Κυριακή, Νοεμβρίου 04, 2012

Το μυστήριο της τράπουλας, Jostein Gaarder


Αν το μυαλό μας ήταν τόσο απλό που να μπορούμε να το καταλάβουμε
τότε θα ήμασταν τόσο χαζοί, που πάλι δε θα μπορούσαμε να το καταλάβουμε

Απίστευτα τρυφερό και γοητευτικό κι αυτό το βιβλίο του Γκάαρντερ, πάνω στο αγαπημένο του -απ’ ό, τι φαίνεται- μοτίβο: η σχέση ενός πατέρα (που έχει φιλοσοφικές ανησυχίες) με τον έξυπνο έφηβο γιο του, ενώ η μητέρα τούς έχει εγκαταλείψει εδώ και χρόνια «για να βρει τον εαυτό της» (η μαμά ήθελε να ταξιδέψει και να δει τον κόσμο, για να βρει τον εαυτό της. Και ο πατέρας και γω συμφωνούσαμε μαζί της: η μάνα ενός τετράχρονου αγοριού πρέπει να βρει επιτέλους τον εαυτό της. Θέλαμε, μάλιστα, να την υποστηρίξουμε στην προσπάθειά της. Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι γιατί έπρεπε να φύγει για να βρει τον εαυτό της). Με βάση αυτό το μοτίβο, ο Γκάαρντερ προχωρά βαθύτερα στις ανθρώπινες σχέσεις και στα βασικά φιλοσοφικά ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης.
        Παρακολουθούμε το συναρπαστικό ταξίδι του Χανς Τόμας και του πατέρα του από τη Νορβηγία μέχρι την Αθήνα -όπου εξαφανίστηκε και εργάζεται η μητέρα στο θέατρο- μέσα από την αφήγηση του νεαρού Χανς. Περιπέτειες, τοπία, αλλά κυρίως διάλογοι γεμάτοι χιούμορ, αγάπη και κατανόηση προς τον ανορθόδοξο φιλόσοφο πατέρα. Ξεχωρίζει η ευφυΐα αλλά και η σπάνια ευαισθησία που συναντά κανείς στα παιδιά. Ο χωρισμός του βιβλίου σε 53 κεφάλαια που αντιστοιχούν με τα χαρτιά της τράπουλας φαίνεται αρχικά διακοσμητικός. Άλλωστε ο ιδιόρρυθμος πατέρας είναι συλλέκτης, συλλέκτης μπαλαντέρ! Αγοράζει τράπουλες και κρατά τον μπαλαντέρ, ενώ η υπόλοιπη είναι άχρηστη!
          Φυσικά είχα αναρωτηθεί πώς και γιατί ο πατέρας μου καταπιάστηκε μ’ αυτό το αλλόκοτο χόμπι. Είχα δώσει μια εξήγηση: για κείνον οι μπαλαντέρ ήταν ό, τι είναι για άλλους ανθρώπους οι καρτ ποστάλ απ’ όλα τα μέρη του κόσμου∙ γιατί κι οι τράπουλες κατασκευάζονται σε διάφορες χώρες. Το ότι είχε διαλέξει τους μπαλαντέρ κι όχι κάποιο άλλο χαρτί της τράπουλας, αυτό ήταν εύκολο να το καταλάβω. (…) Το ενδιαφέρον του πατέρα για τους μπαλαντέρ είχε ωστόσο κι ένα βαθύτερο λόγο πέρα από αυτήν την πρακτική λογική του: κατά βάθος, το ζήτημα ήταν πως ο πατέρας μου θεωρούσε και τον ίδιο του τον εαυτό κατά κάποιον τρόπο ως μπαλαντέρ. Μόνο που σπάνια το ομολογούσε ευθέως. Αλλά εγώ το ήξερα πως μέσα στην τράπουλα κρατούσε για τον εαυτό του το ρόλο του μπαλαντέρ.   

          Το παραμυθιακό στοιχείο όμως που σχετίζεται με το συμβολισμό των τραπουλόχαρτων εισβάλλει τόσο έντεχνα, που η πραγματικότητα κάποια στιγμή συγχέεται με τη φαντασία και την αλληγορία. Η ιστορία του μικροσκοπικού βιβλίου που διαβάζει κρυφά κάθε βράδυ ο Χανς με τη βοήθεια μεγεθυντικού φακού, καταλαμβάνει όλο και μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου αλλά και του ενδιαφέροντος του αναγνώστη, έως ότου η πλοκή αρχίζει να αφορά τα πρόσωπα της πραγματικότητας.
          Τα πρώτα στοιχεία παραμυθιού είναι ο περίεργος νάνος στο Χωριό που δίνει τον φακό στον Χανς, αλλά και το ίδιο το μικροσκοπικό Χωριό. Τίποτα όμως μέχρι στιγμής «υπερφυσικό». Ο φούρναρης στο επόμενο χωριό δίνει ένα σταφιδόψωμο στον Χανς, μέσα στο οποίο βρίσκεται το μυστικό, μικρό βιβλιαράκι. Το βιβλίο συντροφεύει τον Χανς σ’ όλη τη διαδρομή προς την Αθήνα και μαζί του το διαβάζουμε κι εμείς. Πρόκειται για το δεύτερο εγκιβωτισμό, εφόσον όλο το βιβλίο αποτελεί αφήγηση του κατώτερου αξιωματικού του Γ΄ Ράιχ, του Λούντβιχ, στο «γιο του» εν έτει 1946, λίγο μετά δηλαδή τον Β’ Παγκόσμιο (άσε με να σε λέω γιε μου. Κάθομαι εδώ δα και γράφω την ιστορία της ζωής μου γιατί ξέρω ότι κάποια μέρα θα έρθεις από το Χωριό. Ούτε κι εσύ ο ίδιος δε θα ξέρεις γιατί θα έχεις έρθει. Εγώ όμως ξέρω ότι θα έρθεις στο Χωριό για να συνεχίσεις την ιστορία του Μαγικού Νησιού και της πορφυρής γκαζόζας). Ο Λούντβιχ καταφεύγει στον φούρναρη του Χωριού, τον Άλμπερτ Κλάγκες, ο οποίος έχει με τη σειρά του ενδιαφέρουσες ιστορίες να αφηγηθεί στον Λούντβιχ με πρωταγωνιστή τον παλιό φούρναρη, τον Χανς, που τον περιμάζεψε ορφανό και τον μεγάλωσε (πάλι το μοτίβο απούσας μάνας και σχέσης παιδιού με «πατέρα»). Τέλος, ο… ίδιος ο Χανς αφηγείται την παράξενη ιστορία του, και την ιστορία της πορφυρής γκαζόζας, του μαγικού «φίλτρου»  δηλαδή, που δίνει ενέργεια και δύναμη αλλά του οποίου δεν έχουν μείνει παρά ελάχιστες σταγόνες. Γυρνάμε τώρα πίσω, σχεδόν 200 χρόνια, εφόσον ο Χανς είναι γεννημένος το 1811. Είναι γιος φούρναρη, αλλά αποφασίζει να γίνει ναυτικός. Ένα ναυάγιο τον ρίχνει στο μαγικό λαβυρινθώδες νησί με μια και μοναδική τράπουλα στην τσέπη (συνέχισα την περιπλάνησή μου όλη μέρα. Συνάντησα δάση, κοιλάδες και οροπέδια. Μόνο τη θάλασσα δε μπόρεσα να ξαναβρώ. Είχα την αίσθηση πως είχα χαθεί σ’ έναν τόπο μαγικό, σε ένα είδος ανάποδου λαβύρινθου, όπου οι διάδρομοι δε σκόνταφταν ποτέ σε κάποιο τοίχωμα/στο καράβι συνηθίζαμε πολύ να παίζουμε χαρτιά. Και γω είχα πάντοτε μια τράπουλα στην τσέπη μου. έτυχε λοιπόν και το μόνο πράγμα που έσωσα ήταν μια γαλλική τράπουλα).
          Κι από δω ξεκινά το μυστήριο της τράπουλας. Τα όντα που συναντά ο Χανς από δω και πέρα είναι χαρτιά της τράπουλας και η συνάφεια με τον τίτλο κάθε κεφαλαίου γίνεται όλο και πιο στενή. Κάθε χρώμα έχει μια ιδιότητα (π.χ. τα μπαστούνια είναι μαραγκοί). Η φαντασία ξεφεύγει σε δρόμους παραμυθένιους, αλλά όλα θα μπορούσαν να ερμηνευτούν σα ν μια εκτεταμένη παραίσθηση που δημιούργησε η τρομερή μοναξιά του ναυαγού Φρόντε, στις αρχές του 19ου αι. (Έτσι, με το πέρασμα των χρόνων δημιούργησα πενήντα δύο αόρατα πρόσωπα που κατά κάποιο τρόπο ζούσανε μαζί μου/συνέχισα λοιπόν να μιλάω με τους αόρατους φίλους μου και σε λίγο μου φάνηκε πως κι εκείνοι άρχισαν να μου απαντούν). Με μερικά από τα χαρτιά της τράπουλας ανέπτυξε ιδιαίτερες σχέσεις, ένιωθε π. χ. έναν… κρυφό έρωτα με τον Άσο Κούπα! Η σύλληψη του συγγραφέα είναι βέβαια ότι τα πλάσματα του δημιουργού αυτονομήθηκαν κάποια στιγμή, μεταπήδησαν στην… πραγματικότητα (-ή μήπως είχα απομακρυνθεί εγώ από την πραγματικότητα; κι αυτό αγαπημένο θέμα του Γκάαρντερ) και ανέπτυξαν δική τους προσωπικότητα, απρόβλεπτη και αυτοαναφορική (Άσε Κούπα, ψιθύρισα!/Σήκωσε ευθύς τα μάτια, με κοίταξε και ήρθε προς το μέρος μου. με αγκάλιασε και μου είπε: «Ευτυχώς που με βρήκες, Φρόντε. Σ’ ευχαριστώ πολύ. Τι θα έκανα χωρίς εσένα;/Η ερώτησή της ήταν απολύτως δικαιολογημένη. Χωρίς εμένα δε θα έκανε τίποτα. Αλλά αυτό δεν το ήξερε. Και δεν πρέπει ποτέ να το μάθει. Τα χείλια της ήταν κόκκινα και λαχταριστά).

          Κεντρικό επεισόδιο στην πλοκή από δω και πέρα είναι η γιορτή του μπαλαντέρ, γιατί μέσα από τον μπαλαντέρ, που είναι ξεχωριστός, διαφορετικός, γίνεται η ανατροπή/εξέλιξη. Ο μπαλαντέρ, έχει μια ιδιαίτερη σημασία, όπως είδαμε άλλωστε, και για τον πατέρα, κι αυτό διατυπώνεται ρητά και σε ένα συναρπαστικό διάλογο με τα γιο του.  Ο μικρός τρελός, όπως λέει ο Φρόντε,  είναι ο μόνος στο νησί που τολμά να φέρει αντίρρηση. Δεν είχα μπροστά μου ένα χαρτί, αλλά ένα αληθινό πρόσωπο. Κατά κάποιο τρόπο χάρηκα. Ίσως ο Μπαλαντέρ μπορούσε με τον καιρό να γίνει πραγματικός σύντοφος, συνομιλητής αντάξιός μου.  Ο Μπαλαντέρ διαφέρει από τους άλλους κι έχει επίγνωση, θέτει «υπαρξιακά ερωτήματα» όπως:   ποιος είμαι; γιατί είμαι μπαλαντέρ; Από πού ήρθα και πού πηγαίνω;  
          Ο διάλογος του μπαλαντέρ με τον δημιουργό του –Φρόντε-  παραπέμπει σε διάλογο θεού ανθρώπου, κι η προφανής αναλογία δε χαλάει τη μαγεία γιατί δεν είναι προβλέψιμη, αντίθετα είναι γοητευτική και συγκινητική (-Τι θα έλεγες αν σου’λεγα ότι εγώ έπλασα κι εσένα κι όλους τους άλλους νάνους στο χωριό; (…) Με τρεμάμενα χείλη μού αποκρίθηκε: «Τότε δεν θα είχα άλλη επιλογή, καλέ μου Κύριε. Θα έπρεπε να προσπαθήσω να σε σκοτώσω, για να βρω την αξιοπρέπειά μου».

        Η γιορτή του Μπαλαντέρ

          Τα πενήντα δύο χαρτιά της τράπουλας αντιστοιχούν στις 52 βδομάδες του χρόνου, και η μέρα που περισσεύει είναι η μέρα του μπαλαντέρ (η μέρα αυτή δεν ανήκει σε κανένα μήνα, σε καμιά βδομάδα). Η φαντασία του Φρόντε όρισε ώστε αυτή τη μέρα να παίζουν όλοι ένα καταπληκτικό παιχνίδι, το παιχνίδι του Μπαλαντέρ: κάθε χαρτί σκέφτεται και λέει μια φράση, κι ο μπαλαντέρ ανακατεύει τη σειρά τους ώστε να προκύπτει μια ιστορία. Το ανακάτεμα της τράπουλας ξαναχτίζει μια καινούρια ιστορία, μοναδική και σημαδιακή, που αφηγείται ουσιαστικά την ιστορία των δυο ταξιδιωτών.  Από δω και πέρα η μοίρα του Χανς και του πατέρα του συνυφαίνεται με τη μοίρα των αφηγητών του μικρού βιβλίου, ενώ παράλληλα φτάνουν στην Αθήνα και βρίσκουν την -εξίσου αλαφροΐσκιωτη- μάνα. Οι τελευταίες σελίδες είναι γεμάτες συμπτώσεις που αποκαλύπτουν χαμένες συγγένειες (ο Χανς είναι εγγονός του Λούντβιχ, όπως κι ο Χανς του βιβλίου ήταν εγγονός του Φρόντε) και το ρίξιμο της τράπουλας ελευθερώνει φαντασία, που ικανοποιεί τα ερωτήματα των μικρών αναγνωστών στους οποίους βασικά απευθύνεται το βιβλίο.

Χριστίνα Παπαγγελή 

1 σχόλιο:

Fan είπε...

Βιβλίο που διάβασα πριν χρόνια και το έχω προτείνει άπειρες φορές... Και πως βρέθηκα σήμερα εδώ? Ψάχνοντας κάτι να μου το θυμίσει. Και κόλλησα... Θα σε παρακολουθώ.