Σάββατο, Φεβρουαρίου 01, 2014

Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά, Λεονάρδο Παδούρα

Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά δεν είναι ο Λέον Τρότσκι[1], όπως ίσως υποδηλώνει η φωτογραφία του εξώφυλλου, αλλά ο… δολοφόνος του. Έτσι, σ΄ αυτό το πολύ πρωτότυπο και συναρπαστικό βιβλίο του Κουβανέζου συγγραφέα, πρωταγωνιστής δεν είναι τόσο ο αρχηγός του Κόκκινου Στρατού, όσο ο στρατευμένος στο σταλινισμό δολοφόνος του, ο ισπανός Ραμόν Μερκαντέρ (που έδρασε με τα ψευδώνυμα Ρομάν Πάβλοβιτς, Ζακ Μορνάρ, Λεονίντ  Έιντιγκτον, Φρανκ Τζάκσον). Η πρωτοτυπία έγκειται στο ότι φωτίζεται  «κατά το εικός και αναγκαίο»  μια  προβληματική προσωπικότητα, αυτή του στρατευμένου δολοφόνου. Επίσης, ως προς τη δομή, παρακολουθούμε τρεις παράλληλες ιστορίες, τρεις διαφορετικές,  ισοδύναμες αφηγήσεις, που κάποια στιγμή συγκλίνουν καταδεικνύοντας με μυθιστορηματικό τρόπο την απίστευτη αυταπάτη στην οποία περιέπεσαν οι σταλινικοί και μη, όταν θεωρούσαν ότι εξαφανίζοντας τη μνήμη των γεγονότων και παραχαράσσοντας τη ιστορία, θα αλλάξουν την πορεία του κόσμου. 
Κύριος αφηγητής (δηλαδή ο άνθρωπος που αφηγείται στο «δραματικό» παρόν, που είναι το 2004) είναι ο Κουβανέζος Ιβάν, στον οποίο έχει εμπιστευτεί ο Λοπές, ο «άνθρωπος που αγαπά τα σκυλιά», εβδομηντάχρονος πια, την παράξενη ιστορία του. Τα κεφάλαια που αφορούν τον Τρότσκι και τον Ραμόν είναι σε τριτοπρόσωπη αφήγηση, εφόσον έχουμε την εγκιβωτισμένη αφήγηση του Λοπές.
Ο Ιβάν αποφασίζει να γράψει την παράξενη αυτή αποκρουστική ιστορία μίσους, εξαπάτησης και θανάτου  χρόνια μετά, με την παρότρυνση της ετοιμοθάνατης γυναίκας του. Μόλις τελείωσε τα διάβασμα των σημειώσεων, η Άννα έμενε να με κοιτάζει μέχρι που το βάθος από τα μαύρα μάτια της, άρχισε να με καίει στο δέρμα και τελικά μου είπε, με τρομακτική πεποίθηση, ότι δεν καταλάβαινε πώς ήταν δυνατόν εγώ, ακριβώς εγώ, να μην έχω γράψει ένα βιβλίο με κείνην την ιστορία. Όπως απαντά κι ο πρωταγωνιστής/συγγραφέας, δεν την έγραψε από φόβο.

Τρότσκι

Η διαχείριση του φόβου πρέπει να ήταν το μυστικό του Στάλιν, αυτού του πρώην ιεροσπουδαστή από τη Γεωργία, του οποίου την ευφυΐα  υποτίμησε αρχικά ο Τρότκι∙  εκείνη η επιχείρηση δεν ήταν παρά μια ακόμα παντομίμα ενορχηστρωμένη για να δημιουργήσει και να χειραγωγήσει την κοινή γνώμη ο  Στάλιν. Σπουδαγμένος στις κατακόμβες του παράνομου αγώνα, είχε μάθει όλες τις μεθόδους υπονόμευσης και τώρα τις εφάρμοζε προς ίδιον όφελος, επιδιώκοντας τους ίδιος σκοπούς  για τους οποίους προηγουμένως τις είχε χρησιμοποιήσει το μπολσεβίκικο κόμμα: για να πάρει την εξουσία. Σ’ όλο το βιβλίο το κύριο θέμα, πέρα από τα βιογραφικά στοιχεία των δύο πραγματικών προσώπων, είναι το ξεδίπλωμα αυτού του απίστευτου μηχανισμού υποταγής στη σταλινική πολιτική (που παρεμπιπτόντως, όπως βέβαια υποστηρίζει ο συγγραφέας, είχε ιδιοποιηθεί το οικονομικό πρόγραμμα της Αντιπολίτευσης), που επέβαλλε το φόβο και τη δουλοπρεπή στάση στα μέλη του κόμματος: το πιο θλιβερό ήταν πως όλοι ήξεραν ότι, με τη συνθηκολόγησή τους, αυτοί οι επαναστάτες εντάσσονταν στην κατηγορία των ημισυγχωρεμένων που είχε επικεφαλής τον Ζηνόβιεφ∙ εκείνων των ανθρώπων που θα ζούσαν με τον φόβο να πουν έστω και μια λέξη μεγαλόφωνα, να διατυπώσουν κάποια γνώμη, και θα ήταν υποχρεωμένοι να έρπουν στο χώμα, γυρίζοντας γύρω γύρω το κεφάλι για να φυλάγονται από τη σκιά τους.

Όταν ο ηγέτης που ξεσήκωσε τις συνειδήσεις το 1905, ο υπ αριθμόν ένα ηγέτης της εξέγερσης του Οκτώβρη του 17, ο επικεφαλής του Κόκκινου Στρατού Λιεφ Νταβίντοβιτς εξορίζεται αρχικά στην Άλμα Άτα (στις «εσχατιές» της ασιατικής Ρωσίας), νομίζει ότι τον περιμένει ο θάνατος. Όμως η τακτική των επαναστατών είναι διαφορετική: ασχολήθηκαν με την εξαφάνισή του από την ιστορία και τη μνήμη/η έκδοση των βιβλίων του είχε διακοπεί/άρχισε να εξαφανίζεται από ιστορικές ανασκοπήσεις, αφιερώματα, δημοσιογραφικά άρθρα, ακόμα κι από φωτογραφίες, μέχρι να τον κάνουν να νιώσει ότι μετατρέπεται σε απόλυτο τίποτα, σε μια τρύπα δίχως πάτο στη μνήμη.  Τη συμφορά της εξορίας, του φόβου και της περιθωριοποίησης, της σταδιακής εξαφάνισης κάθε ίχνους συμπληρώνουν οι οικογενειακές συμφορές, όπως ο θάνατος της κόρης του Νίνας από φυματίωση, η νευροπάθεια της άλλης κόρης του, Ζίνας (που μετά την προγραφή της, το χωρισμό από την οικογένειά της, την απόλυσή της και τη διαγραφή της από το κόμμα στο τέλος αυτοκτόνησε), κ.α. Το βάρος να σέρνει πίσω του μια οικογένεια  είναι μία από τις δοκιμασίες από τον πρώτο κιόλας τόπο εξορίας του. Η εκδικητικότητα, όταν εμπλέκει και ανθρώπους αθώους, είναι πιο μικρόψυχη, πιο εγκληματική και πιο δόλια, όπως έλεγε.
Αρκετές φορές κοίταξε το περίστροφο με τη φιλντισένια λαβή που του είχε φέρει ο Μπλούμκιν από το Δελχί. Είχε το δικαίωμα άραγε ένας επαναστάτης να εγκαταλείψει τη μάχη; βάραινε περισσότερο η ζωή των παιδιών του από τη μοίρα μιας ολόκληρης τάξης, περισσότερο από μια λυτρωτική ιδέα; θα έκανε αυτό το δώρο στον Στάλιν;
Ο Τρότσκι αποκαλεί τον Στάλιν «νεκροθάφτη» της επανάστασης, αλλά διατηρεί ακόμα ελπίδες ότι θα σώσει την κατάσταση, για την ακρίβεια πιστεύει ότι η αντιπολίτευση έχει μέλλον. Ωστόσο,  κι ο ίδιος κάνει σκληρή αυτοκριτική (αυτά τα στοιχεία πρέπει να υπάρχουν στην αυτοβιογραφία του), ιδιαίτερα όσο αφορά τη συντριβή της εξέγερσης των ναυτών στη βάση της  Κροστάνδης. Τόσο ο ίδιος όσο κι ο Λένιν θεωρούσαν προφανές ότι η παραδειγματική τιμωρία αποτελούσε πολιτική αναγκαιότητα. (…) Για πρώτη φορά έπρεπε να αναρωτηθούν αν ήταν σωστό να εγκαθιδρύσουν τον σοσιαλισμό εναντίον ή ερήμην της πλειοψηφίας. Η δικτατορία του προλεταριάτου θα εξάλειφε τις εκμεταλλεύτριες τάξεις, ωστόσο θα έπρεπε άραγε να καταστέλλει και τους εργάτες; Το δίλημμα είχε γίνει δραματικό και μανιχαϊστικό: δεν ήταν δυνατόν να επιτραπεί η έκφραση της λαϊκής βούλησης, γιατί θα μπορούσε να αναστρέψει την ίδια τη διαδικασία. Όμως η κατάπνιξη αυτής της βούλησης στερούσε από την κυβέρνηση των μπολσεβίκων την ουσιαστική της νομιμοποίηση: όταν έφτασε η στιγμή που οι μάζες  έπαψαν να πιστεύουν, επικράτησε η αναγκαιότητα να τις κάνουν να πιστέψουν δια της βίας. Και εφάρμοσαν τη βία.
Ο Τρότσκι πιστεύει αρχικά ότι κάθε νέο θύμα του Στάλιν (ιδιαίτερα αν είναι από τον στενό κύκλο των συνεργατών του) θα ταρακουνήσει τη συνείδηση  όλων των κομμουνιστών που υπάκουαν στον Στάλιν. Δεν παύει να αγωνίζεται γράφοντας, συμμετέχοντας όπου μπορεί. Ωστόσο ο Στάλιν υπερβαίνει κάθε όριο και κάθε προσδοκία, όπως γνωρίζουμε εκ των υστέρων. Άλλωστε η τακτική του ήταν ο σταδιακός, σε διεθνές επίπεδο, αποκλεισμός του Τρότσκι (και όχι μόνο)∙ η περιθωριοποίηση (κατάσχεση των έργων του από τις βιβλιοθήκες, δημόσιο κάψιμο βιβλίων κλπ) και η στηλίτευση πρώτα,  κι ύστερα η εξαφάνιση, όπως άλλωστε φαίνεται να διαισθάνεται κι ο ίδιος ο Τρότσκι:
Προς το παρόν ο Νεκροθάφτης αρκούνταν στο να ξέρει τι έκανε και τι σκεφτόταν∙ αύριο όμως; Πείστηκε τότε ότι οι πυρκαγιές (στο Καντίκιοϊ, στην Τουρκία του Κεμάλ, τη μόνη χώρα που του παραχώρησε άσυλο!)  δεν ήταν παρά αντιπερισπασμοί σε μία καταδίωξη που μόλις είχε αρχίσει και που η τελική της έκβαση δεν είχε ανάγκη ούτε θεαματικές ενέργειες ούτε συνωμοσίες παλιών Λευκών εχθρών. Η χαριστική βολή θα ερχόταν από ένα χέρι προετοιμασμένο από τον ίδιο τον Στάλιν και ικανό να περάσει όλα τα φίλτρα της καχυποψίας, μέχρι να μοιάσει όλο και πιο πολύ γίνεται σε χέρι φιλικό.
Ο Τρότσκι ήξερε ότι όσο ζούσε, θα ήταν η ενσάρκωση της Αντεπανάστασης, της αντιπολίτευσης, η φωνή του θα ηχούσε σαν παραμορφωτικό ηχείο για οποιαδήποτε φωνή διεκδικούσε ελάχιστη αλήθεια και δικαιοσύνη. Η οικονομική στροφή του Στάλιν μετά το 1929, η βίαιη κολεκτιβοποίηση (κατασχέσεις, σφαγές ζώων, εγκατάλειψη χωριών) έφερε μεγάλο κύμα πείνας με εκατομμύρια νεκρούς. Πιο συγκλονιστική ακόμα είναι η παραχάραξη της ιστορίας, η διαδικασία που είχε εγκαινιάσει ο Στάλιν πασχίζοντας να σβήσει από τη μνήμη όσα στοιχεία δεν ταίριαζαν με το σκοπό του να ξαναγράψει τη σοβιετική ιστορία. Η εκπαραθύρωση των Ριαζάνοφ και Γιαροσλάφσκι δεν είναι τυχαία. Ίδιες παρεμβάσεις γίνονται και στην αρχιτεκτονική. Η πολιτική τρόμου του Στάλιν επιβάλλει την προσωπολατρία, ενός τρόμου που είχε μετατραπεί, όχι πλέον σε φοβισμένη υπακοή, αλλά και στην παραίτηση του ίδιου του λαού που είχε πρωταγωνιστήσει στον πιο θεαματικό κοινωνικό μετασχηματισμό στην ιστορία της ανθρωπότητας.
Ιδιαίτερα η υποστήριξη του Γερμανικού Κόμματος από τον Στάλιν στην πρώτη εκλογική νίκη των ναζί το 1933, για τον Τρότσκι ισοδυναμεί με πολιτική αυτοκτονία. Μια από τις σπαρακτικές αμφιβολίες του Λιεφ Νταβίντοβιτς είχε καταρρεύσει εκείνη τη στιγμή: έπρεπε να τα ρίξει όλα στην πυρά. Αποφάσισε πως είχε φτάσει η στιγμή να έρθει σε ρήξη με αυτήν τη Διεθνή και, ίσως, να δημιουργήσει μια νέα που να αντιτίθεται στον φασισμό με συγκεκριμένες πράξεις και όχι μόνο με συνθήματα που χειραγωγούσαν και έκρυβαν απώτερες και μακάβριες προθέσεις. Όμως εξίσου ένοχους θεωρεί ο Τρότσκι και τους «υποτιθέμενους κομμουνιστές» που, στο κομματικό συνέδριο ανακήρυσσαν  τον Στάλιν  ξεπερνώντας κάθε όριο αδιαντροπιάς, «Ιδιοφυΐα της Επανάστασης», και «Πατέρα των Προοδευτικών Λαών του Κόσμου».

Το μοτίβο του φόβου  επαναλαμβάνεται συνέχεια. Εντυπωσιακή είναι η περίπτωση του Μπουχάριν (του πλέον υποσχόμενου θεωρητικού της επανάστασης), που πλήρωσε ακριβά το ότι τόλμησε κάποια στιγμή να αψηφήσει τον Στάλιν. Η έκπληξη είναι ότι ο Στάλιν τον εμπιστεύτηκε για μια αποστολή στη Γαλλία, έστειλε και την έγκυο γυναίκα του για να τον ανακαλέσει στη Μόσχα επειγόντως.
Ο Λε Σαβουρέ, σε μια έκρηξη οργής, τον ρώτησε πώς είναι δυνατόν, ένας άνθρωπος, που επί χρόνια πολέμησε τον τσαρισμό, και είχε συνοδεύσει τον Λένιν στις πιο σκοτεινές ημέρες του αγώνα, να δέχεται να επιστρέψει σαν πρόβατο, για να υποστεί μια βέβαιη τιμωρία. Τότε ο Μπουχάριν τού είχε δώσει την πιο συντριπτική απ’ όλες τις απαντήσεις: «Γυρίζω από φόβο». Τότε συνειδητοποιήσαμε ότι όλον αυτόν τον καιρό ο Στάλιν έπαιζε μαζί του σαν τη γάτα με το ποντίκι. Ο Στάλιν, όμως, έβαζε στοίχημα πως δε θα χρειαζόταν να τρέξει πίσω από τη λεία του. Ήταν σίγουρος ότι το καημένο το ποντίκι, νικημένο απ τον φόβο, θα επέστρεφε να φιλήσει τα νύχια που, όταν η όρεξη του γάτου το απαιτούσε, θα το ξέσκιζαν για να το καταβροχθίσουν κατόπιν.
Έτσι, όσο ο Τρότσκι τριγυρνούσε στη Γαλλία ψάχνοντας ασφαλές καταφύγιο, αλλά και στη Νορβηγία όπου πήγε στη συνέχεια,  μαθαίνουν για την εξόντωση στενών πια συνεργατών του Στάλιν, όπως του Ζηνόβιεφ, του Καμένεφ, Σμιρνόφ, Μπακάγεφ κ.α. Όμως ο μεγαλύτερος Εχθρός του Λαού, ο προδότης και τρομοκράτης είναι ασφαλώς ο Λιεφ Νταβίντοβιτς.  Γρήγορα έρχεται και στη Νορβηγία χαρτί απέλασης. Τι συμβαίνει όμως και μέχρι το 1936 (όταν πια ο Χίτλερ έχει μπει στη Ρηνανία, και ο ισπανικός στρατός έχει εξεγερθεί ενάντια στη Δημοκρατία), και ο Στάλιν «δεν του έχει σπάσει ακόμα το σβέρκο»; Βυθισμένος σε μια τυφλή μάχη, ο Λ. Νταβίντοβιτς είχε καταλάβει ότι το μακάβριο παιχνίδι του Μεγάλου Ηγέτη τον είχε ακόμη ανάγκη, αφού θα χρησιμοποιούσε την πλάτη του για καταπέλτη στην πορεία του προς τις πιο απροσπέλαστες κορυφές της αυτοκρατορικής εξουσίας. Και ταυτόχρονα είχε καταλάβει πως, όταν θα είχε πια εξαντληθεί αυτή του η χρησιμότητα ως τέλειου εχθρού, όταν πια θα είχαν πραγματοποιηθεί όλοι οι απαιτούμενοι ακρωτηριασμοί, ο Στάλιν θα όριζε τη στιγμή ενός θανάτου που τότε θα ερχόταν με τον ίδιο αναπόφευκτο τρόπο που πέφτει το χιόνι του χειμώνα στη Σιβηρία.
Το αίτημα του Τρότσκι να δικαστεί πέφτει στο κενό.

Ραμόν  Μερκαντέρ
(Αδριανός, Ρομάν Πάβλοβιτς, στρατιώτης 13, Ζακ Μορνάρ, Λεονίντ  Έιντιγκτον, Φρανκ Τζάκσον)

Δεν ήταν ένας οποιοσδήποτε πληρωμένος δολοφόνος ο δολοφόνος του Τρότσκι. Ο Ισπανός Ραμόν Μερκαντέρ, ως πρόσωπο επιλέχτηκε με πολλή προσοχή από το σταλινικό καθεστώς, κι ένας απίστευτος μηχανισμός εξυφάνθηκε γύρω από το μοτίβο της υπακοής και της υποταγής, αρετές στις οποίες ήδη διακρινόταν ο Ραμόν πειθαρχώντας στο ισπανικό κομμουνιστικό κόμμα.  Σ’ αυτό το επίπεδο λοιπόν,  η δολοφονία του Τρότσκι ήταν «ιδεολογικοποιημένη», δηλαδή ο επίδοξος δολοφόνος ήταν απόλυτα ταγμένος στον αγώνα κατά του φασισμού στην Ισπανία, και κατά προέκταση ενάντια σε οποιονδήποτε εχθρό του σταλινισμού.  Άλλωστε, εκείνη την εποχή, η Ισπανία έβραζε.
Ο συγγραφέας  παρουσιάζει τον Ραμόν in media res∙ η πρώτη φράση του σχετικού κεφαλαίου είναι «ναι, πες του ναι». Ένα «ναι» που πολλές φορές θα έφερνε τον Ραμόν στην πρόκληση να φανταστεί τι θα γινόταν αν έλεγε «όχι». Ηθικός αυτουργός η Καριδάδ[2], η απίστευτη μάνα του Ραμόν, που ο συγγραφέας ζωγραφίζει απαράμιλλα (ένα ον ανδρόγυνο που βρωμοκοπούσε νικοτίνη και μπαγιάτικο ιδρώτα, μιλούσε σαν πολιτικός κομισάριος και σκεφτόταν μόνο τις αποστολές του Κόμματος, την πολιτική του Κόμματος, τους αγώνες του Κόμματος/το μίσος, ένα μίσος καταστροφικό που θα την ακολουθούσε για πάντα και το οποίο, όχι μόνο θα έδινε νόημα στη δική της ζωή, αλλά θα επηρέαζε και τη ζωή των παιδιών της μέχρι να τα οδηγήσει στον αφανισμό. Εξίσου καταλυτική είναι και η προσωπικότητα της Άφρικα, του μεγάλου έρωτα του Ραμόν, μελαχροινή, έξυπνη, πανέμορφη, (ζούσε κάθε δευτερόλεπτο και κάθε πράξη της ζωής της σαν αληθινή κομμουνίστρια) στρατευμένη κι αυτή στον αγώνα μέχρις τελικής αυταπάρνησης:
Η Καριδάδ ήταν η Άφρικα, η Άφρικα ήταν η Καριδάδ που τώρα απαιτούσε απ αυτόν να εγκαταλείψει όλα όσα ήταν ο εαυτός του και του το έθετε ως καθήκον, ενώ ταυτόχρονα εκείνη η οδυνηρή και εύθραυστη βουβαμάρα κατακαθόταν στη συνείδησή του κουβαλώντας μαζί της τον τρόμο ότι το επόμενο λεπτό το κορμί του μπορεί να γινόταν κομμάτια από την  οβίδα, τη σφαίρα, τη χειροβομβίδα που ήταν αόρατη ακόμη αλλά ήδη καθοδόν για να του κόψει το νήμα της ζωής.
Στη Βαρκελόνη, τον Οκτώβρη του 1936,  ο Ραμόν πίστεψε ότι στο Λαϊκό στρατό που δημιουργήθηκε εκείνες τις μέρες  εναντίον των φρανκιστών «κρίνονται τα πάντα», μέσα στην τρελαμένη ατμόσφαιρα του εμφύλιου. Ενώ ζουν την πιο κρίσιμη φάση του πολέμου έρχεται η είδηση ότι η Σοβιετική ένωση θα προσφέρει στρατιωτική βοήθεια στη Δημοκρατία. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος όμως, σύμφωνα και με την Καριδάδ, είναι οι Καταλανοί αυτονομιστές, συνδικαλιστές αναρχικοί ή σοσιαλιστές, τροτσκιστές αποστάτες , αυτοί οι ρεβιζιονιστές που υποστήριζαν πως έπρεπε να διεξαγάγουν τον πόλεμο και μαζί  μ’ αυτόν, να κάνουν την επανάσταση ενάντια στο αστικό κίνημα[3].
Μέσα σ΄ αυτό το κλίμα (έχουν ήδη ξεκινήσει οι Μεγάλες Δίκες, δεν μπορούμε να έχουμε έλεος για κανέναν, Ραμόν) ξεκινά η εκπαίδευση του Ραμόν (πρέπει να ψεκάσουμε εμείς τον τόπο, όπως τις κατσαρίδες, όπως τους εχθρούς, γιατί είναι εχθροί…). Ο κύβος ερρίφθη με την επιρροή της Καριδάδ, της  Άφρικα και του Κότοφ (μετέπειτα Γκρηγκόριεφ). Είναι πια έτοιμος να φέρει εις πέρας οποιαδήποτε αποστολή, να κάνει οποιαδήποτε θυσία, ακόμα και πράγματα που άλλοι άνθρωποι μπορεί να θεωρούν ανήθικα, ακόμα κι εγκληματικά. Και είναι συναρπαστικό να βλέπεις εκ των έσω τη σκληρή εκπαίδευση στην οποία υποβάλλονται όσοι βρίσκονται σε υψηλή αποστολή τέτοιου τύπου, εκπαίδευση που αποσκοπεί στο να απαρνηθούν την ταυτότητά τους.
Ο Ραμόν θα αποποιηθεί κάθε τι που τον δένει με το παρελθόν. Μετά από σύντομη  θητεία σε έναν πυρήνα δράσης με το όνομα «Αδριανός» όπου αναλαμβάνει ανώδυνες αποστολές σαν δοκιμασίες (π.χ. να κατασκοπεύσει την καθημερινότητα του Αντρέου Νιν[4]) αρχινά η πλύση εγκεφάλου σχετικά με το ρόλο του POUM (Τροτσκιστές) με τον Φράνκο, των ριζοσπαστών σοσιαλιστών και των συμβιβαστικών προχωρά αργά και σταθερά (ακόμα κι αν ήταν έτσι, ακόμα κι αν ήταν ψέματα, θα τα μετατρέψουμε πάση θυσία σε αλήθεια. Και αυτό είναι που μετράει: τι πιστεύει ο κόσμος). Με την ταυτότητα Ρώσου στρατιώτη, ως  Ρομάν Πάβλοβιτς, θα ταξιδέψει στη Ρωσία όπου γίνεται η εκπαίδευση μέχρι να «ετοιμαστεί η καινούρια ταυτότητα».  Υποβάλλεται σε διάφορες ψυχικές και σωματικές δοκιμασίες (μέχρι και να υπακούσει στη διαταγή να σκοτώσει με μαχαίρι κάποιον «προδότη» εν ψυχρώ), παίρνει μαθήματα για την ιστορία του μπολσεβικικού κόμματος, για τον μαρξισμό- λενινισμό, αλλά κυρίως, αλλάζει προσωπικότητα, γίνεται άνθρωπος από μάρμαρο, μια μηχανή υπάκουη κι ανηλεήςμεταλλαγή στις αποχρώσεις της συνείδησής του»). Για κείνον οποιαδήποτε πράξη, οποιαδήποτε θυσία είναι ιστορικά δικαιωμένη όταν υπηρετεί το σταλινισμό. Η εκπαίδευση ολοκληρώνεται όταν παρακολουθεί τον αυτοεξευτελισμό  του Γιάγκοντα, ηγέτη του σταλινικού κόμματος (ο Γιάγκοντα γνωρίζει όλες τις μεθόδους που υπάρχουν για να κάνουν κάποιον να ομολογήσει. Πολλές τις επινόησε ο ίδιος και μπορώ να σε διαβεβαιώσω πως επέδειξε μεγάλη δημιουργικότητα). Ο Ραμόν παρακολουθεί, σαν τελευταίο μάθημα τον Γιάγκοντα να σέρνεται στο έδαφος, να ομολογεί και να ζητά συγχώρεση από το σταλινικό καθεστώς πριν την αποφασισμένη εκτέλεσή του.
Η νέα του ταυτότητα είναι βελγική, γίνεται ο Ζακ Μορνάρ. Ταυτόχρονα πληροφορείται ότι η ύψιστη αποστολή του είναι να σκοτώσει τον Μεγάλο Εχθρό, τον Τρότσκι. Τα νέα της Ισπανίας δεν πρέπει να τον προσβάλλουν, πρέπει να σβήσει την Ισπανία απ το μυαλό του (το άτομο δεν είναι μια ανεπανάληπτη μονάδα, αλλά μια έννοια που αθροίζεται με τα υπόλοιπα άτομα και σχηματίζουν όλα μαζί τη μάζα, που, να, είναι πραγματική. Ο άνθρωπος όμως, όσο είναι άτομο, δεν είναι ιερόςκαι, ως εκ τούτου, δεν είναι αναντικατάστατος. Κανένας δεν είναι σημαντικός, όλοι είμαστε αναλώσιμοι…).

 Ιβάν

Ενδιαφέρον όμως παρουσιάζει  και η μυθιστορηματική μορφή του αφηγητή Ιβάν (περσόνα του συγγραφέα;), που, απέχοντας μια γενιά τουλάχιστον από τους δυο κεντρικούς ήρωες, έχει μεγαλώσει μέσα στο απομονωμένο πολιτικό καθεστώς της Κούβας. Θύμα και ο ίδιος  της αφέλειάς του και της ειλικρίνειας (τολμά να διατυπώσει δημόσια τη γνώμη ότι ούτε η πίστη ούτε η σεξουαλική προτίμηση κάποιου πρέπει να θεωρούνται πρόβλημα όταν δεν προσπαθεί με αυτό να επηρεάσει τους μαθητές του), μετά από μια πρόσκαιρη λογοτεχνική επιτυχία πληρώνει το κόστος της περιθωριοποίησης, γιατί τόλμησε να αφηγηθεί την ιστορία ενός επαναστάτη αγωνιστή που νιώθει φόβο και, πριν γίνει καταδότης, αποφασίζει να αυτοκτονήσει (!) Εκείνο το διήγημα ήταν άκαιρο, δεν μπορούσε να δημοσιευτεί, εντελώς αδιανόητο, σχεδόν αντεπαναστατικό. Εκείνη τη μέρα, επίσης, έμαθα με ακρίβεια τι σημαίνει να νιώθει κανείς Φόβο, έτσι, ένα φόβο με φι κεφαλαίο, πραγματικό, σαρωτικό, παντοδύναμο και πανταχού παρόντα, πολύ πιο συντριπτικό από τον τρόμο για τον σωματικό πόνο ή για το άγνωστο, που όλοι έχουμε νιώσει κάποια φορά.
Έτσι λοιπόν, ανακόπτεται κάθε διάθεση συγγραφής, εφόσον τίποτα στον ορίζοντα δεν έδειχνε πως κάτι θα μπορούσε να αλλάξει στην επικρατούσα άποψη για πολιτική και για μια λογοτεχνία που, κάτω απ το βάρος της πιο άκαμπτης ορθοδοξίας, παρήγαγε και προωθούσε μόνο έργα μη συγκρουσιακά, και εξυπηρετικά, χωρίς καμιά ένδειξη κοινωνικής ή ανθρώπινης έντασης που να μη διαποτίζεται από τις επιρροές της επίσημης προπαγάνδας.
Η ασφυκτική κατάσταση στην Κούβα (το 1980 από το λιμάνι Μαριέλ έγινε μαζική έξοδος χιλιάδων Κουβανών, μια έξοδος βιβλική), η σκοτεινή ζωή της χώρας όπου ακουγόταν η δολοφονία του Τρότσκι σα μια φήμη, δίνει το κίνητρο στον Ιβάν να ψάξει, να μελετήσει, να μάθει, να γράψει εντέλει.

Ο Ιβάν χτίζει σιγά σιγά μια ιδιόμορφη σχέση με τον μυστηριώδη Ισπανό που συναντά στην παραλία, μια σχέση που βασίζεται στη σπάνια αγάπη για τα σκυλιά του. Ο άνθρωπος που αγαπά τα σκυλιά αυτοσυστήνεται ως Λόπες και ζητά να διηγηθεί στον Ιβάν «μια ιστορία», μια ιστορία τρομερή (πάλι το στοιχείο του φόβου) που αν πεθάνει θα χαθεί.   
-   Μην την πεις σε κανέναν, ούτε καν στη γυναίκα σου, αλλά, πάνω απ όλα, δε θέλω να τη γράψεις.
Κοίταξα επίμονα τον άνδρα. Ο φόβος δε έφευγε από μέσα μου και ο εγκέφαλός μου ήταν ένας ανεμοστρόβιλος από ιδέες, υπήρχε όμως μία που ξεχώριζε.
-   Αν δεν πρέπει να μιλάτε γι αυτή… γιατί θέλετε να μου τη διηγηθείτε εμένα; Τι θα πετύχετε μ αυτό;
-   Έχω ανάγκη να τη διηγηθώ, έστω και για μια φορά στη ζωή μου. Δεν μπορώ να πεθάνω χωρίς να την έχω διηγηθεί σε κανέναν.
(…) Ξανακοιτάζοντας τον απρόβλεπτο ισολογισμό των συμπτώσεων και των παιχνιδιών της τύχης μπορούσα να καταλήξω σε ένα και μόνο συμπέρασμα: ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά, η ιστορία του κι εγώ βαδίζαμε στον κόσμο σα να αναζητούσαμε ο ένας τον άλλον, σαν αστέρια που οι τροχιές τους είναι καταδικασμένες να διασταυρωθούν και να καταλήξουν στην έκρηξη.

Μ αυτό το λογικοφανές τέχνασμα λοιπόν της αμοιβαίας εσωτερικής ανάγκης, ο Παδούρα διασώζει την αληθοφάνεια, και προχωρά στην «μυθιστορηματοποίηση» του κορυφαίου ιστορικού γεγονότος, παίρνοντας αφορμή για να αποδώσει περιληπτικά όλον τον παλμό των πολιτικών γεγονότων της εποχής.
  Έτσι λοιπόν ορίστηκαν έξι προσυμφωνημένες συναντήσεις ανάμεσα στον  Ιβάν και τον Λόπες, στις οποίες ο άνθρωπος με τα σκυλιά αφηγείται την ιστορία του φίλου του Ραμόν Μερκαντέρ… Η  απίστευτη αφήγηση όμως δημιουργεί εξαρχής ποικίλες αντιδράσεις (έφτασα αρκετές στιγμές στο σημείο να τον αντικρούσω, να του ουρλιάξω πως αυτό δεν μπορεί να ισχύει…). Ήδη από την τρίτη συζήτηση ο Ιβάν αρχίζει να συνειδητοποιεί πού βρισκόταν η ρωγμή απ όπου ξέφευγε η λογική: πώς ήταν δυνατόν ο Λόπες να έχει πληροφορίες τόσο ακριβείς για τη ζωή και τα συναισθήματα του φίλου του; Και απαντά μόνος του λέγοντας ότι ή ο Λόπες  ήταν ένας επιδέξιος παραμυθάς, ή ήταν ο ίδιος ο δολοφόνος (νομίζω πως η υποψία μου έγινε πιο έντονη τη στιγμή  που με διαβεβαίωνε ότι ο ραμόν άκουγε για πάντα την κραυγή του Τρότσκι: ο τόνος της φωνής του και η υγρασία στο βλέμμα του με προειδοποίησαν πως μιλούσε για κάτι βαθιά δικό του και οδυνηρό)! Ένα πακέτο με ημερολόγια από τον αδερφό του Λόπες συμπληρώνει το υλικό του Ιβάν, όπου ανακαλύπτεται κάτι ου θέτει εκτός αμφιβολίας το ζήτημα: Ο Λόπες δεν είναι άλλος από τον Ραμόν Μερκαντέρ!

Η τελευταία πράξη

Η τελευταία πράξη είναι η δολοφονία. Όπως είναι γνωστό, ο Τρότσκι βρίσκεται πια στο Μεξικό, «φιλοξενούμενος» του ζωγράφου Ντιέγο Ριβέρα και της γυναίκας του της περίφημης ζωγράφου Φρίντα Κάλο, στο Κογιοακάν∙ παράλληλα, ο Ραμόν, υποδυόμενος στην εντέλεια το ρόλο του Βέλγου Ζακ Μορνάρ, προσεγγίζει με μεγάλη προσοχή στην αρχή φιλικά και στη συνέχεια ερωτικά τη φανατική τροτσκίστρια Σίλβια  Αγγέλοβα, με σκοπό να διεισδύσει στο καταφύγιο του  Τρότσκι.
Το ενδιαφέρον του αναγνώστη, από το σημείο αυτό και μετά αυξάνεται κατακόρυφα. Η παραστατική και ψυχογραφική ικανότητα του συγγραφέα αποδίδει με απαράμιλλο τρόπο τις μικρές καθημερινές  ψυχικές συγκρούσεις των δύο ηρώων, που με διαφορετικό τρόπο ο καθένας ανάγονται σε τραγικές μορφές. Ο Ραμόν, φερειπείν, και η Καριδάδ, ταμένοι στον επαναστατικό αγώνα, βλέπουν με κατάπληξη τη σοβιετική ένωση να εγκαταλείπει την Ισπανία στους φρανκιστές, και αργότερα να υπογράφουν το σύμφωνο φιλίας και μη επίθεσης με τον Χίτλερ (ένα σύμφωνο με τους φασίστες!/ο Στάλιν ξέρει τι κάνει!). Δεν επιτρέπουν όμως στον εαυτό τους να νιώσουν προδομένοι. Η έκρυθμη κατάσταση ωθεί τον Ζακ/Ραμόν να αφοσιωθεί ακόμα πιο φανατικά στο ρόλο του, που είναι να ανέχεται τον τροτσκιστικό φανατισμό της άσχημης και φορτικής Σίλβιας και να τη δεσμεύει ερωτικά, σε βαθμό που κι εκείνη να μην πιστεύει την καλή της τύχη (έτρεμε, κάθε μέρα που ήταν μακριά του, από φόβο μήπως εκείνο το δώρο εξ ουρανού χανόταν κι εκείνη επέστρεφε στη μοναξιά της άσχημης και χωρίς προσδοκίες τριαντάρας).
Αντίστοιχα κι ο Τρότσκι, φυλακισμένος στο Γαλάζιο Σπίτι (μετά από τις «αταξίες» του με τη Φρίντα Κάλο) βιώνει άλλου είδους δράμα: πρώτα πρώτα καταρρακώνεται καθώς ενημερώνεται για τις ανελέητες δίκες του Στάλιν, τις απίστευτες επιθέσεις εναντίον  της αλήθειας, εναντίον του κι εναντίον των στελεχών του ίδιου του Κόμματος (με τον Γεζόφ, είχε ξεχαστεί η προπαγάνδα σχετικά με την υπεροχή της σοβιετικής αναμόρφωσης των εγκληματιών και τα αποκαλούμενα γκούλαγκ είχαν μεταραπεί σε στρατόπεδα συστηματικής εξόντωσης, όπου οι φυλακισμένοι ήταν αναγκασμένοι να δουλεύουν μέχρι θανάτου ή δολοφονούνταν, σε αριθμούς που δεν είχαν προηγούμενο στην ιστορία/όμως η τρομοκρατία του Γεζόφ δεν ήταν τόσο παράλογη και νοσηρή όσο αυτά που έβλεπε τώρα ο κόσμος (…)για παράδειγμα ξένοι κομμουνιστές που είχαν καταφύγει στη Μόσχα κι «έπαιζαν το παιχνίδι του εχθρού» είχαν εκτελεστεί ή είχαν σταλεί στα στρατόπεδα του θανάτου/το ποσοστό των Εβραίων που είχαν καταδικαστεί ήταν πάλι αξιοσημείωτο). Δουλεύει ακατάπαυστα για τη διεξαγωγή μιας… αντι-δίκης όπου ελπίζει να «λάμψει η αλήθεια». Ευχάριστο διάλειμμα αποτελεί και η επίσκεψη Αντρέ Μπρετόν, που τον ξεσηκώνει για τη δημιουργία μιας Διεθνούς Ομοσπονδίας Επαναστατών Καλλιτεχνών. Οι ατέλειωτες συζητήσεις για σουρεαλισμό, πρωτοπορία, λογοτεχνία παρατίθενται στο βαθμό που να διεγείρουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη, ενώ εκπλήσσει το γεγονός ότι ο Τρότσκι ήταν ενάντια στο πατρονάρισμα  της τέχνης (ο Τ. επέμενε ότι δεν έπρεπε να γίνεται δεκτός κανένας περιορισμός, τίποτα που να επιτρέπει την αποδοχή των στρεβλώσεων που μια δικτατορία μπορούσε να επιβάλει στον δημιουργό με το πρόσχημα της πολιτικής ή ιστορικής αναγκαιότητας).
Γρήγορα όμως τον κατακυριεύει πάλι η απαισιοδοξία και καταλαβαίνει ότι το σατανικό σχέδιο του Στάλιν είναι να μετατρέψει τις λίγες φιγούρες από το παρελθόν που εξακολουθούσαν να συνοδεύουν την πορεία του, όχι πια σε υποταγμένους κομπάρσους στα ψέματά του, αλλά σε συνενόχους στην εγκληματική του μανία. Όποιος δεν ήταν θύμα, ήταν συνένοχος ή, ακόμα περισσότερο, θα ήταν δήμιος. Ο Τρότσκι έχει επίγνωση ότι, όταν ολοκληρωθεί η εκκαθάριση της παλιάς ηγεσίας των μπολσεβίκων, η ζωή του θα έχει πάψει να είναι χρήσιμη για τον Στάλιν.
Ο θάνατος του γιου του, Λιόβα, σε αδιευκρίνιστες συνθήκες βάζει το μαχαίρι στο κόκαλο (ο θάνατος του παιδιού, σε όποιο λόγο και να οφειλόταν, έμοιαζε να συνδέεται περισσότερο με τη μοίρα του πατέρα του παρά με τη δικιά του∙ ήταν άμεση συνέπεια της ζωής και των πράξεων του γονιού του. Ξέρει τώρα στα σίγουρα ότι τον περιμένει κι η δική του σειρά. Άλλωστε υπάρχει μια απόπειρα εναντίον του από ομάδα αντιτροτσκιστών Μεξικάνων (πολύ θα εξυπηρετούσε τους σταλινικούς να φαίνεται ότι ήταν θύμα μεξικανικού φανατισμού), μάλιστα υπήρξε η φήμη ότι κι ο ίδιος ο Ριβέρα πυροβόλησε. Τέλος, ο άλλος γιος, ο Σεριόζα, βρίσκεται σύμφωνα με πληροφορίες φίλων στις φοβερές φυλακές Μπουτίρκι, στη Μόσχα (μέρος χειρότερο από τον έκτο κύκλο της κόλασης), όπου δεν λύγισε μεν αλλά είναι γνωστό ότι από κει μέσα κανένας  δε γλυτώνει…  

Οι επισκέψεις της Σίλβια στον Τρότσκι γίνονται σχεδόν καθημερινές εφόσον αντικαθιστά την απούσα γραμματέα, και οδηγός του αυτοκινήτου είναι ο Ραμόν, που στην αρχή παραμένει στην αφάνεια, απλός συνοδός της Σίλβια, χωρίς ενδιαφέρον για την πολιτική. Το παιχνίδι που στήνεται της γάτας με το ποντίκι είναι ίσως γνωστό, αλλά αποδίδεται και με απίστευτη παραστατικότητα. Ο «Ζακ Μορνάρ» γνωρίζεται σιγά σιγά με πρόσωπα δευτερεύοντα του σπιτιού, αποκτά φιλικές σχέσεις με φίλους του Τ., μελετά τις κινήσεις του με προσοχή, εξοικειώνεται με το χώρο και επιλέγει το όπλο του, ένα πιολέ (σαν τσεκούρι) αναρρίχησης… Υπάρχουν και πισωγυρίσματα, εξαιτίας της τύχης κάποιων συνεργατών του μυστικού σχεδίου. Σε μια κρίση ανάσχεσης του σχεδίου, ο Ραμόν συνειδητοποιεί ότι έχει επιλεγεί για ένα από τα σχέδια δολοφονίας, που ίσως ακυρωθεί. Αυτή η ματαίωση γίνεται αβάστακτη και αναλαμβάνει πρωτοβουλία  να προχωρήσει.
Ένα υποτιθέμενο άρθρο που έγραψε ο Ραμόν και ζήτησε από τον Τρότσκι να το διορθώσει ήταν η αφορμή για να συναντηθούν κατά μόνας∙ ένα άρθρο τόσο αξιοθρήνητο που χρειάστηκε και δεύτερη συνάντηση, ενώ η πρώτη λειτούργησε ως πρόβα τζενεράλε. Η παραστατικότητα της περιγραφής της μέρας της δολοφονίας, 20 Αυγούστου 1940, σού κόβει την ανάσα. Αυτό που δεν είναι γνωστό είναι ότι ο Ραμόν σώθηκε χάρη στον ίδιο τον Τρότσκι, που καθώς ψυχορραγούσε, επέμενε να μην σκοτώσουν τον δολοφόνο του (απαιτώντας από τους σωματοφύλακες να πάψουν να χτυπάνε, αφού ήταν απαραίτητο να τον αναγκάσουν να μιλήσει). Και, ασφαλώς, δεν αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως δολοφόνο, αλλά ως ήρωα.

Requiem

Έτσι ονομάζεται το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, όπου ο συγγραφέας πάλι μας εκπλήσσει. Αφηγητής εδώ είναι ένας φίλος του Ιβάν, στον οποίο είχε εμπιστευτεί όλη την υπόθεση καθώς και τους δισταγμούς του να γράψει την ιστορία, και που μετά τον απροσδόκητα οδυνηρό θάνατο του Ιβάν βρήκε τα χειρόγραφά του. Το εύρημα αυτό μου φάνηκε στην αρχή υπερβολικό, αλλά φαίνεται ότι στο ρέκβιεμ του ο συγγραφέας ήθελε να περιλάβει και τον ίδιο τον –πλαστό- συγγραφέα, δίνοντας ίσως μια διάσταση, αν όχι του «θανάτου του συγγραφέα», της σχετικότητας που συνοδεύει την αφήγηση.
Το τέλος του Ιβάν ήταν επίσης και το τέλος του κόσμου μου και του τέλους τόσων ανθρώπων με τους οποίους μοιραστήκαμε τον τόπο και την εποχή μας, λέει ο τελευταίος, ανώνυμος Κουβανέζος αφηγητής. Όπως γράφει και ο ίδιος ο Ιβάν στα χειρόγραφα που βρέθηκαν, το σίγουρο ήταν ότι διαβάζοντας και γράφοντας για το πώς είχε διαστραφεί η μεγαλύτερη ουτοπία που είχε ποτέ ο άνθρωπος, καταδυόμενος στις κατακόμβες μιας ιστορίας που έμοιαζε με έργο ανθρώπων μεθυσμένων από την εξουσία, τη λαχτάρα για ιστορική υπέρβαση (…) ήμουν πεισμένος ότι η άσκηση διάσωσης μιας μνήμης εντέχνως εξαφανισμένης είχε μεγάλη σχέση με την ευθύνη μου για τη ζωή, ή για να το πω καλύτερα, τη ζωή μου: αν η μοίρα μου με είχε κάνει θεματοφύλακα μιας ιστορίας απάνθρωπης και παραδειγματικής, το καθήκον που είχα ως άνθρωπος ήταν να τη διατηρήσω, να την πάρω μακριά από το παλλιροϊκό κύμα της λήθης.
Κάτι που και ο ίδιος ο –πραγματικός(!) – συγγραφέας, λέει στο σημείωμα του τέλους:
«Θέλησα να πραγματευτώ τη διαστροφή της ουτοπίας του 20ου αι., αυτής της διαδικασίας στην οποία πολλοί επένδυσαν τις ελπίδες τους και τόσοι από μας έχουμε χάσει όνειρα, χρόνια, ακόμα και αίμα και ζωή».
Χριστίνα Παπαγγελή




[1] Ο Λέον Τρότσκι αγαπά κι αυτός ιδιαίτερα τα σκυλιά. Όμως, ο «άνθρωπος που αγαπά τα σκυλιά» είναι ο Ραμόν, ο μυστηριώδης αφηγητής της ιστορίας, της οποίας θεματοφύλακας ορίζεται ο Ιβάν που τη συνέγραψε.
[2] Ο Στάλιν βράβευσε την Καριδάδ για τη συμμετοχή της στη δολοφονία του Τρότσκι, σύμφωνα με τη wiki- pedia
[3] Το σημαντικό δίλημμα της στιγμής ήταν: πόλεμος με επανάσταση ή πόλεμος με νίκη αλλά χωρίς επανάσταση;
[4] Αντρέου Νιν: ηγέτης του POUM, του τροτσκιστικού κόμματος της Ισπανίας

6 σχόλια:

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ είπε...

Καλημέρα, Χριστίνα.
Βρίσκομαι κι εγώ συχνά σε έναν εσωτερικό διάλογο για την έκταση των βιβλιοπαρουσιάσεών-μου.
Ήδη τα δικά-μου είναι συχνά μεγάλα, κι αυτό νομίζω ότι είναι μείον-μου.
Αλλά και τα δικά-σου δεν πάνε πίσω, αφού εκτείνονται σε πολλές πολλές παραγράφους.
Αναρωτιέμαι αν η ψηφιακή σφαίρα επιτρέπει τέτοιες πολυτέλειες.
Με ειλικρίνεια
Πατριάρχης Φώτιος

Χριστίνα Παπαγγελή είπε...

Αγαπητέ Πατριάρχη,
πόσο δίκιο έχεις! αφού σκεφτόμουν να βάλω ένα πλαίσιο όπου θα ζητούσα συγνώμη από τους αναγνώστες...
Αλλά πρέπει να ομολογήσω ότι το βλέπω λίγο εγωιστικά... Δε μ ενδιαφέρει ο αναγνώστης, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δε γράφω γι αυτόν, κι ας με συγχωρέσει! Το ζήτημά μου είναι κρατήσω τεκμηριωμένα όσα θα θελα να θυμάμαι και όσα μου "έδωσε"ένα βιβλίο. Και σ αυτό το βιβλίο, βγήκαν λίγο πολλά...
Ναι, το κριτήριό μου είναι προσωπικό... (ίσως πάλι φταίει ότι εγώ χαλαλίζω το χρόνο μου για μεγάλες αναρτήσεις)

MAFALDA είπε...

Ποτέ δεν χαλαλίζεται χρόνος αν πρόκειται για τόσο, μα τόσο τεκμηριωμένες αναγνώσεις σαν τις δικές σας.

Χριστίνα Παπαγγελή είπε...

Ευχαριστώ, Μαφάλντα, να σαι καλά! μου δωσες την ευκαιρία και να γνωρίσω το ΠΟΛΥ αξιόλογο δικό σου μπλογκ! θα τα λέμε....

Χριστίνα Παπαγγελή είπε...

http://www.avgi.gr/article/542239/leonardo-padoura-an-o-anthropos-papsei-na-oneireuetai-enan-kalutero-kosmo-tote-einai-entelos-ittimenos

bucanero είπε...

Για την ιστορία το "Λεονίντ Έιντιγκτον" δεν ήταν ψευδώνυμο του Ραμόν αλλά του Κοτόφ