Όιλερ»!
Έχουμε επομένως τη μυθιστορηματική απόδοση της αληθινής ιστορίας του Σρινιβάσα Ραμάνουτζαν, της τραγικής πορείας ενός κορυφαίου πνεύματος που  πέθανε πριν καν κλείσει τα 33 του χρόνια (το 1920), ενός ανθρώπου που τάραξε τα νερά της στεγνής επιστημονικής κοινότητας του Κέμπριτζ στις αρχές του 20ου αι. με τη διαφορετικότητά του σε όλους τους τομείς. Η συγκινητική του προσωπικότητα ενέπνευσε και άλλον συγγραφέα, τον Robert Kanigel  («Ραμάνουζαν, ο Ινδός μαθηματικός»), τον σεναριογράφο θεατρικού έργου Ira Hauptman (Partition = διαμέριση), ενώ η ζωή του γυρίστηκε σχετικά πρόσφατα σε ταινία (The man who knew infinity, 2015). Η περίπτωση του Ραμάνουτζαν, συγκλονίζει ακόμα γιατί ανακάλυψε μόνος του θεωρήματα σύγχρονων κορυφαίων μαθηματικών χωρίς να ακολουθεί τους ορθόδοξους δρόμους απόδειξης (δίχως ίχνος εκπαίδευσης ξαναανακάλυψε ολομόνaχος τη μισή ιστορία των μαθηματικών), και παράλληλα διατύπωσε και δικά του θεωρήματα («ραμανουτζάνεια εξίσωση) στα οποία βασίστηκαν πάρα πολλές μετέπειτα έρευνες.
Το βιβλίο περιστρέφεται σχεδόν ισοδύναμα γύρω από δύο ήρωες, τον Ραμάνουτζαν φυσικά, και τον καταξιωμένο Άγγλο μαθηματικό από το Τρίνιτι Γκόντφρεϊ Χάρντι, που τον «ανακάλυψε», αγωνίστηκε να τον εντάξει στην πανεπιστημιακή κοινότητα, συνεργάστηκε κατά το δυνατόν και βοήθησε στην έκδοση κάποιων εργασιών του. Ο συγγραφέας όμως μας δίνει εκ παραλλήλου και την εικόνα δύο εντελώς διαφορετικών κόσμων με αντιδιαμετρική σχεδόν κουλτούρα: από τη μια της Αγγλίας του Α΄ παγκοσμίου Πολέμου, του ανταγωνιστικού κλειστού κύκλου των διανοούμενων (Ράσελ, Κέινς, Λώρενς κ.α.) με τις κολεγιακές συνήθειες, τους αυστηρούς κανόνες, την επιστημονική ιεραρχία και τις ομοφυλοφιλικές ανησυχίες (που σε ορισμένες περιπτώσεις περιγράφονται σαν ανόητες εφηβικές τσιριμόνιες). Την κοινωνία που αρνιόταν να υιοθετήσει το σύστημα του Λάιμπνιτς για τον απειροστικό λογισμό και αποδεχόταν το απαρχαιωμένο σύστημα του Νεύτωνα, γιατί ο Λάιμπνιτς ήταν Γερμανός και ο Νεύτων Άγγλος, και η Αγγλία είναι η Αγγλία(!). Από την άλλη την βαθιά θρησκευόμενη κοινωνία της (νότιας κυρίως) Ινδίας, με την μακρά παράδοση και την πίστη στους κανόνες της κάστας (π.χ. αυστηρή χορτοφαγία/στον ινδουισμό η τήρηση των κανόνων είναι πολύ σημαντικότερη από την πίστη), αλλά και σε λαϊκές προλήψεις και δοξασίες.
Ο Ραμάνουτζαν γεννήθηκε στην Ν.Α. Ινδία, στο Κουμπακόναμ. Ήταν εξαιρετικά φτωχός αλλά  πήγε σχολείο γιατί ανήκε σε υψηλή κάστα. Το άκαμπτο όμως εκπαιδευτικό σύστημα της αγγλοκρατούμενης Ινδίας ήταν σχεδιασμένο για να  παράγει τους γραφειοκράτες και τους τεχνοκράτες που θα διοικούσαν την Ινδική αυτοκρατορία υπό την εποπτεία των Άγγλων. Οι εκπληκτικές ικανότητές του με τους αριθμούς δεν αναγνωρίστηκαν επαρκώς ώστε να του εξασφαλίσουν θέση στο Πανεπιστήμιο του Μαδράς. Έγινε λογιστής στο λιμεναρχείο του Μαντράς, και ζούσε φτωχικά αφιερώνοντας ώρες από τον προσωπικό του χρόνο στις σειρές, στα αθροίσματα, στα συνεχή κλάσματα, με μοναδικό του σύμβουλο την πεπαλαιωμένη «Σύνοψη των καθαρών και εφαρμοσμένων μαθηματικών», του Carr (που δεν περιείχε αποδείξεις, μόνο τίτλους και αποτελέσματα!).  Ήταν ινδουιστής, από κάστα ορθόδοξων βραχμάνων με πολύ αυστηρούς κανόνες, ένας από τους οποίους ήταν ότι θεωρούσαν το πέρασμα του ωκεανού μια μορφή μόλυνσης. Έτσι, όταν ο Χάρντι ξεπέρασε τις δυσκολίες του Τρίνιτι (έξοδα, αποδοχή του διαφορετικού κλπ) και τον προσκάλεσε στο Τρίνιτι για να συνεργαστούν, ήταν εντελώς απροετοίμαστος για το εμπόδιο που θα συναντούσε: την άρνηση του «υπάλληλου της Ινδίας» να φύγει από τη χώρα του. Χρειάστηκε ειδική αποστολή για να ξεπεράσει ο Ραμανουτζάν τα ηθικά εμπόδια και να καταφτάσει, λίγο πριν το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στο πανεπιστήμιο Τρίνιτι του Κέμπριτζ (του Νεύτωνα και του Μπάιρον) όπου του επιφυλασσόταν αμφίσημη υποδοχή. Κι εκεί, βέβαια, θα αντιμετωπίσει αξεπέραστες δυσκολίες προσαρμογής (να φοράει παπούτσια, να κοιμάται σε κρεββάτι, αλλά κυρίως, όσο αφορά τη διατροφή), το βασικό όμως εμπόδιο ήταν οι δυσκολίες να ακολουθήσει τους αυστηρούς κανόνες της θρησκείας του. Ωστόσο, παρόλες τις αντίξοες συνθήκες που τον οδήγησαν σε σοβαρή ασθένεια (που μάλιστα δεν μπόρεσε να διαγνωστεί), σχεδόν πάντα είχε τη διάθεση να αφιερωθεί σε  προβλήματα θεωρητικών μαθηματικών.
Ο Χάρντι[1], από την άλλη, ήταν ακριβώς το αντίθετο (ήμουν ακριβώς το αντίθετο: ένα αγόρι που είχε κερδίσει όλα τα βραβεία –παρόλο που η μέρα απονομής των βραβείων μου προκαλούσε απέχθεια τόσο έντονη όσο μια θρησκευτική τελετή)! Από αστική οικογένεια, ορθολογιστής, «ομοφυλόφιλος μη ενεργός», αντικληρικαλιστής και… φανατικά άθεος (επανάσταση για τα δεδομένα του Τρίνιτι!). Παιδί δασκάλων (σε αντίθεση με τους περισσότερους στο κολέγιο που ήταν «παιδιά της αφθονίας»), πήρε την παραδοσιακή βασική δημόσια εκπαίδευση της Αγγλίας και ανέβηκε σκαλοπάτι σκαλοπάτι μέχρι το Τρίνιτι του Κέμπριτζ, που ήταν η έδρα των εφαρμοσμένων μαθηματικών. Έχουμε εδώ την ευκαιρία να απολαύσουμε την βρετανική κουλτούρα με τις αδελφότητες (στους «Απόστολους» ανήκε ο Ράσελ, ο Κέινς κ.α.), τα βασιλικά βραβεία και τους παράλογους διαγωνισμούς όπως τα περίφημα «τρίποδα»  (στα εφαρμοσμένα μαθηματικά, εξέταση  άχρηστων δεξιοτήτων, μαθηματικής απομνημόνευσης μεγάλης λογιστικής δυσκολίας που σου εξασφάλιζε θέση «ράνγκλερ», εταίρου κλπ). Ο Χάρντι αγωνίστηκε σκληρά και για την κατάργηση των απεχθών «τριπόδων» (τα τρίποδα είχαν κάτι από τον χαρακτήρα αθλητικών αναμετρήσεων/ είχαν καταντήσει βιομηχανία «ιδιωτικών προγυμναστώ»/η μεταρρύθμιση των τριπόδων έγινε η σταυροφορία του/ ήξερα πως το παιχνίδι ήταν στημένο για να ανταμείβει τους πλούσιους, τους χορτάτους, τους προνομιούχους) και αγωνίστηκε επίσης για να στραφεί η έρευνα στα καθαρά μαθηματικά.
Ο συγγραφέας με πολύ έξυπνο τρόπο (η "διάλεξη που δεν έδωσε", η «φωνή της συνείδησής του»  που την εκπροσωπεί ο πεθαμένος εραστής φίλος του, Γκάι) μάς παρουσιάζει εξίσου ολοκληρωμένα τον κόσμο του Χάρντι, τις εκκεντρικότητές του, τους έρωτές του, τα μυστικά του. Είναι μοναχικός, πονεμένος (ο Γκάι, που έχει αυτοκτονήσει, εμφανίζεται τακτικά σαν οπτασία και τον «συμβουλεύει»), λάτρης του κρίκετ και φυσικά των «καθαρών μαθηματικών».
Ο Ραμάνουτζαν, ως μαθηματικό κεφάλι, κατάφερε από την αρχή να επισύρει την προσοχή του Χάρντι και δυο τριών ακόμη επιστημόνων της κοινότητας, αλλά υστερούσε στον τομέα της απόδειξης (αυτό το περίπλοκο αράδιασμα αριθμών, γραμμάτων και συμβόλων υποδεικνύει κάποια εξοικείωση, αν όχι άνεση, με τη γλώσσα των μαθηματικών). Η έλλειψη τυπικών προσόντων και η υστέρησή του στην τεκμηρίωση αναγκάζουν τον Χάρντι να καταβάλλει διαρκώς υπεράνθρωπες προσπάθειες, όχι μόνο για να αντιμετωπίσουν τον νεοφερμένο σαν εταίρο, αλλά και για να τον αφήσουν να εκθέσει τις σκέψεις του (πού είναι οι αποδείξεις ότι ο τύπος είναι ιδιοφυΐα;). Ασφαλώς, στην απομόνωση αυτή ρόλο παίζει και ο ρατσισμός (δεν πρόκειται να φέρω τον κάθε αράπη στο Τρίνιτι). Ωστόσο, παρά την ανορθόδοξη μέθοδο που ακολουθεί (χωρίς λεπτομέρειες, χωρίς αποδείξεις/δεν μοιάζουν καθόλου με τα μαθηματικά που έχει δει ως τώρα), τα αποτελέσματα των εργασιών του καταπλήσσουν. Ο ισχυρισμός π.χ. 1+2+3+4+… = - ⅟12, παρόλη τη φαινομενική παραδοξότητά του, έχει νόημα ως επέκταση μιας συνάρτησης , ενώ οι ασυμπτωτικοί  του τύποι είναι εκατό τοις εκατό πρωτότυποι.  Έχει εμμονή με τα αθροίσματα, βρήκε δική του μέθοδο για επίλυση εξίσωσης δ΄ βαθμού, ενώ το πάθος του είναι οι άπειροσειρές, οι αποκλίνουσες σειρές, τα συνεχή κλάσματα, οι ελλειπτικές συναρτήσεις, η κατανομή των πρώτων αριθμών, οι υπερσύνθετοι  αριθμοί (κανένας από όσους είχε γνωρίσει δεν ξέρει τόσο καλά τους αριθμούς όσο ο Ραμάνουτζαν). Αγαπά τους αριθμούς και ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τα συνεχή κλάσματα (μπορεί να γίνει ένας καινούριος Γκρέις. Θα μπορούσε να αποδείξει την υπόθεση Ρίμαν). Αυτό όπως στο οποίο επιδόθηκε ακόμα κι όταν ήταν βαριά άρρωστος ήταν οι διαμερίσεις, που τις μελετά καθώς μετρά τις….φακές που μαγειρεύει ή τα σπίτια σ’ έναν δρόμο .
Ο συγγραφέας κατορθώνει μέσα από τους ήρωές του να μεταφέρει στον αναγνώστη την ομορφιά και την υπεροχή των θεωρητικών μαθηματικών, αυτής της επιστήμης που η αχρηστία της είναι το μεγαλείο της (ό, τι ισχύει για την τέχνη, ισχύει και για τα μαθηματικά. Η ενασχόληση μαζί τους θα πρέπει να παραμείνει αμόλυντη, τόσο από τη θρησκεία όσο και από τη χρησιμοθηρία/αναπτύσσονται καθαρά πάνω στις δικές τους γραμμές/η αχρηστία τους αποτελεί απόδειξη της απουσίας οποιουδήποτε περιορισμού τους. Και αλλού: όταν ένας μαθηματικός εργάζεται -όταν, όπως το βλέπω, «βυθίζεται στη δουλειά»-, εισέρχεται σ’ έναν κόσμο που, παρά την απόλυτη αφαίρεση, του φαίνεται πιο πραγματικός από τον κόσμο μέσα στον οποίο τρώει, μιλά ή κοιμάται. Εκεί δεν χρειάζεται σώμα).
Ο Ραμάνουτζαν οδηγείται στα συμπεράσματά του με ένα είδος ενόρασης, που ο ίδιος αποδίδει στη βοήθεια της θεάς Ναμαγκίρι. Μάταια ο Χάρντι έκανε υπερπροσπάθειες να πείσει τον Ραμάνουτζαν για την αναγκαιότητα της έρευνας σύμφωνα με την αυστηρή επιστημονική μεθοδολογία (αξιώματα, θεώρημα/υπόθεση, απόδειξη, εφαρμογή). Μάταια προσπαθεί να τον πείσει για την «θρησκεία» ή καλύτερα, την ομορφιά της απόδειξης (πιστεύω ότι μια απόδειξη οφείλει να είναι ωραία και, στο μέτρο του δυνατού, συνοπτική). Η προσοχή του Ρ. είναι στραμμένη αλλού/ το μυαλό του κινείται προς είκοσι διαφορετικές κατευθύνσεις ταυτόχρονα και, παρόλο που ο Χάρντι προσπαθεί να τον επαναφέρει στον σωστό δρόμο, δεν τολμά να διακόψει τις πτήσεις της φαντασίας του, που ενδέχεται να τον οδηγήσουν σε απροσδόκητες ανακαλύψεις. Καταλαμβάνεται από την έμπνευση, ακόμα και με υψηλό πυρετό, και σημειώνει τις σειρές του και τις εξισώσεις του σε σκισμένες εφημερίδες και κουρελόχαρτα. Σαν να καταλαβαίνει ότι δεν έχει πολύ χρόνο μπροστά του. Ίσως γιατί ο -σχετικός-  ορθολογισμός του τον ώθησε να παραβιάσει τους κανόνες της θρησκείας του (διέσχισε τον ωκεανό, έφαγε άθελά του αυγό κλπ κλπ) μπορεί να μην τον ακολουθήσει πια η Ναμαγκίρι.

Σχέση Χάρντι- Ραμάνουτζαν

Ο συγγραφέας επινοεί ένα ευρηματικό τέχνασμα για να περι- γράψει τη σχέση του Χάρντι με τον Ραμάνουτζαν: παρακολουθούμε αποσπασματικά την διάλεξη που έδωσε σχετικά με τον φιλοξενούμενό του εκ των υστέρων το 1936, αλλά και αποσπάσματα από την «διάλεξη που δεν έδωσε ποτέ», όπου εκμυστηρεύεται, σαν σε εσωτερικό μονόλογο όλες τις μύχιες σκέψεις και τα συναισθήματα του για την «ανακάλυψή» του. Βλέπουμε έτσι την ανθρώπινη, γεμάτη πάθη, αδυναμίες, δειλία (στάση «μεσοβέζικη» στον πόλεμο, ούτε ξεκάθαρα αντιπολεμική όπως του Ράσελ, ούτε εθελούσια κατάταξη) αλλά κυρίως την ανταγωνιστική νοοτροπία του εκκεντρικού ήρωα, που παρόλη τη βρετανική του φλεγματικότητα και αλαζονεία δεν γίνεται αντιπαθής γιατί έχει την τόλμη να έρθει σε σύγκρουση με το αποστειρωμένο περιβάλλον του, αλλά και γιατί η απόδοση του εσωτερικού του κόσμου σε α΄ ενικό επιτρέπει την ταύτιση του αναγνώστη μ’ αυτόν τον μοναδικό χαρακτήρα (ο συνάδελφός του Λίτλγουντ λέει γι’ αυτόν: όλοι οι άνθρωποι είναι μοναδικοί, αλλά κάποιοι είναι μοναδικότεροι από άλλους).
Για τον Χάρντι ο Ραμάνουτζαν ήταν «ανακάλυψη» (σκέφτεται πως η λέξη «εντυπωσιακά» είναι πολύ φτωχή για να περιγράψει τα αποτελέσματα που ο νεαρός ισχυρίζεται ότι πέτυχε). Έχει απόλυτη συναίσθηση ότι υπάρχει μια τάση να παρουσιάζεται ο Ραμάνουτζαν ως ένα μυστικιστικό σκεύος στο οποίο η ανεξιχνίαστη Ανατολή έχει φυλάξει όλο της το άρωμα. Ότι τον αντιμετωπίζουν λες κι είναι δικός τους, ένας έξυπνος κατοικίδιος πίθηκος που τον εκπαιδεύουν γιανασυμπεριφέρεται όπως εκείνοι θέλουν. Κι ο ίδιος όμως φέρεται να τον αντιμετωπίζει σε κάποιες περιπτώσεις (π.χ. όταν ο Ρ. είναι βαριά άρρωστος ή όταν έχει ανάγκη διασκέδασης) σαν ένα είδος μαθηματικής μηχανής που πρέπει να προλάβει να την αρμέξει. Σε κάποια από τις φερόμενες εξομολογήσεις του («διάλεξης που ποτέ δεν έδωσε») λέει ο ίδιος: η κυρία Νέβιλ άδικα με κατηγόρησε ότι αδιαφορούσα για τη δυστυχία του Ρ., θέτοντάς τον έτσι σε κίνδυνο. Δεν επέδειξα τον πρέποντα σεβασμό για τη δυστυχία του. Αρκέστηκα να ανέχομαι τις εξαφανίσεις του, την κακή του διάθεση, τις περιόδους ξεροκεφαλιάς του/αργότερα συνειδητοποίησα ότι τσακίζαμε κι εμείς τον Ρ., τον επισκευάζαμε και τον τσακίζαμε ξανά, ώσπου τον ξεζουμίσαμε εντελώς και του πήραμε ό, τι μπορούσαμε.

Στο Τρίνιτι βρίσκει  τον Ινδό μαθηματικό και ο πόλεμος (α΄ παγκόσμιος), που ταράζει τα νερά της κοινότητας της υψηλής διανόησης, καθώς οδηγεί στη διάλυση της αδελφότητας. Έχει ενδιαφέρον για τον αναγνώστη να παρακολουθήσει την καθημερινότητα στην πολεμική Αγγλία (η κυβέρνηση στην αγωνιώδη προσπάθεια να πείσει τον κόσμο ότι ο πόλεμος εξελισσόταν θαυμάσια και ότι το μέτωπο δεν ήταν παρά ένα αγροτικό θέρετρο για σκληραγωγία, είχε σκάψει «χαρακώματα επιδείξεως» (!) που το κοινό μπορούσε να περιεργαστεί. Αυτά τα χαρακώματα είχαν γίνει ανέκδοτο), τις αντιδράσεις όσων καλούνταν να προσφερθούν εθελοντικά, ενώ δεν λείπουν οι αντιπολεμικές φωνές, οι «αντιρρησίες συνείδησης», όπως βέβαια αυτή του γνωστού για τις φιλειρηνικές του πεποιθήσεις Μπέρτραντ Ράσελ (έχουμε φυσικά και σχετικές συζητήσεις). Σύμφωνα με το «σχέδιο Ντέρμπι», οι άνδρες κάτω των 41 ετών μπορούσαν να «επιβεβαιώσουν» εθελοντικά την ετοιμότητά τους να καταταγούν, χωρίς να καταταγούν αμέσως. Το Τρίνιτι αδειάζει (ο Κέυνς είναι στο υπουργείο Οικονομικών, ο Ράσελ περιοδεύει βγάζοντας λόγους εναντίον του πολέμου, ο Βιτγκενστάιν στην Αυστρία εθελοντής), ενώ ο Χάρντι δηλώνει μεν φιλειρηνιστής, αλλά κατατάσσεται τις τελευταίες μέρες, εξαντλώντας την προθεσμία.
Η αλήθεια είναι ότι το βιβλίο γίνεται κάπως κουραστικό όταν υπεραναλύει τις σχέσεις και τις ιδιαιτερότητες των βρετανών διανοουμένων. Μετά τη μέση όμως, όταν αρχίζει να μετέχει ο αναγνώστης στα προβλήματα υγείας του Ραμάνουτζαν, τις απόπειρες προσαρμογής του, τις ατελέσφορες προσπάθειες να μαγειρέψει τα ινδικά φαγητά με τον τρόπο που είναι ο «σωστός», τις φιλοδοξίες, τις απογοητεύσεις του αλλά και τα οικογενειακά του προβλήματα στην Ινδία (η γυναίκα του -14 ετών- δεν απαντά στα γράμματα, όπως αποδείχτηκε λόγω «πανουργίας» της πεθεράς της), το ενδιαφέρον κορυφώνεται. Η βιωματική αυτή περιγραφή τονίζει το πόσο «ξεκάρφωτος» ήταν ο δυτικός κόσμος γι’ αυτό το εξαιρετικό ανήσυχο πνεύμα, που τάραξε βαθιάτα στάσιμα νερά της διανόησης χωρίς να το συνειδητοποιεί. Αφού ο Ραμάνουτζαν πέρασε μια πολύ δύσκολη περίοδο (ήταν ακόμα βαριά άρρωστος όταν έμαθε ότι εντέλει εκλέχτηκε εταίρος στο Τρίνιτι), φάνηκε να συνέρχεται και αποφάσισε να επιστρέψει στην Ινδία, όπου άφησε την τελευταία του πνοή, ένα χρόνο μετά, σε ηλικία 32,5 χρονών.
Όπως λέει κι ο Χάρντι, κάποιος μη μαθηματικός θα παραξενευτεί αν πω ότι, όποτε θυμάμαι τον Ραμάνουτζαν, πέρα από το κακαριστό του γέλιο, τα μαύρα μάτια και το άρωμά του, θυμάμαι και ότι μάζευε τις παράξενες ισότητες σαν βιολογικά είδη, για να τις φυλάξει και να τις μελετήσει˙ κι ύστερα, με επινοητικότητα που πάντοτε με εξέπληττε, τις έβγαζε από το μανίκι του και αποδεικνυόταν ότι ήταν τα κομμάτια που έλειπαν από μια περίπλοκη απόδειξη η οποία, εκ πρώτης όψεως, δεν είχε καμιά σχέση μαζί τους.
Ο Ραμάνουτζαν είχε μπει στον κόσμο τους, και για ένα διάστημα η ζωή τους περιστρεφόταν γύρω του, όπως οι μακρινοί πλανήτες περιφέρονται γύρω από ένα άστρο που δεν διακρίνουν παρά μια αδύναμη παρασκιά του.
Χριστίνα Παπαγγελή
[1] WikipediaO Χάρντι θεωρείται από τους σημαντικούς Άγγλους μαθηματικούς, γνωστός για την συμβολή του στην θεωρία αριθμών και την μαθηματική ανάλυση. Στο ευρύ κοινό είναι κυρίως γνωστός για το δοκίμιο "Η Απολογία ενός Μαθηματικού", μία από τις πιο προσβάσιμες αναλύσεις όσον αφορά τον τρόπο σκέψης ενός μαθηματικού.
Από τις αρχές του 1914 υπήρξε ο πνευματικός πατέρας του Iνδού μαθηματικού Σρινιβάσα Ραμανούτζαν, την ξεχωριστή διάνοια του οποίου αναγνώρισε σχεδόν αμέσως. Στα πλαίσια συνέντευξης που παραχώρησε στον Πολ Έρντος, στην ερώτηση ποια ήταν η μεγαλύτερη του συνεισφορά στα μαθηματικά, ο Χάρντι απάντησε «η ανακάλυψη του Ραμανούτζαν».

Δεν υπάρχουν σχόλια: