Τρίτη, Μαΐου 01, 2012

Το όνειρο του Κέλτη, Μάριο Βάργκας Λιόσα

Οι απίστευτες περιπέτειες και η τραγική προσωπικότητα  του Ρότζερ Κέισμεντ, υπαρκτού προσώπου, είναι το βασικό θέμα του πρόσφατου μυθιστορήματος του Μάριο Βάργκας Λιόσα, κι επομένως διαβάζοντάς το μπαίνουμε στην καρδιά της αποικιοκρατίας στις αρχές του 20ου αιώνα.

Ο Ρότζερ Κέισμεντ, Ιρλανδός στην καταγωγή, ήταν ένας από τους πρώτους Ευρωπαίους που ερεύνησαν και αποκάλυψαν τις φρικαλεότητες των αποικιοκρατών στο Βελγικό Κονγκό και στις χώρες του Περουβιανού Αμαζονίου.  Πέρα απ’ αυτό, προς το τέλος της σύντομης ζωής του αναμείχτηκε ενεργά στον ιρλανδικό αγώνα εναντίον των Βρετανών, κάνοντας το μοιραίο λάθος όμως να πολεμήσει τον βρετανικό ιμπεριαλισμό στο πλευρό των Γερμανών κατά τη λεγόμενη «Πασχαλινή εξέγερση» του 1916, επιδιώκοντας την ίδρυση ανεξάρτητου ιρλανδικού κράτους. Αυτό το γεγονός ήταν και η υπογραφή της καταδίκης του. Παράλληλα, το ίδιο αυτό στοιχείο ίσως προκαλεί και το ξεχωριστό ενδιαφέρον στο βιβλίο αυτό, που λόγω της πρωτότυπης δομής του (κεφάλαιο παρά κεφάλαιο η εναλλαγή δύο διαφορετικών αφηγήσεων σε άλλο χρονικό επίπεδο), δείχνει εξαρχής ότι η εξιστόρηση δεν είναι μια ακόμα ιστορία καταγραφής των θηριωδιών σε βάρος των ιθαγενών της Αφρικής και της Αμερικής, αλλά πρόκειται για ένα πολιτικό βιβλίο με την ευρεία σημασία της λέξης, όπου τίθενται διαχρονικά οι έννοιες της εκμετάλλευσης, του ανθρωπισμού, της πατρίδας, του ανθρώπου ως πολιτικού όντος κ.α.
Παρότι πρόξενος των βρετανών, ο Κέισμεντ είχε επαφή και με την ιρλανδική παράδοση και ιστορία, κυρίως μέσω της ιστορικού Άλις Στόπφορντ Γκρην που του συμπαραστάθηκε μέχρι τις τελευταίες του στιγμές στη φυλακή και του εμφύσησε την αγάπη στις παραδόσεις και τους θρύλους της Ιρλανδίας, την «κελτική περηφάνεια». Ως μέντορας και πνευματική οδηγός του, τον μύησε στον αγώνα για αυτοδιάθεση της Ιρλανδίας αρχικά (“Home rule movement”/ κίνημα για καθεστώς αυτονομίας) και στη συνέχεια στις πιο ριζοσπαστικές θέσεις των εθνικιστών που ζητούσαν πλήρη ανεξαρτησία. Έτσι ο Κέισμεντ συνδέεται με την ιρλανδική Λίγκα, που προωθεί την ιρλανδική γλώσσα και κουλτούρα (αγώνας με νόημα, δεδομένου ότι μέχρι τότε μόνο έξι βιβλία είχαν εκδοθεί στα ιρλανδικά!!!), κι έχει σύνθημα «Σιν Φέιν» (= εμείς μόνοι).

Το έργο είναι δομημένο σε δυο χρονικά επίπεδα. Το «σήμερα» είναι τοποθετημένο στο 1916, και βρίσκουμε τον Ρότζερ πεταμένο σ’ ένα κελί των φυλακών Πέντονβιλ στο Λονδίνο, καταδικασμένο σε θανατική ποινή, να προσδοκά αίτηση χάριτος. Μαθαίνουμε ότι οι κατηγορίες δεν αφορούν μόνο εσχάτη προδοσία προς τη Βρετανική αυτοκρατορία (συμμετοχή στον απελευθερωτικό αγώνα των Ιρλανδών), αλλά και «αίσχη» στην ιδιωτική του ζωή, που αποκαλύφθηκαν μέσα από προσωπικά του ημερολόγια (τα «μαύρα ημερολόγια», των οποίων η αυθεντικότητα αμφισβητείται μέχρι σήμερα).
Το δεύτερο επίπεδο είναι τοποθετημένο λίγα χρόνια πίσω, το 1903, όταν ο Ρότζερ αποφασίζει να μπαρκάρει για την Αφρική ως Βρετανός πρόξενος. Ήδη από είκοσι χρονών και ορφανός από μητέρα, είχε εγκαταλείψει τη δουλειά που του είχαν βρει οι θειοι του και είχε αρχίσει, με τον ενθουσιασμό και το πάθος του εξερευνητή, τα ταξίδια στην Αφρική. Αποστολή του τώρα είναι να συντάξει μια έκθεση σχετικά με την κατάσταση των ιθαγενών στο Ελεύθερο Κράτος του (Βελγικού) Κονγκό στις ζούγκλες και τις φυλές του Μέσου και Άνω Κονγκό. Στις περιοχές αυτές η  εκμετάλλευση αφορούσε το καουτσούκ, το «μαύρο χρυσό», και υπήρχαν ήδη καταγγελίες για αίσχη που διαπράττονταν κατά των ιθαγενών από τους Βέλγους[1], που ήταν οι «νόμιμοι» κάτοχοι μιας μεγάλης περιοχής της γης αυτής ήδη από το 1896[2] και σύμμαχοι των Βρετανών (οι οποίοι με τη σειρά τους ανταγωνίζονταν τους Γερμανούς).

Παρακολουθούμε με ενδιαφέρον εξερευνητή το οδοιπορικό του Κέισμεντ πρώτα στο Βελγικό Κονγκό (σύντομη σύγκριση της Λεοποντβίλ με τη λιγότερο ασφυκτική Μπραζαβίλ, πρωτεύουσα του γαλλικού Κονγκό), την προετοιμασία του ποταμόπλοιουHenry Reed και το ταξίδι προς το εσωτερικό της χώρας. Πέρα όμως από το ταξιδιωτικό ενδιαφέρον, τα ιστορικά στοιχεία και οι λεπτομέρειες γεγονότων που λίγο ως πολύ βέβαια είναι γνωστά σήμερα, συναρπάζουν, συγκινούν και ευαισθητοποιούν. Από τις πρώτες κιόλας μέρες του ταξιδιού, όσο απομακρυνόμαστε από την πρωτεύουσα, είναι όλο και περισσότερο εμφανή τα σημάδια βασανισμού των ιθαγενών από τους Ευρωπαίους  εκμεταλλευτές (μαστίγιο, ακρωτηριασμοί, χεριών και γεννητικών οργάνων, εκβιασμοί παντός είδους, φόρτος εργασίας πέρα από την ανθρώπινη αντοχή, παιδική κακοποίηση, βασανισμός γυναικών, διεστραμμένα βασανιστήρια κλπ).  Κάθε χωριό ήταν επιφορτισμένο να παραδώσει ορισμένη ποσότητα τροφίμων ή πρώτων υλών ή καουτσούκ, κι αν οι κάτοικοί του δεν κατάφερναν να ανταποκριθούν στην καθορισμένη ποσόστωση, βασανίζονταν. Στο κέντρο κάθε χωριού υπήρχε ένας ειδικός χώρος βασανισμού, το maison dotages, όπου η κατάσταση είναι απαράδεκτη. Ο Ρότζερ επιδιώκει την επαφή με όλο και περισσότερους ανθρώπους (κρατικούς υπαλλήλους, αποίκους, επιστάτες, ιθαγενείς κλπ.) και ενημερώνεται για τις αδικίες και τα εγκλήματα, νιώθοντας βέβαια ανήμπορος να βοηθήσει, πέρα από το να ενημερώσει τις βρετανικές αρχές. Κρατά σημειώσεις σε άπειρες καρτέλες και σημειωματάρια, με το φόβο μήπως χάσει όλα αυτά τα χαρτιά. Χάνει όμως τον ύπνο του, την όρεξη για φαγητό, την σωματική και ψυχική του υγεία.
Αργότερα, όταν εκείνο το ταξίδι είχε τελειώσει, κι αυτός έγραψε την έκθεσή του κι έφυγε από το Κονγκό, και τα είκοσι χρόνια στην Αφρική έγιναν μόνο μια ανάμνηση, ο Ρ. είπε μέσα του πολλές φορές ότι αν υπήρχε μία και μόνη λέξη που να ήταν η ρίζα όλων των φρικτών πραγμάτων που συνέβαιναν εδώ, η λέξη αυτή ήταν απληστία.
(…)
Έκλεινε τα μάτια του και σ’ έναν ιλιγγιώδη ανεμοστρόβιλο εμφανίζονταν ξανά και ξανά εκείνα τα εβένινα κορμιά με τις κοκκινωπές ουλές σαν φιδάκια  που έσκιζαν τις πλάτες, τους γλουτούς και τα πόδια τους, τα κολοβωμένα χέρια των παιδιών και των γέρων, τα κάτισχνα πρόσωπά τους σκελετωμένα, από τα οποία έμοιαζε να είχε χαθεί η ζωή, το λίπος, οι μύες, αφήνοντάς τους μόνο το δέρμα, το κρανίο κι εκείνη τη μόνιμη έκφραση ή γκριμάτσα που έδειχνε μάλλον απέραντη έκπληξη για όσα είχαν υποστεί παρά πόνο. Και ήταν πάντα τα ίδια, γεγονότα που επαναλαμβάνονταν ξανά και ξανά σε όλα τα χωριά και τους οικισμούς όπου πήγε ο Ρ. με τα σημειωματάρια, τα μολύβια και τη φωτογραφική του μηχανή.
Το χειρότερο όμως είναι ότι ο Ρότζερ συνειδητοποιεί ότι την οργή διαδεχόταν η απαισιοδοξία, τη θέληση να ολοκληρώσει τη δουλειά του το προαίσθημα ότι η έκθεσή του δε θα έχει κανένα αποτέλεσμα, γιατί, στο Λονδίνο, οι γραφειοκράτες του Υπουργείου Εξωτερικών και οι πολιτικοί της Υπηρεσίας της Αυτού Μεγαλειότητας θα αποφάσιζαν ότι δεν ήταν φρόνιμο να αποξενώσουν έναν σύμμαχο, όπως ο Λεοπόλδος Β΄, ότι η δημοσίευση μιας έκθεσης με τέτοιες σοβαρές κατηγορίες θα είχε αρνητικές συνέπειες για τη Βρετανία, καθώς θα ισοδυναμούσε με ενθάρρυνση του Βελγίου να πέσει στην αγκαλιά της Γερμανίας. Μήπως δεν ήταν τα συμφέροντα της αυτοκρατορίας πιο σημαντικά από τις θρηνητικές καταγγελίες μερικών ημίγυμνων αγρών και ανθρωποφάγων που λάτρευαν τα αιλουροειδή και τα φίδια;
Μια αστραπή ελπίδας ήταν η πληροφορία ότι ο δημοσιογράφος Έντμουντ Μορέλ, (ο μοναδικός Ευρωπαίος που έχει πλήρη επίγνωση της ευθύνης της Γηραιάς ηπείρου για τη μετατροπή του Κονγκό σε κόλαση) έχει ήδη κάνει σοβαρές καταγγελίες και πολύ αυστηρή κριτική στο Ελεύθερο Κράτος του Κονγκό. Ο Λιόσα αναφέρεται αρκετά εκτεταμένα στη σχέση του Κέισμεντ  με τον Μορέλ, εφόσον μαζί υλοποίησαν  την ιδέα της δημιουργίας του Ιδρύματος Ένωση για τη Μεταρρύθμιση του Κονγκό. Η ανταπόκριση ήταν μεγάλη. Ακόμα, είχε επαφή και με  τον Μπέρναρντ Σω αλλά και τον γνωστό συγγραφέα Τζόζεφ Κόνραντ, ο οποίος όμως, ενώ ανταποκρίθηκε στη μεταρρυθμιστική προσπάθεια του Κονγκό, δε φαίνεται να υποστήριξε τον ήρωά μας στη δίκη που τον οδήγησε στην καταδίκη.

Αντίστοιχη είναι και η κατάσταση στην Αμαζονία της Λατινικής Αμερικής όπου αποστέλλεται ο Κέισμεντ τον Αύγουστο του 1910, για να δώσει πάλι αναφορά σχετικά με την εκμετάλλευση των ιθαγενών που συλλέγαν καουτσούκ. Κι εδώ γίνεται παραστατικότατη περιγραφή, σχεδόν σαν να παρακολουθούμε στενά τις σημειώσεις του Ρότζερ. Ικίτος, Πουτουμάγιο, Μπαρμπάντος. Οι καταθέσεις των Μπαρμπαντίνων (όσων τολμούν να είναι ειλικρινείς) είναι κι εδώ συγκλονιστικές. Στα γνωστά μαρτύρια προστίθεται το μαρτύριο του κύφωνα (μεγάλο όργανο βασανισμού, pillory).
Οι υπεύθυνοι των Εταιρειών ασφαλώς νίπτουν τας χείρας τους, ενώ οι προσπάθειες εξέγερσης καταστέλλονται με διεστραμμένες μεθόδους. Οι τοπικές αρρώστιες διαδέχονται τις κρίσεις κατάθλιψης κι ο Ρ. νιώθει ότι το μυαλό του δεν είναι καθαρό.
Αργότερα, ο Ρ. θα θυμόταν αυτές τις οκτώ βδομάδες που πέρασε στο Ικίτος σαν ένα αργό ναυάγιο, σα μια διαδικασία βύθισης, χωρίς να έχει τις αισθήσεις του, σε ια θάλασσα από ίντριγκες, κραυγαλέα ψέματα ή ανατροπές, αντιφάσεις, έναν κόσμο όπου κανείς δεν έλεγε την αλήθεια, γιτί θα του δημιουργούσε έχθρες και προβλήματα ή, και πιο συχνά, επειδή οι άνθρωποι ζούσαν μέσα σ’ ένα σύστημα στο οποίο ήταν σχεδόν αδύνατο να διακρίνεις το ψέμα απ’ την αλήθεια, την πραγματικότητα από την απάτη. Έξερε από τα χρόνια του στο Κονγκό αυτό το αίσθημα απελπισίας σαν να είχε πέσει σε κινούμενη άμμο, σε λάσπη που τον κατάπινε και που οι προσπάθειές του τον μόνο ου έκανα ήταν να τον βουλιάζουν  ακόμα περισσότερο σ’ αυτήν την πηχτή ύλη που τελικά θα τον κατάπινε ολόκληρο. Έπρεπε να φύγει μια ώρα αρχύτερα από δω!
Η αφορμή δίνεται σύντομα εφόσον απ’ ό, τι φαίνεται κινδυνεύει πια η ζωή του: δεν θα κατάφερνε τίποτα, εκτός από το να τον σκοτώσουν και, ίσως, με σαδιστική απόλαυση, να χρησιμοποιούσαν ιδιαίτερα σκληρό τρόπο, όπως είχαν δει κατά την περιοδεία τους στις φυτείες του καουτσούκ. Ο Ρότζερ, όταν επιστρέφει πια στις ΗΠΑ, βιώνει τον ακόλουθο διχασμό: από τη μια δέχεται τιμές σαν επίσημος απεσταλμένος του βρετανικού στέμματος, που θα έπειθε την αυτοκρατορία να απαιτήσει από την περουβιανή κυβέρνηση τον τερματισμό του αίσχους του Αμαζονίου. Από την άλλη, ήταν ένας Ιρλανδός που ονειρευόταν την ανεξαρτησία της Ιρλανδίας. Θα μπορούσε να παρουσιαστεί στο Λευκό Οίκο (όπου έγινε δεκτός από τον πρόεδρο Ταφτ) ως ειδικός απεσταλμένος της νεοσύστατης δημοκρατίας της Ιρλανδίας.  
Στο διάστημα αυτό συντάσσει την έκθεσή του προς το Φορέιν Όφις. Σε μια κρίση εξάντλησης τελείωσε τη Γαλάζια Βίβλο  (Blue book) σχετικά με το Πουτουμάγιο, που δημοσιεύτηκε το 1912, προκαλώντας μεγάλο σάλο στην Ευρώπη, την Αμερική και κυρίως στη Βραζιλία, το Περού, την Κολομβία. Ακολουθεί η δημιουργία μιας ειδικής επιτροπής στη Βουλή των Κοινοτήτων, για τη διερεύνηση των ευθυνών της Εταιρείας Περουβιανού Αμαζονίου για τις ωμότητες στο Πουτουμάγιο. Κράτησε 15 μήνες και κλήθηκαν 27 μάρτυρες. Η «παράσταση» που έδωσε ο Ρότζερ μπροστά στα έκπληκτα μάτια των βουλευτών ήταν πολύ αποκαλυπτική: αναλυτικές περιγραφές των βασανιστηρίων, μαρτυρίες, φωτογραφίες, ντοκουμέντα εκατοντάδων σελίδων. Έδειξε πώς ξεζούμιζαν τους Ινδιάνους εργάτες, στους οποίους, για να τους έχει πάντα οφειλέτες, η εταιρεία πουλούσε επί πιστώσει , σε τιμές πολύ ψηλότερες απ’ ό, τι στο Λονδίνο, εργαλεία, σκεύη και μπιχλιμπίδια. Όλα αυτά αποτέλεσαν ένα σθεναρό κατηγορητήριο απέναντι στη βασική εταιρεία εκμετάλλευσης του καουτσούκ της περιοχής, του Χούλιο Αράνα. Οι καταθέσεις των μαρτύρων, με κορυφαία την κατάθεση του Ρότζερ, ήταν  μοιραίες για τις εταρείες αυτές που κατέρρευσαν εν μια νυκτί.

Τελικό στάδιο της πορείας του Κέισμεντ, η Ιρλανδία. Ο Λιόσα μας δίνει την ευκαιρία να δούμε "εκ των έσω" τις ιδιαιτερότητες και τις αντιφάσεις που βίωσαν οι Ιρλανδοί σ’ αυτή τη δύσκολη φάση της ιστορίας τους: τη λεπτή γραμμή που χώριζε τους μετριοπαθείς αυτονομιστές από τους εθνικιστές (ο Χέρμπερτ Ουόρντ ποτέ δεν πήρε σοβαρά τη σταδιακή στροφή του Ρότζερ προς τον εθνικισμό. Συνήθιζε να τον κοροϊδεύει, με τον τρυφερό του τρόπο, προειδοποιώντας τον κατά του σατέν πατριωτισμού –σημαίες, ύμνοι, στολές- ο οποίος, όπως του έλεγε, εκπροσωπούσε πάντα μια κάποια οπισθοδρόμηση προς τον επαρχιωτισμό, τη στενομυαλιά και τη διαστρέβλωση των οικουμενικών αξιών). Ο ρομαντισμός της Πασχαλινής εξέγερσης, που πέτυχε την ανεξαρτησία της Ιρλανδίας για μια βδομάδα αλλά πνίγηκε στο αίμα κι έστειλε στο βρετανικό ικρίωμα τους πρωταγωνιστές της -όπως ήταν ο Πιρς, ο Κόνολι,  ο Κλαρκ, ο Πλάνκετ (αναδεικνύοντάς τους βέβαια σε σύμβολα ηρωισμού), δίχασε τους Ιρλανδούς αλλά κι ενδυνάμωσε το πνεύμα της αντίστασης. Η πιστή σύντροφος του Ρότζερ, η Άλις, του περιγράφει πολύ παραστατικά αυτές τις στιγμές ελευθερίας μέσα στο κελί του.
Όμως εκείνος είναι καταδικασμένος από τις δυνάμεις της αντίφασης της ιστορίας. Δυνάμεις που τις αναστοχάζεται τις άπειρες ώρες του εγκλεισμού του, δίνοντας ένα υπαρξιακό περιεχόμενο  καθώς βρίσκεται υπό τη σκια του θανάτου. Το «κέλτικο όνειρό του», το όραμα μιας ελέυθερης Ιρλανδίας  δε θα ζήσει για να το δει να πραγματοποιείται.  

Ο Ρ.Κ. αφαιρέθηκε. Κοίταζε το μικρό παράθυρο με τα κάγκελα στον τοίχο. Έβλεπε μόνο ένα μικροσκοπικό τετράγωνο γκρίζου ουρανού και σκεφτόταν το μεγάλο παράδοξο: δικάστηκε και καταδικάστηκε επειδή μετέφερε όπλα για μια απόπειρα βίαιης απόσχισης της Ιρλανδίας, και, στην πραγματικότητα, είχε κάνει εκείνο το τόσο επικίνδυνο και ίσως παράλογο ταξίδι από τη Γερμανία ως τις ακτές του Τραλί, προσπαθώντας να αποφύγει αυτήν την εξέγερση, για την οποία, από τότε που έμαθε ότι είναι στα σκαριά, ήταν σίγουρος ότι θα αποτύγχανε. Να ήταν έτσι όλη η ιστορία; Αυτή που μάθαιναν στο σχολείο; Αυτή που γράφεται από τους ιστορικούς; Ένα λίγο πολύ ειδυλλιακό κατασκεύασμα, ορθολογικό και συνεκτικό, για κάτι που στη σκληρή και ωμή πραγματικότητα ήταν ένα χαώδες μίγμα από σχέδια, πιθανότητες, ίντριγκες, ατυχήματα, συμπτώσεις, πολλαπλά συμφέροντα, τα οποία είχαν προκαλέσει αλλαγές, ανακατατάξεις, πρόοδο και οπισθοδρόμηση, πάντα απρόσμενες και εκπληκτικές σε σχέση με όσα περίμεναν και βίωναν οι πρωταγωνιστές τους.

Χριστίνα Παπαγγελή



[1] Βασιλιάς ο Λεοπόλδος Β΄ και το Ελεύθερο Κράτος του Κονγκό το «μακιαβελλικό δημιούργημά του». Ο Ανταμ Χότσιλντ, συνιδρυτής του περιοδικού Mother Jones και καθηγητής της Δημοσιογραφίας στο Berkeley, χρησιμοποιεί ένα πλήθος πηγών για να περιγράψει τις απίστευτες βιαιότητες που διαπράχθηκαν στο έδαφος της χώρας που αποτελεί σήμερα τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό: μεταξύ 1885 και 1908 πέντε ως οκτώ εκατομμύρια Αφρικανοί που ήταν υποχρεωμένοι να συλλέγουν καουτσούκ για λογαριασμό του βέλγου βασιλιά Λεοπόλδου Β' πέθαναν από τις επιδημίες, την πείνα και την αποικιακή βία. Το Ελεύθερο Κράτος του Κονγκό, με έκταση 76 φορές μεγαλύτερη από αυτήν του Βελγίου, αποτελούσε προσωπικό φέουδο (ή μάλλον προσωπική εταιρεία) του Λεοπόλδου. Τα εγκλήματα του ιδιωτικού στρατού του βέλγου μονάρχη στην περιοχή, τονίζει ο συγγραφέας, είναι «διαστάσεων Ολοκαυτώματος»· ενός ολοκαυτώματος όμως που αγνοήθηκε από μελετητές, περιθωριοποιήθηκε στα ιστορικά βιβλία και τελικά λησμονήθηκε. Ο Χότσιλντ πιστεύει ότι τα όσα υπέφερε το ίδιο το Βέλγιο από τους ναζιστές συνέβαλαν αποφασιστικά σε αυτή τη συλλογική αμνησία.
[2] 250.000 χιλιόμετρα γης πλούσιας σε καουτσουκόδενδρα παραχωρήθηκαν στις ιδιωτικές εταιρείες με σκοπό να τις εκμεταλλευτεί ο ίδιος ο μονάρχης, ο Λεοπόλδος Β΄, Η προσωπική αποικία του Λεοπόλδου είχε έκταση 2,5 εκατ. τετραγωνικών χιλιομέτρων, διασχιζόταν από 2.700 χιλιόμετρα πλωτών ποταμών και διέθετε εκπληκτικούς φυσικούς πόρους: ελεφαντόδοντο, φοινικέλαιο, ξυλεία και χαλκό. Και πάνω από όλα στο Κονγκό κατοικούσαν 10.000.000 άνθρωποι που επρόκειτο να κληθούν να συμβάλουν στην «οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη» της περιοχής.
[3] Τα εγκλήματα των ανθρώπων του Λεοπόλδου έγιναν γνωστά στη Δύση χάρη στη δράση τριών Ευρωπαίων: του ιρλανδού διπλωμάτη Ρότζερ Κέισμεντ, του πολωνού συγγραφέα Γιόσεφ Κόνραντ και του γάλλου επιθεωρητή φορτίων πλοίων Εντμουντ Μορέλ. Οι τρεις, με τη βοήθεια βρετανών ιεραποστόλων, αποτέλεσαν την αιχμή του δόρατος μιας διεθνούς εκστρατείας εναντίον του Λεοπόλδου, την πρώτη εκστρατεία υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην ιστορία του 20ού αιώνα. Οι μεταρρυθμιστές αυτοί συγκέντρωσαν μαρτυρίες και δημοσιοποίησαν τις σφαγές και τους ακρωτηριασμούς που διαπράττονταν από τους υπαλλήλους του Λεοπόλδου. Ο Χότσιλντ υπογραμμίζει τη μεγάλη σημασία της τεχνολογίας αναφερόμενος στις σύγχρονες επικοινωνίες που οι ακτιβιστές χρησιμοποίησαν για να μεταβιβάσουν το μήνυμά τους στην Ευρώπη: ο τηλέγραφος και οι φωτογραφίες ακρωτηριασμένων Αφρικανών έπαιξαν ουσιαστικό ρόλο στην κινητοποίηση της δυτικής κοινής γνώμης. Χάρη στις πιέσεις της τελευταίας, συμπεραίνει ο συγγραφέας, ο βασιλιάς Λεοπόλδος υποχρεώθηκε να παραδώσει το 1908 τον έλεγχο του Ελεύθερου Κράτους του Κονγκό στη βελγική κυβέρνηση.

3 σχόλια:

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ είπε...

Εξαιρετικό μυθιστόρημα γραμμένο απο έναν έξοχο συγγραφέα. Η αποικιοκρατία όχι με τη φτηνή καταγγελτική ματιά αλλά και η Ιρλανδία μέσα στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Καλό μήνα
Πατριάρχης Φώτιος

ο δείμος του πολίτη είπε...

Αχ, μακάρι να είχα χρόνο μέσα σε εκλογές και με δύο παιδιά, για διάβασμα. Έχω μαζέψει τόσα για το καλοκαίρι που προτείνεις, που πρέπει να διαβάζω 8ωρα...

Χριστίνα Παπαγγελή είπε...

Βιβιοκαφέ και δείμε του πολίτη,
είναι πράγματι πάρα πολύ καλό βιβλίο, το καλύτερο του Λιόσα μαζί με τη "Γιορτή του τράγου" και -νομίζω- ένα από τα καλύτερα της εποχής.
Δείμε, τι ωραία να χεις ωραία βιβλία μπροστά σου για διάβασμα! φαντάσου να μην υπήρχε τίποτα που να σ' εμπνέει! Καλά ξεμπερδέματα λοιπόν με τις δουλειές!