Τρίτη, Ιουνίου 27, 2017

Η κρύπτη των Καπουτσίνων, Joseph Roth

Η αγάπη στην Παλιά Αυτοκρατορία και η κατάρρευση της πολυεθνικής Αυστροουγγαρίας των Αψβούργων είναι πάλι το θέμα του νοσταλγού του παρελθόντος  Γιόζεφ Ροτ, που στο βιβλίο αυτό συμπληρώνει κατά κάποιο τρόπο το αριστουργηματικό «Εμβατήριο του Ραντέτσκι», δίνοντας όμως αυτή τη φορά κάτι πιο ευσύνοπτο, πιο ανάλαφρο και συγκροτημένο.  Τα δυο βιβλία άλλωστε επικοινωνούν εσωτερικά, εφόσον ο κύριος πρωταγωνιστής στην «Κρύπτη των Καπουτσίνων» ανήκει κι αυτός στη σλοβενική οικογένεια Τρόττα, που για τρεις γενιές πρωταγωνίστησαν στο Εμβατήριο του Ραντέτσκι.
Ο γνωστός φιλομοναρχισμός του Ροτ  βρίσκεται και πάλι στο παρασκήνιο, και αναρωτιέται κανείς, όπως και στην περίπτωση του Σελίν, τι είναι αυτό που κάνει αυτούς τους τόσο συντηρητικούς ιδεολογικά λογοτέχνες (ο Σελίν μάλιστα ήταν και απαράδεκτα σφοδρός αντισιμίτης) να υπερβαίνουν με το γράψιμό τους την αντιδραστική και  κοντόφθαλμη πολιτική τους στάση. Και δεν είναι βέβαια το «λογοτεχνικό γράψιμο», η τεχνική, τα καλολογικά στοιχεία οι εύστοχες ωραίες διατυπώσεις!!!  Είναι ότι στη βαθύτερή του ουσία, το περιεχόμενο αυτονομείται, έρχεται σε αντίθεση με την οπισθοδρομική (φασιστική στην περίπτωση του Σελίν) πολιτική επιλογή, σα να υπονομεύει, σα να σαρκάζει από μέσα (π.χ. ενώ ο αφηγητής- ήρωας εκφράζει απερίφραστα την αγάπη του για τον παλιό κόσμο, λέει: μόνο αυτός (ο Χοζνίτσκι) ήταν σε θέση να υπερνικήσει την πανάρχαιη, παραδοσιακή και τόσο αποτελεσματική αντίσταση που ήταν ικανοί να προβάλουν οι υπάλληλοι της αυστριακής αυτοκρατορίας: με απειλές, με τη βία, με πονηριά και δόλο, με τα όπλα δηλαδή ενός παλαιού κι από καιρό βουλιαγμένου κόσμου, του δικού μας). Έτσι, στην περίπτωση τουλάχιστον του Ροτ, μπαίνουμε στην καρδιά ενός κόσμου που καταρρέει, και συνειδητοποιούμε με ποιον τρόπο ακριβώς αυτός ο πολυδιασπασμένος (σε έντεκα εθνότητες) κόσμος κρατιόταν στέρεος από έναν μύθο, τον ρομαντικό μύθο του απόλυτου μονάρχη. Φαίνεται άλλωστε ξεκάθαρα, σε πολλά σημεία του κειμένου, μια κοινωνική ευαισθησία που εντοπίζει τις κοινωνικές ανισότητες σαφώς υπέρ των φτωχών τάξεων (στους βιεννέζους συνομήλικους του ο αφηγητής αναφέρεται με τον χαρακτηρισμό: βουτυρόπαιδα της κακομαθημένης, της πολυτραγουδισμένης βασιλικής και αυτοκρατορικής μας πόλης, που σαν λαμπερή πλανεύτρα αράχνη καθόταν θρονιασμένη στη μέση του πελώριου μαυροκίτρινου ιστού της και ρουφούσε ασταμάτητα δύναμη και χυμούς και λάμψη από τις χώρες της επικράτειάς της. Με τους φόρους που πλήρωνε ο φτωχός μου ξάδερφος, ο καστανάς Γιόζεφ Μπράνκο Τρόττα από το Σιπόλιε. Με τους φόρους που πλήρωνε ο φουκαράς Εβραίος αμαξάς Μάνες Ράιζινγκερ από το Ζλότογκροντ κλπ κλπ). Ο Ροτ αναδεικνύει με πάθος όλες αυτές τις εθνικές ομάδες που πιστεύει ότι «συντηρούν γενναιόδωρα την Αυστρία». Γράφει μάλιστα χαρακτηριστικά: όσο πιο φτωχοί, τόσο πιο γενναιόδωροι. Τόση στέρηση, τόσος πόνος –θυσία, χάρισμα και δώρο, με τη θέλησή τους, σαν να’ ταν κάτι αυτονόητο. Χωρίς αυτή την απίστευτη κι ασταμάτητη αυτοθυσία το Κέντρο της Μοναρχίας δεν θα’ χε αναγνωριστεί από τον κόσμο όλο ως η πατρίδα της χάρης, της χαράς και του πνεύματος.
Η ρομαντική αυτή αντίληψη βασίζεται σ’ ένα γεγονός που φαίνεται πολύ ξένο στη δική μας -ελληνική- κουλτούρα, αλλά απ’ ό, τι φαίνεται χαρακτήριζε όλους αυτούς τους υπήκοους του αυστροουγγρικού/γερμανικού κράτους: η υπακοή στο Κράτος, η προσήλωση στον βασιλιά. Η προσήλωση του Ροτ άλλωστε  στο ρομαντικό ιδεώδες είναι συνειδητή και καταγεγραμμένη (αν και δεν παραδέχεται αυτούς τους «ξεπερασμένους χαρακτηρισμούς», αλλά «αν κάποιος επιμένει να τους ασπάζεται…»): πιστεύω και το’ χω διατυπώσει πολλές φορές ότι ο λεγόμενος ρεαλιστής άνθρωπος στέκει πάντα σαν πύργος κλειστός στη μέση του κόσμου τούτου, σαν τσιμεντένιο τείχος δίχως χαραμάδες. Ενώ αυτός που τον λέμε ρομαντικό, μοιάζει με κήπο ανοιχτό, όπου η αλήθεια μπαινοβγαίνει όποτε θέλει και της αρέσει…
Επίσης, ο συντηρητισμός του Ροτ περιορίζεται στην εμμονή του στη μοναρχία των Αψβούργων, ενώ δεν φαίνεται πουθενά αντίστοιχη προσήλωση στη θρησκεία (ο Σέρβους μάλιστα δηλώνει άθεος) και φαίνεται και αρκετά ενημερωμένος ως προς το γυναικείο κίνημα που μόλις είχε αρχίσει να ξυπνά.

Ο ήρωάς μας λοιπόν, ο Φραντς Φερντινάντ (καθόλου τυχαίο το όνομα Φραγκίσκος Φερδινάνδος, τον φωνάζουν μάλιστα «Σέρβους»!), μιλώντας σε μεταγενέστερο χρόνο σε α΄ενικό, μάς μεταφέρει το πνεύμα της μεταιχμιακής αυτής εποχής, της μετάβασης από το μεγαλείο στην παρακμή, από την εποχή των πολυεθνικών αυτοκρατοριών -όπου η αφοσίωση στον αυτοκράτορα «ενώνει» τις διαφορές-  στους εθνικισμούς του 20ου αιώνα.  Μέσα από την αφήγηση του νεαρού αφελούς αριστοκράτη, διατρέχουμε την περίοδο από τα πρόθυρα του Α’ παγκοσμίου πολέμου (δεν έχει ακόμη πεθάνει ο Φραγκίσκος Ιωσήφ)  στην προσάρτηση της Αυστροουγγαρίας στη Γερμανία[1]  μετά την επικράτηση του ναζιστικού κόμματος.
 Έχει ιδιαίτερη σημασία ότι η σλοβενική οικογένεια Τρόττα κατάγεται από το Σιπόλιε (ένα χωριό της Ανατολικής Γαλικίας που δεν υπάρχει πια), και όπου κοντά βρίσκεται η ιδιαίτερη πατρίδα του συγγραφέα. Δεν είναι τυχαίο που η πατριδολατρία του συγγραφέα έχει επίκεντρο την αυστροουγγρική περιφέρεια, όχι τη Βιέννη (ποιος το τραγουδάει το «Ζήτω ο βασιλεύς»; Οι Σλοβένοι, οι Πολωνοί κι οι Ρουθένοι της Γαλικίας, οι Εβραίοι της Μπρατισλάβας, οι ζωέμποροι από την Μπάτσκα, οι μουσουλμάνοι απ΄ το Σεράγεβο, οι καστανάδες του Μόσταρ… (…) Η καρδιά της Αυστρίας  δεν είναι το κέντρο, είναι η περιφέρεια). Έχει επίσης σημασία που όλες αυτές οι εθνότητες (Σλοβένοι, Ρουμάνοι, Κροάτες, Σέρβοι, Ρουθένοι, Βόσνιοι, Σουαβοί, Σάξονες) υποφέρουν κάτω από τον ζυγό των Μαγυάρων (Ούγγρων), κατά μία έννοια, ενώ όλοι, ακόμα και οι Εβραίοι της Γαλικίας της εποχής θαυμάζουν τους Γερμανούς (όπως κι ο ίδιος ο Ροτ, που ήταν Εβραίος και φανατικός αντιναζιστής βέβαια- όπως όλοι οι φιλομοναρχικοί, αλλά θαυμαστής της γερμανικής κουλτούρας). Ο Ροτ μέσα απ’ τους ήρωές του σκιαγραφεί όλες τις αντιθέσεις με τις αποχρώσεις τους, όπως το ότι την εποχή εκείνη τουλάχιστον, οι αριστοκράτες δεν μισούσαν ακόμη τους Εβραίους, αλλά ο αριστοκρατικός αντισημιτισμός είχε γίνει μόδα για τους θυρωρούς, τους μικροαστούς, τους καπνοδοχοκαθαριστές, τους ταπετσέρηδες/ήταν αδύνατον και για την κοινωνία, στην οποία ανήκα, να περιφρονεί έναν Εβραίο  -απλούστατα επειδή τον περιφρονούσε ήδη ο θυρωρός μου).

 Ο Σέρβους είναι ανιψιός του ήρωα του Σολφερίνο (του παππού Τρόττα  που στα νιάτα του έσωσε τη ζωή του Φραγκίσκου Ιωσήφ στο άλλο βιβλίο), αλλά δε φαίνεται να έχει πολλές σχέσεις με την οικογένεια του θείου του.  Έχοντας πάρει ως κληρονομιά από τον «αντάρτη και πατριώτη» πατέρα του -που πέθανε νέος- την ιδεολογία του υπέρ των Σέρβων  (ονειρευόταν ένα σλαβικό βασίλειο, υπό την κυριαρχία των Αψβούργων. Ονειρευόταν μια τριπλή μοναρχία, Αυστριακών, Ούγγρων και Σλάβων, άλλωστε δεν είναι τυχαίο που τον γιο του τον ονόμασε Φραγκίσκο Φερντινάντο), ζει στη Βιέννη κάτω από τη σκιά μιας μητέρας αριστοκράτισσας, περιχαρακωμένης, παγερής, αυστηρής (εγώ, όμως ένιωθα σε όλη μου τη ζωή ένα είδος ιερής ντροπής για τη μητέρα μου, κάτι σαν δέος, που προτιμούσα ωστόσο να το καταπνίγω/διαισθανόμουν ότι η μητέρα μου μιλούσε τόσο λίγο μαζί μου επειδή δεν ήθελε να της πω πράγματα για τα οποία θα ήθελε να με μαλώσει). Αυτή την παγερή οικογενειακή ατμόσφαιρα την βλέπουμε και στο Εμβατήριο του Ραντέτσκι, με τον πατέρα να πρωταγωνιστεί αυτή τη φορά και θεωρείται απόλυτα φυσιολογικά εσωτερικευμένος ο σεβασμός, η υπακοή και η πειθαρχία. Στην «Κρύπτη των Καπουτσίνων» ο συγγραφέας ανατέμνει όχι μόνο τη σχέση του ήρωά του με τη χήρα μάνα, αλλά και με τη μάνα που γερνάει.
Ίσως αυτό που μας κάνει να ξεχνάμε τον ιδιότυπο πατριωτισμό-φιλομοναρχισμό του Ροτ είναι ότι δεν αγνοεί την ταξική διάκριση της κοινωνίας, αντίθετα οι κοινωνικές του επισημάνσεις και η διεισδυτικότητά του στα κοινωνικά στρώματα είναι απαράμιλλη. Η προτίμηση του Σέρβους στις συναναστροφές με επαρχιώτες είναι εμφανής  και την εκδηλώνει ανοιχτά στη συμπάθειά του στον ξάδερφό του Γιόζεφ Μπράνκο (γεωργό το καλοκαίρι, καστανά τον χειμώνα που γύριζε όλο το χρόνο τις επαρχίες, αλλά κυρίως απατεωνίσκο) σε τέτοιο βαθμό, που νιώθει άσχημα να τρώει π.χ. για πρωινό κρουασάν με καφέ όταν ο ξάδερφός του –κατά τις σλοβενικές συνήθειες- έτρωγε σούπα με πατάτες (καθώς ρουφούσε τη σούπα του έμοιαζε να μ’ έχει ξεχάσει τελείως. Αφοσιωμένος, παραδομένος στο αχνιστό πιάτο που κρατούσε στα λεπτά του δάχτυλα, έδινε την εικόνα ανθρώπου που σέβεται την όρεξή του και τη θεωρεί αίσθηση ευγενική∙ ανθρώπου που δεν πιάνει το κουτάλι στα χέρια του, απλώς και μόνο επειδή του φαίνεται πιο ευγενικό να τρώει τη σούπα του απευθείας απ’ το πιάτο. Ναι, βλέποντάς τον να ρουφάει έτσι τη σούπα, μου φάνηκε ακατανόητη αυτή η γελοία επινόηση των ανθρώπων, το κουτάλι). Όλα όσα έχει  Σλοβένος ξάδερφος τον μαγεύουν, κι όταν γνωρίζει τον φίλο του Εβραίο αμαξά από το Ζλότογκροντ, φιλοξενείται εκεί λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος κι όλα τον ενθουσιάζουν (ήμουν τότε νέος και μου άρεσαν τα πάντα. Ήμουν νέος). Γι’ αυτό κι όταν έφτασε η ώρα της επιστράτευσης, έκανε τα αδύνατα δυνατά για να καταταγούν οι τρεις μαζί στο 35ο Σύνταγμα Εθνοφρουράς. Κι εκεί φαίνεται να προτιμά τους αξιωματικούς που δεν είναι τα παραχαϊδεμένα παιδιά της Βιέννης, αλλά γιοι μαστόρων, ταχυδρόμων, χωροφυλάκων, μικροκτηματιών και απλών κολλίγων.
Έτσι, μπορούμε να πούμε ότι ο Σέρβους βιώνει μια αντίθεση, τον αριστοκρατικό, κουρασμένο κόσμο της Βιέννης από τη μια, που χαρακτηρίζεται από την πλήξη των νεαρών φοιτητών (τον καιρό εκείνο, λίγο πριν τον Μεγάλο Πόλεμο, ήταν της μόδας μια ειρωνική έπαρση, μια αυτάρεσκη παραδοχή της λεγόμενης «παρακμής», μια μισοαληθινή και μισοπροσποιητή υπερβολική κούραση, μια αναίτια πλήξη) κι απ’ την άλλη την αγάπη στην επαρχία, όπου αναγνωρίζει το «πνεύμα τη Παλιάς Μοναρχίας (κάτι απέραντο και πολύχρωμο κι όμως γνώριμο και οικείο). Βλέπει τους συντρόφους του, τα παραχαϊδεμένα παιδιά της Βιέννης ως άκακα, ανόητα, αφελή παιδιά που η αφέλειά τους άγγιζε τα όρια της γελοιότητας. Η ανέμελη ατμόσφαιρα της Βιέννης στις παραμονές του πολέμου και η άμυαλη νιότη (που έβρισκε τη θλίψη το ίδιο σαγηνευτική με το γλέντι και τη χαρά) κάνουν τον ήρωα να ακολουθήσει τον συρμό και λίγο πριν στρατευτεί να παντρευτεί, κάτι που το συνήθιζαν όλοι πριν πάνε στον πόλεμο παρόλο που αυτοί οι ανέμελοι φίλοι του της Βιέννης, τον έρωτα τον θεωρούσαν παραστράτημα, τον αρραβώνα αποπληξία και το γάμο ανίατη ασθένεια. Έτσι παντρεύεται 16 μόνο ώρες πριν φύγει για τον στρατό χωρίς καμιά όρεξη για γάμο, ούτε για αναπαραγωγή! Γιατί άραγε; Ο γάμος μας έκανε να δείχνουμε πιο ευγενείς απ΄ όσο ήμασταν ήδη χάρη στη θυσία μας. Ο γάμος έκανε το θάνατο λιγότερο επικίνδυνο, λιγότερο φριχτό.
Είναι γνωστή, από τους διαλόγους του με τον Τσβάιχ, η απέχθεια του συγγραφέα στην ψυχολογία και την ψυχανάλυση (από την εισαγωγή στην αγγλική έκδοση, του Michael Hofmann: οι θεωρίες και η πρακτική του Φρόυντ ήταν για κείνον άχρηστες). Έλεγε μάλιστα «Τα πάθη και τα πιστεύω είναι μπερδεμένα στα μυαλά και στις καρδιές των ανθρώπων. Ψυχολογική συνέπεια δεν υπάρχει». Κι όμως  η περιγραφή προσώπων και χαρακτήρων προδίδει βαθιά γνώση και αγάπη σε τόσο διαφορετικούς τύπους ανθρώπων, πέραν του ότι η γλαφυρότητα και η ειρωνική απόσταση της διατύπωσης γαργαλάει κυριολεκτικά τον αναγνώστη (ήταν άνθρωπος πράος και μου’ δειχνε ευγνωμοσύνη για κάθε ευγενική ματιά που του χάριζα. Μου άρεσε το γέλιο του, τα γερά κάτασπρα δόντια του, που άστραφταν κάτω απ’ το κοντό κορακάτο μουστάκι του, και τα μάτια του που έμοιαζαν σπίθες όταν τα μισόκλεινε/ με την πυκνή μαύρη γενειάδα του, αντικριστά στον ήλιο που μόλις ανέτελλε, με τη χοντροκομμένη πουκαμίσα του, με τα’ αχτένιστα σγουρά μαλλιά του, έμοιαζε δάσος παρθένο, άνθρωπο πρωτόγονο, κομμάτι της προϊστορίας, κάτι που είχε μπερδευτεί κι είχε ξεμείνει πολύ πέρα από το χρόνο του το σωστό, ένας θεός ήξερε γιατί). Χαρακτηριστικό είναι κι ότι η περιγραφή δεν γίνεται για την περιγραφή, που κι αυτό είναι θεμιτό και σύνηθες, αλλά εξυπηρετεί συνήθως μια πιο πολύπλοκη αναγκαιότητα (π.χ. τα ανοιχτόχρωμα, σχεδόν δίχως τσίνορα μάτια του, που έμοιαζαν ανίκητα από ύπνο, νύστα, κούραση, με κοίταζαν απόμακρα, ξένα, σαν να μας χώριζε το γυαλί μιας ολόκληρης απεραντοσύνης. Όχι θλιμμένα πάντως, όχι. Ήταν πιο πέρα από τη θλίψη. Ήταν απελπισμένα). Και οι ψυχολογικές πινελιές είναι αξεπέραστες… (με πλημμύρισε τρυφερότητα, η προδοτική, μοιραία, αντρική τρυφερότητα).
Αλλά και οι συνθήκες που περιγράφει ο αφηγητής είναι τραγελαφικές, και το ύφος είναι ανάλογο –απολαυστικό ακόμα κι όταν περιγράφει  απίθανες ή αβάσταχτες καταστάσεις (π.χ. οι παπάδες εκείνες τις μέρες δούλευαν το ίδιο γρήγορα με τους φουρνάρηδες, τους κατασκευαστές όπλων, τους σιδηροδρομικούς υπαλλήλους και τους ράφτες που έραβαν τις στολές του στρατού). Αρχικά καταπιάνεται με το μάλλον μπερδεμένο καθήκον του εντοπισμού του 35ου Συντάγματος.  Άλλωστε, η εμπόλεμη υπηρεσία του Σέρβους κρατά ελάχιστο χρόνο. Με την πρώτη μάχη οι τρεις τους πιάνονται αιχμάλωτοι των Ρώσων, όπου η απολαυστική αφήγηση συνεχίζεται (πρόθυμα δέχομαι τη μοίρα του αιχμαλώτου –όχι, όμως, κι εκείνη του αφηγητή της αιχμαλωσίας) μέσα από απίστευτες καταστάσεις.
Γυμνός επιστρέφει σπίτι τα Χριστούγεννα του 1918, ο Σέρβους (το πηλήκιό μου ήταν γυμνό, του είχαν βγάλει τη ροζέτα. Κι εγώ γυμνός ήμουν. Γυμνές οι πέτρες, οι τοίχοι, οι στέγες. (…) Ήταν αξιοθρήνητο, αυτό μόνο. Ήταν το τέλος. Η προσγείωση στην πραγματικότητα της ήττας (θυμήθηκα το παλιό όνειρο του πατέρα μου, το όνειρο της τρπλής μοναρχίας –και την επιθυμία του –τι λέω; την απόφασή του να το πραγματοποιήσω εγώ) ήταν ανώμαλη και οι συνθήκες  που βρήκε όταν γύρισε (τη μάνα του και τη γυναίκα του, Ελίζαμπετ ) εξίσου απίθανες(η Ελίζαμπετ π.χ. έχει σχέση με μια γυναίκα!).
Ο πόλεμος είναι αυτός που σηματοδοτεί το τέλος της εποχής που νοσταλγεί ο Τρόττα/Ροτ. Άλλωστε και το σύμβολο της αυτοκρατορίας, ο Φραγκίσκος Ιωσήφ έχει πεθάνει. Αλλά η ταφόπλακα του ονείρου της «τριπλής μοναρχίας» ήταν η ήττα και η άνοδος του ναζισμού. Η γενιά του Σέρβους, οι νικημένοι στρατιώτες που ξεκίνησαν άμυαλοι έναν ηρωικό πόλεμο, γυρίζοντας στα σπίτια τους νιώθουν άδειοι, αγιάτρευτα στείροι, με παράλυτα λαγόνια, μια γενιά ταμένη του θανάτου, που ο θάνατος την είχε περιφρονήσει. Ο Ροτ μέσα απ’ τον ήρωά του αποχαιρετά με πολλή οδύνη μια ολόκληρη ιστορική περίοδο (φτάσαμε ν’ αγαπούμε ακόμα και την ίδια τη δυστυχία μας, όπως αγαπάει κανείς τον πιστό εχθρό του), και δεν είναι τυχαίο που στην τελευταία σκηνή, όταν η «νέα γερμανική λαϊκή κυβέρνηση»  έχει επικρατήσει, ο ήρωας καταφεύγει στην Κρύπτη των Καπουτσίνων, το σύμβολο της παλιάς αυτοκρατορίας.
Χριστίνα Παπαγγελή




[1] Από την wikipedia: Η Αυστροουγγαρία (γερμ. Österreich-Ungarn, ουγγρ. Osztrák–Magyar Monarchia), γνωστή επίσης ως Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία ή Δυαδική Μοναρχία, ήταν ένα διττό συνταγματικό μοναρχικό κράτος η έκταση του οποίου κάλυπτε όλη την Κεντρική Ευρώπη που διατηρήθηκε από το 1867 ως το 1918, όταν με τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου τo μεν πολίτευμά του καταλύθηκε, η δε έκτασή του κατακερματίστηκε. Όντας μία πολυεθνική αυτοκρατορία σε μία εποχή εθνικιστικού αναβρασμού, η πολιτική της ζωή κυριαρχήθηκε από εθνικιστικές διαμάχες ανάμεσα στις έντεκα κύριες εθνικές ομάδες (λαούς) που κατοικούσαν στα εδάφη της. Η οικονομική και πολιτική της ζωή χαρακτηρίστηκε από τη γρήγορη οικονομική ανάπτυξη και πολλές φιλελεύθερες και δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις. Οι Αψβούργοι βασίλευαν ως αυτοκράτορες της Αυστρίας στο δυτικό και βόρειο τμήμα της χώρας και ως βασιλείς της Ουγγαρίας στο Βασίλειο της Ουγγαρίας, που απολάμβανε ένα βαθμό αυτοκυβέρνησης και αντιπροσώπευσης στα κοινά ζητήματα (κυρίως εξωτερικές σχέσεις και άμυνα). Η ομοσπονδία είχε το πλήρες όνομα: «Τα Βασίλεια και οι Χώρες που Αντιπροσωπεύονται στο Αυτοκρατορικό Συμβούλιο και οι Χώρες του Ιερού Ουγγρικού Στέμματος του Αγίου Στεφάνου».

Σάββατο, Ιουνίου 10, 2017

Έθιμα ταφής, Hannah Kent

Δεν είναι μόνο η ατμόσφαιρα, ή η μεταφορά στο χωροχρόνο (Ισλανδία, ένας τόπος τόσο μακρινός και διαφορετικός -φτώχεια, παγωνιά, απομόνωση, σκληρή αγροτική ζωή-, στις αρχές του 19ου αιώνα) αυτά που μαγεύουν τον αναγνώστη αυτού του μικρού βιβλίου. Πρόκειται για μια συγκλονιστική ιστορία που βασίζεται στην πραγματικότητα της κοινωνικής ζωής της παράξενης αυτής χώρας, και δίνει αφορμή στην συγγραφέα να εμβαθύνει πάνω στις δυο οριακές καταστάσεις εγρήγορσης της ανθρώπινης συνείδησης, τον έρωτα και τον  θάνατο: η 33χρονη Άγκνες Μάγκνουστόντιρ, καταδικασμένη σε θάνατο για τη δολοφονία του εραστή της, όπως και οι δυο συνεργοί της, μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Κοπεγχάγης («θρίαμβο της δικαιοσύνης») δεν φυλακίστηκαν μέχρι την εκτέλεσή τους, όπως συνηθίζεται σε άλλες χώρες, αλλά μεταφέρθηκαν σε σπίτια Ισλανδών πολιτών για να  τους «φιλοξενήσουν» μέχρι να έρθει η αποφράδα μέρα (φαίνεται ότι ήταν κάτι που συνηθιζόταν στην μακρινή Ισλανδία, ελλείψει οικονομικών μέσων να συντηρούν φυλακές, ή να τους στείλουν στη Δανία όπου υπήρχαν δεσμωτήρια και φυλακές –εξ ου και ο τίτλος).  
Η δίκη έγινε το 1828, εποχή δηλαδή που η Ισλανδία βρισκόταν στη δικαιοδοσία της Δανίας[1], και βασίζεται σε πραγματικό γεγονός, πρόκειται δε για την τελευταία γυναίκα που εκτελέστηκε το 1830 στη χώρα, όπως επισημαίνει η Βιβή Γ.[2]. Όλα βέβαια γίνονται υπό την σκέπη της -λουθηρανικής- εκκλησίας. Ο νομαρχιακός επίτροπος Μπγιορν Μπλόνταλ διευθετεί τις λεπτομέρειες  της διαδικασίας: η οικογένεια  που θα δεχτεί τη «φόνισσα» στο σπίτι τους θα είναι η οικογένεια του νομαρχιακού υπαλλήλου Γιαν Γιόνσον στο αγρόκτημά τους στο Κορνσάου, ενώ την πνευματική της καθοδήγηση μέχρι το τέλος θα αναλάβει ο νεαρός εφημέριος Θόρβαδουρ Γιόνσον, αλλιώς Τότι. Όπως αποκαλύπτεται απ’ την αρχή, ο άπειρος Τότι είναι επιλογή της ίδιας της Άγκνες, ως μια απ τις ελάχιστες παραχωρήσεις τις κυβέρνησης προς τους κατάδικους. Η συγγραφέας παραθέτει όλα τα τυπικά έγγραφα που στήνουν την οργανωμένη δολοφονία/εκτέλεση (επιστολές του νομαρχιακού επιτρόπου, πρακτικά δίκης, κλπ) δημιουργώντας μια ανυπόφορη αντίθεση ανάμεσα στην ψυχρή λογική «απονομής δικαίου» και την απόγνωση του ανθρώπου που βλέπει τη ζωή του στην παγίδα του θανάτου (π.χ. ανατριχιαστική η επιστολή προς τον Κυβερνήτη για την κατασκευή του «πελεκιού», του κόστους κλπ ή για την ανεύρεση του δήμιου).
Το βασικό σκηνικό, λοιπόν,  είναι το αγρόκτημα του Γιον Γιόνσον, όπου διαμένουν οι δυο κόρες (είκοσι και εικοσιενός χρονών) και η γυναίκα του Μαργκρέτ και υποδέχονται με ποικίλα συναισθήματα (οργής, φρίκης, πανικού, αηδίας, φόβου, αλλά και περιέργειας και χριστιανικής καρτερίας) την εξαθλιωμένη Άγκνες, που όταν καταφτάνει είναι σε κατάσταση ζώου. Γρήγορα η συγγραφέας σκιαγραφεί τους διαφορετικούς χαρακτήρες των κοριτσιών, της αθώας και αφελούς Στέισι και της ξύπνιας αλλά καχύποπτης Λάουρα, της Μάργκρετ  όπου η ανθρωπιά κυριαρχεί εντέλει, του πατέρα όπως και κάποιων περίεργων γειτόνων. Όμως,  το κύριο βάρος πέφτει στην Άγκνες και τον νεαρό εφημέριο που, λόγω ηλικίας αλλά και χαρακτήρα, δεν εφαρμόζει τις συνήθεις αρτηριοσκληρωτικές μεθόδους και σιγά σιγά υιοθετεί τον ρόλο εξομολόγου-ψυχολόγου-ψυχαναλυτή. Οι δύσκολες συνθήκες μάλιστα στην αγροικία (χιόνι, αποκλεισμός)  αναγκάζουν τον Τότι κάποιες μέρες να παραμείνει στο κτήμα και να αφοσιωθεί ολόψυχα στην κατανόηση-συγχώρεση της ψυχής της Άγκνες.
Έτσι σιγά σιγά ο καθένας απ τους ήρωες προσαρμόζεται με τον δικό του τρόπο στην ανεπιθύμητη έως απειλητική επισκέπτρια, ενώ η ζωή και η φτώχεια στο αγρόκτημα κρύβει πολλά απρόοπτα και εντάσεις. Όμως αυτό που ταράζει τον αναγνώστη είναι  τα μικρά κεφάλαια εσωτερικού μονόλογου της Άγκνες, μικρά ποιητικά θραύσματα με αναφορές βέβαια στα γεγονότα, όπως εξελίσσονται καθώς περνά ο καιρός και πλησιάζει η εκτέλεση και όπου σιγά σιγά, καθώς η ηρωίδα μετέρχεται από την απάθεια του πληγωμένου/πεινασμένου ζώου σε ανθρώπινες συνθήκες, αρχίζει και αποκαλύπτει τον σύνθετο ψυχισμό της. Στον εφημέριο, αλλά κυρίως στον εαυτό της, στον προσωπικό της μονόλογο. Η ακραία συνθήκη στην οποία ζει η Άγκνες την οδηγεί και στην απογύμνωση από κάθε τι ανούσιο και περιττό, στην  αγάπη και εκτίμηση της ζωής αυτής καθαυτήν (ο ουρανός- τόσο γαλανός που σου’ ρχεται να κλαις). Η αντίθεση ανάμεσα στη ζωή στο δεσμωτήριο (πείνα, δίψα, σκοτάδι, βρώμα, ακαθαρσίες, δεμένα πόδια όπως κάνουν με τα άλογα, παγωνιά) και την καθημερινότητα σε μια κανονική οικογένεια πολλαπλασιάζει την ένταση των συναισθημάτων που διακυμαίνονται από την άκρα απελπισία στη ζωική χαρά (ένιωσα σα νεογέννητο μωρό/θα μπορούσα να κλάψω απ’ την ανακούφιση του φωτός/νιώθω ευγνωμοσύνη που ξαναγυρίζω στις κοιλάδες, όπου οι πέτρες υποχωρούν και τις σκεπάζει το χορτάρι. Νιώθω ευγνωμοσύνη, κι ας ξέρω ότι εκεί θα πεθάνω).
Η Άγκνες στην αρχή φοβάται και είναι κουμπωμένη (είμαι αποφασισμένη να κλειδαμπαρώσω τον εαυτό μου, να μην αφήσω τον κόσμο να μπει, να σφίξω την καρδιά μου και να κρατηθώ απ’ ό, τι δεν μου έκλεψαν ακόμα), όμως σιγά σιγά ελευθερώνεται και ξεδιπλώνει όλη την απίστευτη γκάμα, όλες τις αποχρώσεις που δίνει στον άνθρωπο το ερωτικό πάθος απ’ τη μια, και ο φόβος του θανάτου απ’ την άλλη. Η  Άγκνες θυμάται, νοσταλγεί αγαπά, απολαμβάνει, απελπίζεται. Και ανασυνθέτοντας  τη ζωή της προσπαθεί να ταξινομήσει τον κόσμο της και το παρελθόν.
Είναι μια πανέξυπνη γυναίκα, άξια και πολύ εργατική, που έχει γυρίσει πάρα πολλές πόλεις μέσα στα λίγα χρόνια που έζησε, σαν παραδουλεύτρα.  Όμως ο θάνατος την τριγυρίζει και αφήνει τα σημάδια του απ’ όταν ήταν πολύ μικρή.  Τα σπαραχτικά βιώματά της όταν έχασε  μικρή την ψυχομάνα (η πραγματική μητέρα την είχε εγκαταλείψει) την κάνουν να θέσει το τρομερό ερώτημα «Πάτερ, λες να βρίσκομαι εδώ που βρίσκομαι, επειδή ξεστόμισα αυτά τα λόγια, όταν ήμουν μικρή; Επειδή είχα πει, Θέλω να πεθάνω; Γιατί όταν το είπα, το εννοούσα. Σαν προσευχή ήταν. Τότε ήταν που έγραψα μόνη μου τη μοίρα μου;» Δεν πιστεύει στο θεό και δεν διστάζει να το πει στον εφημέριο, ο οποίος με τη σειρά του ακολουθεί έναν ανορθόδοξο -για την εκκλησία- δρόμο, τον δρόμο του «ευγενικού και συμπονετικού φίλου» (αντί της κατήχησης την… την ενθαρρύνω τώρα να μιλάει για το παρελθόν της. Για τη ζωή της. Αντί να της μιλάω εγώ, την αφήνω να μιλάει εκείνη σε μένα. Προσπαθώ να γίνω ακροατής, ένας τελευταίος ακροατής στη μοναχική αφήγηση της ιστορίας της ζωής της), πράγμα που αφήνει άναυδο τον νομαρχιακό επίτροπο!

Τον ένιωσα, ένιωθα την κάψα του, ένιωσα το κέντρο του πόθου του
Όσο προχωρά το βιβλίο, μεταφερόμαστε όλο και περισσότερο στην εσωτερική ζωή της Άγκνες, βιώνουμε μαζί της τον παθιασμένο έρωτα και την προδοσία που οδήγησε στην τραγωδία.  Τα λόγια της Άγκνες, αυτά που προσπαθούν να περιγράψουν την εξαιρετική (>εξαίρεση) προσωπικότητα του Νάταν και τη σχέση τους, έχουν την ακρίβεια της ποίησης και είναι λόγια εσωτερικά, με ακροατή τον ίδιο της τον εαυτό. Ο Νάταν ήταν αλλιώτικος, μοναδικός, τόσο γήινος αλλά και τόσο αλαφροΐσκιωτος, ένας μάγος- γιατρός, ένας ζωντανός μύθος. Κι εκείνη πίστεψε ότι ήταν μοναδική για τον Νάταν (κανείς δεν μπορεί να φανταστεί πώς ήταν η παρέα με τον Νάταν). Παίζαν, γελούσαν σαν παιδιά, κοιτάζαν τα αστέρια. Λέγαν τις πιο σκοτεινές τους σκέψεις, μιλούσαν για τον θεό που τον έχουν πλάσει οι άνθρωποι (Άγκνες. Μην κάνεις τάχα ότι διαφωνείς. Αυτός εδώ ο κόσμος υπάρχει μόνο. Και το ξέρεις/παριστάνεις πως δεν καταλαβαίνεις, αλλά με καταλαβαίνεις μια χαρά. Είμαστε ίδιοι εσύ κι εγώ. Βλέπουμε την αλήθεια όπως είναι/δεν ανήκεις σε τούτη την κοιλάδα Άγκνες. Είσαι αλλιώτικη. Δεν φοβάσαι τίποτα).
Στα στενά περιθώρια αυτής της ανάρτησης δεν θα αναφερθώ καθόλου στην προδοσία που άρχισε σιγά σιγά να διαρρηγνύει τη σχέση της Άγκνες με τον Νάταν, και που προκάλεσε ένα κύμα αντιφατικών συναισθημάτων χωρίς έλεγχο. Ούτε φυσικά στα γεγονότα των φόνων, όπως τα έζησε και μας τα περιγράφει η Άγκνες, απ΄τη δική της οπτική γωνία. Δεν θα αναφερθώ καν στις τελευταίες σελίδες όπου ζει κάτω απ’ το φάσμα του θανάτου καθώς πλησιάζουν οι τελευταίες στιγμές  και η συνείδηση έχει αρχίσει να βιώνει το άχρονο (δεν υπάρχει τελευταία κατοικία, δεν υπάρχει κηδεία, δεν υπάρχει ταφή, μόνο ένα ασταμάτητο σκόρπισμα, ένα ταξίδι που σπάει σε χίλια άλλα άσκοπα, ένα ταξίδι που σε πάει παντού χωρίς να σου προσφέρει δρόμο για να γυρίσεις σπίτι, αφού δεν υπάρχει σπίτι…/η σιωπή θα σε πάρει δική της, θα ρουφήξει τη ζωή σου στα μαύρα της νερά κλπ κλπ ), και όπου μόνο ο  παραληρηματικός λόγος μπορεί να αποδώσει  την  έσχατη απελπισία της «μη ζωής». Θα εστιάσω, τελειώνοντας, στο αίσθημα απόλυτης ένωσης  με τον Νάταν, στο βίωμα ενός απίστευτου έρωτα, όμως τόσο περαστικού και φευγαλέου∙ αυτό το μεθυστικό αίσθημα που αναπολεί ξανά και ξανά η Άγκνες, και που  -όπως κρίνω εγώ, δεν το λέει εκείνη- ίσως δικαιώνει τελικά το σύντομο πέρασμά της απ’ τον κόσμο:
Εκείνη τη νύχτα πήγαμε στο στάβλο. Γέμισα τα λακκάκια στις χούφτες του με το στόμα μου, με τα στήθη μου. Ένωσα το κορμί μου με το δικό του. Φοβόμουν μήπως μας βρουν. Φοβόμουν μήπως με πούνε παλιογυναίκα. Και μετά άγγιξε το δέρμα στο δέρμα κι αυτή ήταν η πιστολιά. Αυτή ήταν η ελεύθερη πτώση. Οι καλτσοδέτες μου λύθηκαν κι έπεσαν στα γόνατά μου, καθώς η απαλότητα των μαλλιών του άγγιζε το σβέρκο μου.
Λαχταρούσα το βάρος του τότε. Δεν το χόρταινα. Δεν χόρταινα την ανάσα του: τη γρήγορη εισπνοή και τη ζεστή πίεση των χειλιών του. Τη μυρωδιά του, το γλιστερό τίναγμα του κορμιού του, δεν ήταν σαν τους άλλους. Τον ένιωθα, ένιωθα την κάψα του, ένιωσα το κέντρο του πόθου του.
Στο στάβλο, με το κεφάλι μου στο σκληρό πατημένο χώμα, ο Νάταν έσπασε το κροκάδι της ψυχής μου. Έκρυβα τα αληθινά μου αισθήματα από τους άλλους. Τόση δύναμη θέλησης, να συγκρατήσω και να κρατήσω κρυφό αυτό που ήθελα να φωνάξω στον άνεμο, να χαράξω στο χώμα, να γράψω με φωτιά στο χορτάρι.
Χριστίνα Παπαγγελή



[1] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%99%CF%83%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%B1
[2] «Από τις περιλήψεις και τα πάμπολλα ενημερωτικά για το συζητημένο βιβλίο της Κεντ, που έχει μια πετυχημένη πορεία σε πάνω από είκοσι χώρες και λίαν συντόμως θα γίνει και κινηματογραφική, βοήθειά του, ταινία -σιγά μη καθόταν η φάμπρικα του Χόλυγουντ με σταυρωμένα χέρια μπροστά σε τέτοιο κελεπούρι-μαθαίνουμε σε γενικές γραμμές ότι η Χάννα Κεντ αφηγείται την ιστορία της Agnes Magnúsdóttir της τελευταίας γυναίκας που εκτελέστηκε στην Ισλανδία,το 1830, για τη δολοφονία του πρόσκαιρου εραστή και εργοδότη της Nathan Ketilsson και του εργάτη του και επίσης ότι η Κεντ πήγε πρώτη φορά στην Ισλανδία με ένα διεθνές πρόγραμμα ανταλλαγής φοιτητών πριν από χρόνια κι όταν άκουσε για την ιστορία ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα, ξαναπήγε, έμεινε εκεί, βρήκε τα παλιά αρχεία, ανθρώπους και στοιχεία και κρατώντας σημειώσεις που παράλληλα δημοσίευε αμοντάριστες στο προσωπικό της βιβλιοφιλικό μπλογκ» 

Πέμπτη, Μαΐου 25, 2017

το τανγκό της Παλιάς Φρουράς, Αρτούρο Πέρεθ -Ρεβέρτε

Ο «κοσμικός» χορευτής Μαξ Κόστα είναι ένας χαρισματικός χορευτής του οποίου το επάγγελμα είναι να συνοδεύει στο χορό μεγαλοαστές κυρίες στα κοσμικά σαλόνια. Είναι όμορφος, κομψός, και ερωτεύσιμος… Η Μέτσα είναι επίσης μια σαγηνευτική γυναίκα που μπορεί και συνταιριάζει με μοναδικό τρόπο τα βήματά της και τις φιγούρες της με τον Μαξ, στο σαλόνι της πρώτης θέσης του υπερωκεάνιου «Καπ Πολόνιο» που ταξιδεύει το 1928 στο Μπουένος Άιρες. Η Μέτσα είναι παντρεμένη με τον εκκεντρικό μουσικοσυνθέτη Αρμάντο ντε Τροέγε, που δεν διστάζει να φτάσει στα άκρα για να «συλλέξει» εμπειρίες. Και όλο το σκηνικό θα ήταν πολύ πληκτικό, αν ο Μαξ Κόστα δεν ήταν γοητευτικός μεν, αλλά… μεγαλοαπατεώνας.
Τρεις παράλληλες ιστορίες με τους ίδιους πρωταγωνιστές, σε τρία χρονικά επίπεδα που απέχουν πολύ μεταξύ τους (1928 στο Μπουένος Άιρες, 1937 στη Νίκαια, 1937 και 1967 στο Σορρέντο της Ιταλίας), εναλλάσσονται αποσπασματικά (σε πολύ μικρές ενότητες) και βαδίζουν προς μια ξεχωριστή κορύφωση. Βλέπουμε τους δυο ήρωες να ξανασυναντιούνται αναπάντεχα σε διαφορετικές συνθήκες και να φουντώνει ξανά ο έρωτας, ένας έρωτας πολυμορφικός, αδίστακτος και σχεδόν καταστροφικός. Και  το διαφορετικά ίδιο μοτίβο στην πλοκή, η απατεωνιά του Μαξ να κηλιδώνει τον παθιασμένο έρωτα, δίνει αστυνομικό ενδιαφέρον σ’ ένα μυθιστόρημα που, παρόλη την εγγυημένη γραφή του Ρεβέρτε και τη διάνθιση με πολιτικά και καλλιτεχνικά στοιχεία, γίνεται λίγο κουραστικό.
Τα τρία χρονικά επίπεδα είναι φαίνεται προσεκτικά επιλεγμένα, γιατί εκπροσωπούν το καθένα μια πολύ ξεχωριστή ιστορική στιγμή του 20ου αιώνα: το 1928 ο κόσμος έχει μόλις βγει από έναν παγκόσμιο κι ακόμα δεν υπάρχουν τα σημάδια που προαναγγέλλουν τον επόμενο, το 1937 ο κόσμος βράζει, η Ισπανία έχει εμφύλιο ενώ η περιοχή της Νίκαιας είναι πεδίο ανταγωνισμού ανάμεσα σε Γαλλία και Μουσολίνι (με την ατμόσφαιρα που είχε δημιουργήσει ο πόλεμος της Ισπανίας και οι πολιτικές εντάσεις στην Ευρώπη και στη Μεσόγειο, η παραλιακή λωρίδα που περιλαμβάνει το Μονακό και τη γαλλική ακτή μέχρι τη Μασσαλία ήταν μια μυρμηγκοφωλιά Ιταλών και Γερμανών πρακτόρων). Το 1967 είναι η κορύφωση του ψυχρού πολέμου (πυρηνικές δοκιμές, Βιετνάμ, αστροναύτες στο διάστημα, Beatles, χίπις κλπ), που στην περίπτωση του βιβλίου εκδηλώνεται στον ανταγωνισμό Ρώσων και δυτικών στους αγώνες… σκακιού (για τη Σοβιετική Ένωση το σκάκι είναι κρατική υπόθεση»).
 Ήδη στο πρώτο σκηνικό, ο Μαξ έχει απωθήσει το παρελθόν φτώχειας και ορφάνιας στις υποβαθμισμένες περιοχές του Μπουένος Άυρες όπου μεγάλωσε μέχρι τα δεκατέσσερα (πατέρας Αστουριάνος μετανάστης, μάνα Ιταλίδα), τις αναμνήσεις πανικού από την κατάταξή του ως εθελοντή στον 13ο Λόχο της Πρώτης Σημαίας του Συντάγματος των Ξένων το 1921 (όπου κατατάχτηκε για να νιώθει  ασφαλής επειδή τον καταδίωκαν), το σκοτεινό παρελθόν ενός μπαγαπόντη που επιβίωσε αλλάζοντας ταυτότητες και ονόματα, ενός επιτήδειου cambrioleur, όπως αποκαλύπτει όψιμα η Μάτσα (ενός διαρρήκτη δηλαδή). Όμως, μέχρι τα 25 του που συναντά για πρώτη φορά τη Μάτσα, έχει αφομοιώσει στην εντέλεια τις συνήθειες και την εμφάνιση ενός τζέντλεμαν.
Ο Ρεβέρτε περιγράφει με πολλές μικρολεπτομέρειες τις συνήθειες του κόσμου του χρήματος, στον οποίο εισχώρησε Μαξ και, αν και μιλάει σε γ΄ενικό, ο συγγραφέας-αφηγητής ακολουθεί με συμπάθεια  αυτόν τον ήρωα ως πρωταγωνιστή. Ο Μαξ είναι αναμφισβήτητα «τύπος», έξυπνος, ετοιμόλογος, μάγκας και τολμηρός. Ταιριάζει με την αντίστοιχη αποκοτιά της συμπρωταγωνίστριας Μέτσα (φαινόταν, κατέληξε ο Μαξ, προσεκτική σαν κυνηγός με έτοιμο το γυλιό), η οποία όμως έχει αριστοκρατικές καταβολές, που την ζωγραφίζουν φυσικά και αβίαστα, ωστόσο, όπως ισχυρίζεται, πάντα είχε αδυναμία στους παλιάνθρωπους. Γρήγορα διακρίνει πίσω απ’ το προσωπείο του Μαξ την τυχοδιωκτική του ιδιοσυγκρασία, που φυσικά τη σαγηνεύει.
Εξίσου «της καλής κοινωνίας» είναι και ο σύζυγος της Μέτσα, ο Ισπανός Αρμάντο ντε Τρόεγε, πρωτοποριακός μουσικοσυνθέτης που βρίσκεται στο απόγειο της καριέρας του˙ δίπλα σε ονόματα όπως  Ραβέλ, Ντιαγκίλεφ, Πικάσο, Στραβίνσκι κλπ κλπ (ένας καλλιτέχνης με συνείδηση αυτού που ήταν και αυτού που αντιπροσώπευε), αποτυπώνει την πρωτοπορία της εποχής. Είναι bon viveur, με αίσθηση χιούμορ, μοντερνιστής και εντρυφά στα απόκρυφα κατά τη Μέτσα, η οποία τον αγαπά (πλάι του μπορούσα να ζήσω έναν ανεμοστρόβιλο πραγμάτων).  Η καλλιτεχνική του ιδιοσυγκρασία τον ωθεί να φτάνει μέχρι και τη διαστροφή, να παίζει προκλητικά παιχνίδια όχι μόνο σε καλλιτεχνικό αλλά και σε σεξουαλικό επίπεδο, και η Μέτσα ακολουθεί όχι μόνο επειδή τον αγαπά/υπακούει αλλά επειδή το απολαμβάνει (ο Αρμάντο με οδήγησε μέσα απ’ τις ίδιες τις σκοτεινές γωνίες μου). Ο Αρμάντο επιζητά το παιχνίδι ακόμα κι όταν είναι επικίνδυνο. Άλλωστε, το «φιλοπερίεργον» του Τροέγε είναι που άναψε το φιτίλι ανάμεσα στους δυο εραστές: όταν ο Τροέγε έμαθε απ’ τον Μαξ ότι το παλιό τανγκό χορευόταν και παιζόταν πολύ διαφορετικά, θέλησε να πάει στα καταγώγια του Μπουένος Άιρες για να έχει άμεση αντίληψη. Όλα αυτά θα τα αξιοποιήσει στην πρωτοποριακή του μουσική, άλλωστε έβαλε ένα «χαζό» στοίχημα με τον Ραβέλ (ένα ακριβό καπρίτσιο που μετατράπηκε σε ενθουσιώδη περιπέτεια) ότι θα φτιάξει ένα τανγκό που θα ξεπεράσει το δικό του μπολερό (!) (μου έβαλε να ακούσω μια ανοησία που συνέθεσε για το μπαλέτο της Ίντα Ρουμπινστάιν –ένα μονότονο μπολέρο, χωρίς ανάπτυξη, βασισμένο απλώς σε διαφορετικές ορχηστρικές διαβαθμίσεις… Αν εσύ μπορείς να κάνεις μπολέρο, του είπα, εγώ μπορώ να κάνω τανγκό. Γελάσαμε λίγο και βάλαμε στοίχημα ένα δείπνο…).
Αν ο αναγνώστης διαλέξει το βιβλίο απ’ τον τίτλο, ελπίζοντας ότι κάτι θα βρει από το πνεύμα του τανγκό, δεν θα βγει γελασμένος… Ο συγγραφέας περιγράφοντας με μαστοριά το εμπνευσμένο τανγκό που χορεύει ο Μαξ με την ταλαντούχα παρτενέρ του μεταφέρει  την ιδιαιτερότητα αυτού του συγκεκριμένου χορού που δεν απατούσε αυθορμητισμό, αλλά υπαινικτικές προθέσεις που εκτελούνταν αμέσως μέσα σε μια σιωπή εχέμυθη. Μιλά για υπολογισμένα λικνίσματα, αμοιβαίες διαισθητικές κινήσεις που τους επέτρεπαν να γλιστρούν με φυσικότητα στην πίστα. Κορυφαία είναι και η σκηνή όπου συναντήθηκαν και, ελλείψει μουσικής, χόρεψαν ένα βουβό τανγκό (το «Κακή παρέα» (!)), ακούγοντας τη μουσική ο καθένας νοερά. Τότε ήταν που γεννήθηκε και ο μεγάλος έρωτας.
Όμως, η διείσδυση στον κόσμο του τανγκό δεν σταματά μόνο στην υπενθύμιση ότι είναι βαθιά ερωτικός χορός. Ο Μαξ καταπλήσσει τους δυο φίλους του όταν τους αποκαλύπτει ότι το τανγκό που χορεύουν δεν έχει καμιά σχέση με το αυθεντικό. Ο ίδιος κατάγεται από τον τόπο καταγωγής του πρώτου, παλιού τανγκό, που χορευόταν στις ύποπτες γειτονιές του Μπουένος Άιρες από τον υπόκοσμο, από πόρνες, νταβατζήδες και μαχαιροβγάλτες (υπάρχουν λοιπόν τανγκό για να υποφέρεις και τανγκό για να σκοτώνεις). Σύμφωνα με τον Μαξ, το τανγκό ήταν διασταύρωση πολλών χορών: ανδαλουσιάνικου τανγκό, χαμπανέρα, μιλόνγκα, χορού των μαύρων σκλάβων. Τότε τα ζευγάρια χόρευαν χαλαρά κρατημένα απ’ το χέρι, όχι αγκαλιασμένα. Ήταν πιο γρήγορο, παιγμένο από λαϊκούς μουσικούς που παίζουν με το αυτί. Πιο πολύ λάγνο παρά φινετσάτο. Ήταν άσεμνα χωρίς να το κρύβουν, με τους δυο παρτενέρ να ενώνουν τα κορμιά τους και να μπλέκουν τα πόδια τους σε κινήσεις των γοφών που προέρχονταν από χορούς των μαύρων˙ ένας τρόπος κόρτε, αγγίγματος, που όταν αρχίσαν να το χορεύουν λευκοί και Ιταλοί εμιγκρέδες έγινε πιο αργό, λιγότερο ανοργάνωτο. (…) Μετατράπηκε σ’ αυτόν τον μονότονο χορό που βλέπουμε στα σαλόνια, ή στην ανόητη παρωδία που έκανε ο Βαλεντίνο στον κινηματογράφο,  ενώ πρόσφατο σχετικά φαινόμενο ήταν το «συναισθηματικό τανγκό, με στίχους κλαψιάρικους (βλ. Γκαρντέλ).
Και όσο αφορά το μουσικό μέρος, οι μουσικοί αρχικά έπαιζαν διαισθητικά, από μνήμης, θέματα που δεν τα ήξεραν καλά, αυτοσχεδιάζοντας σε μικρές ορχήστρες με μπάσα από μπαντονεόν, απλά ακόρντα και μεγαλύτερη ταχύτητα στην εκτέλεση. Παλιότερα ήταν ακόμα πιο περιθωριακό, πιο ακατέργαστο, μόνο με φλάουτο και κιθάρα, χωρίς φυσούνες. Η μουσική ήταν πιο γρήγορη και πιο κοφτή, και υπέβαλλε ένα χορό «υπέροχα άσεμνο» (η αυθεντικότητα δεν έχει να κάνει με τη μουσική, αντέτεινε ο Μαξ αλλά με τον τρόπο που την έπαιζαν τα παιδιά του παλιού καλού καιρού).
Το «Τανγκό της Παλιάς Φρουράς» δεν είναι λοιπόν παρά ένα από τα παλιά αυτά τανγκό, όπως εξακολουθούσαν να παίζονται σε μπαρ και καμπαρέ της κακιάς ώρας στις φτωχογειτονιές του Μπουένος Άιρες (Μπαρράκας, Μπόκα), την εποχή που πρωτοσυναντήθηκαν ο Μαξ με τη Μέτσα -το 1928. Η πλοκή του βιβλίου πυροδοτείται από τη λαχτάρα του Αρμάντο να γνωρίσει αυτό το αρχικό τανγκό, να κατακτήσει το πνεύμα του, να μπει στον κόσμο του. Άλλωστε, όπως είπαμε, ο Μαξ κατάγεται απ’ αυτές τις φτωχογειτονιές, τις οποίες μεγάλωσε μέχρι τα δεκατέσσερα, ξέρει τους κώδικες και τα κόλπα. Η «κάθοδος» στο σκοτεινό υπόγειο «Λα Φερροβιάρια» όπου τους οδήγησε ο Μαξ ήταν η απαρχή ενός αισθησιασμού χωρίς όρια (Αρμάντο: ελπίζω να μην καταλήξουν να κάνουν έρωτα μπροστά σε όλους). Στο αποκορύφωμα όμως της ερωτικής παραζάλης, της κραιπάλης και των οργίων φτάνουν μια άλλη βραδιά, όπου επισκέπτονται δυο καταγώγια. Είναι η βραδιά που σφραγίζει έναν έρωτα απαράμιλλο αλλά και την εξαφάνιση του Μαξ.
Οι συναισθηματικές σχέσεις, πρώτιστα ανάμεσα στον Μαξ και τη Μέτσα, έπειτα ανάμεσα στη Μέτσα και τον Αρμάντο, αλλά και ανάμεσα στη Μέτσα και τον γιο της (παγκόσμιας εμβέλειας σκακιστή που διεκδικεί το παγκόσμιο πρωτάθλημα) δεν είναι μονοσήμαντες. Εξελίσσονται, διαταράσσονται, αλλάζουν. Το φλερτ είναι βασανιστικό και αργόσυρτο, ο πόθος γίνεται διαρκείας, οι ψυχολογίες συμπληρωματικές ξεδιπλώνονται με λεπτομέρεια. Ο Ρεβέρτε «εξηγεί» τον έρωτα της ανεξάρτητης Μέτσα για τον Μαξ αλλά και την παθολογική αγάπη για τον άντρα της (αυτό που άλλος θα το έλεγε διαστροφή, εκείνη το ονόμαζε διέγερση/σκοτεινές επιθυμίες/ηδονές που παρέτειναν την ηδονή). Ο συγγραφέας τονίζει ακόμη την αλλαγή των συναισθημάτων όταν οι δυο ήρωες είναι πια ηλικιωμένοι, με λεπτότητα διακρίνει όλες τις αλλαγές που φέρνει η ωριμότητα στην ορμή, αλλά και στη συνείδηση του έρωτα. Καταλαβαίνουμε την ψυχολογία του Μαξ να φεύγει συνέχεια μακριά, να εξαφανίζεται από το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου και να σβήνει κάθε παρελθόν (-Ποτέ δε ρώτησες πώς βλέπουν τον κόσμο οι άνθρωποι χωρίς λεφτά, έτσι δεν είναι; Εσύ ποτέ δεν ένιωσες τον πειρασμό να κάνεις έναν ιδιωτικό πόλεμο εναντίον αυτών που κοιμούνται ήσυχοι χωρίς να αγχώνονται τι θα φάνε αύριο…/γι’ αυτό δεν είχε ποτέ την παραμικρή σημασία αν σ’ αγαπούσα ή όχι. –Για μένα θα είχε.-Μπορούσες να επιτρέψεις στον εαυτό σου αυτήν την πολυτέλεια. Και αυτήν. Εγώ είχα άλλα πράγματα ν’ ασχοληθώ. Η αγάπη δεν ήταν το πιο επείγον).
Το βιβλίο δεν έχει μόνο ερωτικό περιεχόμενο, αλλά θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι έχει και στοιχεία «noir». Οι υποθέσεις στις οποίες βρίσκεται μπλεγμένος ο Μαξ έχουν πολιτικές προεκτάσεις, ακόμα κι όταν δέχεται να κλέψει το βιβλίο του σκακιού του τρομερού Ρώσου πρωταθλητή Σολόκοφ.  Ιδιαίτερα όμως στο χρονικό επίπεδο του 1937, εποχή όπου δύσκολα θα μπορούσε κανείς να σταθεί ουδέτερος, οι μυστικές υπηρεσίες, οι πράκτορες και η κατασκοπεία πάνε σύννεφο. Ήδη ο Φράνκο έχει πάρει την εξουσία και ο εμφύλιος στη γειτονική Ισπανία έχει ξεσπάσει. Οι υποθέσεις διάρρηξης που αναλαμβάνει ο Μαξ εξυπηρετούν πολιτικά συμφέροντα, και μάλιστα στην περίπτωση της Νίκαιας τους φασίστες του Φράνκο (η υπόθεση περιπλέκεται βέβαια με πράκτορες, αντιπροσφορά των δημοκρατικών κλπ κλπ). Αναρωτιέται μάλιστα κανείς για το αν ταυτίζεται η άποψη του συγγραφέα με την κυρίαρχη άποψη των ηρώων του όσο αφορά τον ισπανικό εμφύλιο: μια ενδιάμεση στάση όπου η κατάσταση στην Ισπανία παρουσιάζεται σαν «τρέλα» και η βία εκατέρωθεν απονομιμοποιεί κάθε έννοια αγώνα (άλλωστε τον Ισπανό Αρμάντο που είχε φίλους και των δυο παρατάξεων, τον σκότωσαν τελικά Δημοκρατικοί, γιατί ο αρχηγός των μυστικών υπηρεσιών της Δημοκρατίας είναι ένας κομμουνιστής επίσης συνθέτης, και μέτριος όσο δεν πάει άλλο).
Ο συγγραφέας αποχρωματοποιεί τον ήρωά του, τον παρουσιάζει απολιτίκ (ο αδιάφορος τρίτος άνθρωπος που κοιτάζει το τοπίο), και βέβαια αυτό το στοιχείο συμπληρώνει τον τυχοδιωκτικό του χαρακτήρα, γιατί ουσιαστικά εκμεταλλεύεται κάθε είδους πολιτικό σκάνδαλο σαν ευκαιρία για… βρομοδουλειές. Στο ερώτημα «Τι αποφασίσατε εσείς τελικά; Φασισμό ή δημοκρατία;» η απάντηση μένει μετέωρη (και η πράξη αποδεικνύει το ίδιο, είναι έτοιμος να υπηρετήσει όποιον θα του φέρει κέρδος), ενώ σε άλλο σημείο του βιβλίου λέει «ας αφήσουμε τις ιδεολογίες». Στην τρίτη φάση της ζωής του, ηλικιωμένος πια θα αποφανθεί: «όταν βλέπω όλ’ αυτά τα μαύρα, τα φαιά, τα κόκκινα ή τα κυανά πουκάμισα, που απαιτούν να προσχωρήσεις σ΄ εκείνο ή στο άλλο, σκέφτομαι πως παλιά ο κόσμος ήταν των πλουσίων και τώρα θα γίνει των χολωμένων… Εγώ δεν είμαι ούτε το ένα, ούτε το άλλο». Νιώθει πάντα «περαστικός» απ’ τον κόσμο των πλουσίων, και ζει χωρίς μεγάλα μίση και χωρίς αυταπάτες. Και όπως επισημαίνει και η Μέτσα, στην ίδια χρονική φάση της ωριμότητας και του αναστοχασμού,
Αυτό που με γοήτευσε από την αρχή ήταν η φιλοδοξία σου χωρίς πάθη ούτε απληστία…
Εκείνη η φλεγματική απουσία ελπίδας.

"Είναι κι αυτή μια στάσις. Νιώθεται"...  
Χριστίνα Παπαγγελή

Τετάρτη, Μαΐου 17, 2017

Το διπλό βιβλίο, Δημήτρη Χατζή

Είμαι στο δρόμο
και δρόμο δεν έχω.
Πάντα επίκαιρο και πάντα πρωτοποριακό το «Διπλό βιβλίο» του Δημήτρη Χατζή, έστω και 40 χρόνια αφότου γράφτηκε (1976). Επίκαιρο γιατί αγγίζει σε τέτοιο βαθμό το θέμα της «ξενότητας» -του πόσο ανέστιος, χωρίς «εστία», νιώθει ο σύγχρονος άνθρωπος όχι μόνο στην ξενιτιά αλλά στον κόσμο όλο- που φαίνεται σα να προοιωνίζεται το υπαρξιακό σχεδόν αίσθημα αποξένωσης που χαρακτηρίζει τον άνθρωπο του 21ου αιώνα, χαμένον στη βιομηχανική /παγκοσμιοποιημένη κοινωνία. Πρωτοποριακό γιατί ο τρόπος με τον οποίο αναδεικνύεται  αυτή η βαθιά, υπαρξιακή μοναξιά ξεφεύγει από τη ρεαλιστική αφήγηση και αποκτά στην πορεία μεταμοντερνιστικά στοιχεία, στην προσπάθεια να εκφραστεί απλώνεται σε πολλά επίπεδα, εμφανίζεται ως πρόσωπο και ο… συγγραφέας και μένει στο τέλος μια γεύση ανεπάρκειας, ανεπάρκειας να αποτυπωθεί το ανείπωτο. 
Κι όμως ο κύριος ήρωας, ο Κώστας, ένα λαϊκό παιδί που ξεκινά από τη Σούρπη του Βόλου για μετανάστης στη Γερμανία, φαίνεται να έχει ρεαλιστική ματιά, και αφηγείται τα βιώματά του με σπιρτάδα, παρόλη την άγνοια και την αφέλειά του. Έχει θετική, για να μην πω ενθουσιώδη στάση απέναντι στο «νέο», απέναντι στην τάξη των Γερμανών που τη συγκρίνει με τη ρομέικη τσαπατσουλιά. Παρόλο που θα αναφωνήσει πολλές φορές «είμαι ένας άνθρωπος χωρίς πατρίδα», δεν είναι απόλυτος αρνητής. Αντίθετα, ανοίγει τα μάτια του διάπλατα σαν παιδί και παρατηρεί, τους μεγάλους δρόμους, τα βιτρίνες, τα φώτα, τα τρένα, τις μηχανές (και περισσότερο απ’ όλα οι μηχανές τη μαγεύουνε την ψυχή μου. Κοιτάζω κανένα μικρό σιδεράκι τους, χάνω το νου μου. Έτσι γεννήθηκα –τέτοιος απόμεινα, χαζοπούλι). Θαυμάζει την παραγωγή, τη σβελτάδα, την ακρίβεια στο εργοστάσιο ΑΟΥΤΕΛ (άουτο ελέκτρικα, κατασκευάζουμε φώτα για τ’ αυτοκίνητα) στο οποίο είναι χαμάλης, και βέβαια γρήγορα διαπιστώνει με οξυδέρκεια ότι ο ίδιος δεν είναι παρά ένα γρανάζι τόσο δα, δεν υπάρχεις -στα νούμερα μόνο, αυτά λογαριάζονται. Τρακατάκ-τακ κάνει το μηχανάκι και πέφτει η καρτέλα σου –σταμπαρίστηκες για σήμερα.
Ο Δημήτρης Χατζής, περιγράφοντας ένα γερμανικό εργοστάσιο της δεκαετίας του ’60 αποδίδει μέσα απ’ τη λαϊκή καλοπροαίρετη οπτική του Κωστή αυτό που ο Μαρξ ονόμασε «αλλοτρίωση της εργασίας». Αυτό που φαίνεται το απλούστερο των πραγμάτων, ο Κωστής του τμήματος Σπεντισιόν του 4ου ορόφου να δει όλο το εργοστάσιο, να πάει στους άλλους ορόφους, να χαζέψει και να γνωρίσει όλο το μηχανισμό, είναι ανέφικτο (ξέρω πως είναι ευκολότερο να μπεις σ’ ένα εργοστάσιο ξένο, παρά να γυρίζεις, να κάνεις σουλάτσο, σ’ αυτό που δουλεύεις. Είναι το πώς, το γιατί και είναι βέβαια και το πότε)! Μια τζαμαρία τον χωρίζει απ’ όλα… Και γρήγορα επίσης συνειδητοποιεί ότι εξίσου χαμάλης είναι και ολόκληρο το ΑΟΥΤΕΛ, εφόσον ουσιαστικά δεν παράγουν, δεν κατασκευάζουν τίποτα, μόνο μοντάρουν τα υλικά που τους έρχονται έτοιμα, από άλλα εργοστάσια (και μηχανισμός εδώ, μηχανισμός εκεί, τους λέω κι εγώ, στο τέλος παίζουμε τον παπά, η παραγωγή δεν είναι πουθενά)! Πέντε χρόνια που δουλεύει εκεί ο Κωστής το μόνο που αφομοίωσε είναι ότι «όλα τα κανονίζουν οι νόρμες», και ξέρει ότι, παρόλο που ο ίδιος θεωρεί τον εαυτό του λίγο κουτό, και οι άλλοι δεν έχουν καταλάβει περισσότερα… Δε νομίζω ότι υπάρχει πιο ξεκάθαρος μυθιστορηματικός τρόπος για να εκφράσει κανείς τον τρόπο με τον οποίο ο εργάτης της εποχής έχει χάσει τον έλεγχο του προϊόντος που παράγει! Κι έτσι, όταν στο τέλος του 1ου κεφαλαίου εμφανίζεται για πρώτη φορά ο συγγραφέας, ως πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται ο Κωστής, ο τελευταίος τον ειρωνεύεται, και ο σαρκασμός πέφτει βέβαια και στον ίδιο:  Κολοκύθια τούμπανα άνθρωπος είμαι γώ. Και κολοκύθα τούμπανα συγγραφέας μου φαίνεται να’ σαι και συ.
Η ουσία όμως της εργασίας του εργάτη-προλετάριου φαίνεται και στην αντίθεση με τον εργάτη του ξυλάδικου, στο οποίο δούλευε ο Κωστής πριν αποφασίσει να ξενιτευτεί. Εκεί όχι μόνο δε χτυπούσαν καρτέλα, αλλά η δουλειά ξεκινούσε άλλοτε στις εφτά, άλλοτε στις έντεκα, ανάλογα με τα κέφια του μάστορα, πότε με μουτρώματα και καυγάδες, πότε με γέλια και σαχλαμάρες (!). Όπως λέει κι ο ίδιος ο Κωστής σε πολλούς τόνους, δεν υπήρχε καμία τάξη, καμία «νόρμα», καθόλου βιβλία, ούτε κανονικό ωράριο, ούτε κανονικά χρήματα. Άλλες φορές κάθονταν όλη μέρα, άλλες φορές ξενυχτούσαν δουλεύοντας. Κάθε δυο τρεις μήνες αγχώνονταν να συντάξουν ψεύτικες φορολογικές δηλώσεις, και δεν υπήρχαν αποδείξεις, η τέλεια αταξία. Ο Κωστής δυσφορεί (δε μου πήγαινε αυτό το ξυλάδικο με την αταξία, την αναρχία, το κλεψιμέικο, το ρομέικο), θέλει να φύγει μακριά, όχι μόνο απ’ τη φτώχεια και τη μιζέρια (και να το’ χεις ένα κομμάτι ψωμί, πάλι δεν έχει ζωή), αλλά από την ατιμία, την αναρχία και την αταξία στα αλισβερίσια των Ρομιών (οι Ρομιοί μας το θέλουν όλοι τους το άρτζι-μπούρτζι που’ χουμε κεί).
Ξένος λοιπόν όχι μόνο στα ξένα αλλά και στον τόπο του (δεν έχω τίποτα ν’ αφήσω εδώ/δεν έχω τίποτα να φοβάμαι/ετούτος εδώ ο τόπος είναι πιο ξένος για μένα). Η μοναξιά του ήρωα του Χατζή, δεν είναι η μονοσήμαντη, δεν είναι η μοναξιά του ξενιτεμένου που νοσταλγεί την επιστροφή στην πατρίδα, είναι μια αποξένωση πιο βαθιά, πιο ριζική, γιατί απλούστατα, νιώθει ξένος και στον ίδιο του τον τόπο (και μένω πάλι χωρίς την πατρίδα, χωρίς μικρούτσικο κόσμο δικό μου -που δεν τον έχω- και χωρίς τη νοσταλγία του μεγάλου κόσμου –που δεν υπάρχει). Δεν τον περιμένει κανείς όταν τελειώνει η δουλειά, δεν θέλει να πάει πουθενά, είναι όπως λέει ο ίδιος ο πιο γνήσιος πολίτης της πολιτείας των ξένων, ο ξενότερος απ’ όλους τους ξένους…
Ξένος στον ίδιο του τον τόπο θα νιώσει και ο Σκουρογιάννης, εργάτης κι αυτός στο ΑΟΥΤΕΛ, όταν με τα πολλά θα γυρίσει συνταξιούχος στο Ντομπρίνοβο, στο χωριό του, όπου ονειρευόταν είκοσι χρόνια να επιστρέψει. Ο γυρισμός του ξενιτεμένου μάς χαρίζει μια από τις πιο συγκινητικές εικόνες του βιβλίου, ωστόσο ακόμη πιο συγκινητική είναι η σκηνή της μικρής αρκουδίτσας της Πίνδου που απόμεινε πιστή συντροφιά στον Σκουρογιάννη, όταν εκείνος κατάλαβε ότι δεν τον φτάνουν οι άνθρωποι του χωριού (αυτά τα χνάρια γινόντανε τώρα, ξαναγίνονταν, η σιγουριά του η χαμένη πως είχε φτάσει σε τόπο που δεν ήταν ανύπαρκτος, που δεν ήταν της νοσταλγίας του μόνο, της φαντασίας του –η σιγουριά που’ χε χάσει  μέσα σ’ αυτούς τους τρελούς, τους μισούς, τους αφιονισμένους, τους νικημένους ανθρώπους που βρήκε γυρίζοντας). Γιατί γρήγορα συναισθάνεται ότι θα μπορούσε να’ λεγε πως αυτός απόμεινε όλα τα χρόνια της Γερμανίας Ντομπρινοβίτης, οι άλλοι δεν είναι τίποτα πια, από πουθενά δεν είναι. Τόσο ξένος, τόσο μόνος, ανάμεσα σε ανθρώπους γνωστούς αλλά «σκορπισμένους».
Όμως ο Κωστής -άλλη γενιά- δεν είναι λυπημένος. Περπατάει στους δρόμους και τις φωτισμένες λεωφόρους, στο μεγάλο θέατρο της κοινωνίας της κατανάλωσης, που λένε και στο καφενείο (γιατί βέβαια υπάρχει και το ελληνικό καφενείο που εν είδει αρχαίου χορού κρίνει και σχολιάζει όλα τα συμβάντα), και σαν χαζοπούλι που παραδέχεται ότι είναι, ασκεί τη «χαζευτική επιστήμη» και ομολογεί με παρρησία: Είμαι καταναλωτής. Είμαι καταναλωτής θα πει ότι υπάρχω. Έχω στην τσέπη μου τα λεφτά μου –μοιράζομαι τη ζωή μας, ας λένε πως είναι ψεύτικη, ας είναι και θέατρο μόνο. Δεν θέλει τους καυγάδες του ελληνικού καφενείου (τίποτα ρομέικο δεν έμεινε μέσα μου), ακούει τις πολιτικές κουβέντες, μπερδεύεται, δεν έχει πίστη, κόμμα, ιδέες. Λέει δεν έχει πολιτική συνείδηση, δεν έχει ταξική (τα λογάριασες πόσα δεν έχω; Ποιος είμαι, ποιος μπορεί να είμαι;). Η ελευθερία που απολαμβάνει ο πρωταγωνιστής τον κρατά μακριά από ερωτικές αναζητήσεις και έντονα πάθη. Ζει σύντομες και αμοιβαία ντόμπρες σχέσεις, κυρίως με Γερμανίδες, έχοντας επίγνωση ότι ο έρωτας δεν είναι για μας, τα παιδιά του φίφτυ φίφτυ. Δεν θέλει δεσμεύσεις, δεν θέλει σύζυγο, συνειδητά και χωρίς περιστροφές (εκεί στην Ελλάδα, πρέπει να τη φοβήθηκα την αγάπη. Να μην τον πάρεις στο λαιμό σου τον άλλον, φεύγεις καλύτερα, μαθαίνεις να φεύγεις).
Κι όμως γνωρίζει και τον «αληθινό έρωτα», για ένα σύντομο διάστημα που εξιστορείται με τον γήινο και ανυπόκριτο τρόπο του Κώστα σε δώδεκα καταπληκτικές σελίδες (ένα ζευγάρι κορδόνια που δε χρειάζονται σε τίποτα –αυτό, λοιπόν, μπορεί να’ ναι ο έρωτας;/πίσω από την ημεράδα της είναι μια φλόγα που καίει/παπαρούνα που πολεμάει να σπάσει την άσφαλτο/έτοιμη μου φαίνεται να δώσει τα πάντα για μια στάλα αληθινή ζωή/τότε τον είπε και κείνον τον μεγάλο το λόγο της, πως γι’ αυτό με λατρεύει, επειδή είμαι τόσο κουτός). Μου φάνηκε υπερβολικός ο εγωισμός που έφερε τον χωρισμό, που ίσως ήταν μοιραίος για να φανεί αυτό το ακατόρθωτο του αιώνιου έρωτα (είναι μεγαλύτερος απ’ τον άνθρωπο, είναι λοιπόν, ακατόρθωτος). Αυτό τουλάχιστον αποκαλύφθηκε όταν ξανασυναντήθηκαν μετά από χρόνια, που η Έρικα ήταν παντρεμένη αλλά πάντα με την αίσθηση αυτή του άφθαστου.

Όμως το Διπλό βιβλίο έχει και πολιτικό χαρακτήρα, κι ας είναι ο ήρωάς του «χαζοπούλι», ή «κουτός» όπως λέει κι ο ίδιος. Κι ας συγχέει τις πολιτικές κουβέντες των συγχωριανών του στο καφενείο, όμως φτάνουν ως αυτόν έννοιες όπως αλλοτρίωση, σοσιαλισμός, καπιταλισμός, σταλινισμός, αναρχισμός κλπ. Άλλωστε, μια απ’ τις φωνές που ακούγονται είναι του λενινιστή Γιαννόπουλου, και αργότερα και του Γερμανού συνδικαλιστή που θα του ανοίξει τα μάτια (αυτό που βλέπετε γύρω σας, καλά μεροκάματα, άδειες, κοινωνικές ασφαλίσεις, δεν είναι κανένας παράδεισος. Έχουν αίμα πίσω τους, σφαγές πολλά χρόνια για να γίνουν έτσι. Και δεν θα σας αφήσουμε να μας τα χαλάσετε). Η πρωτόγονη ματιά του ήρωα κρύβει μιαν απόσταση απ’ τα γεγονότα που πολλές φορές γίνεται σοφά ειρωνική (π.χ. για τους σταλινικούς: μιλάνε μια γλώσσα σχεδόν συνθηματική για γεγονότα που ξέρουν καλά. Αν δεν ξέρεις τη γλώσσα τους δεν καταλαβαίνεις για ποια γεγονότα μιλάνε. Αν δεν ξέρεις τα γεγονότα, δεν καταλαβαίνεις τη γλώσσα τους. Κάποτε μου φαίνονται τρελοί, μανιακοί, κάποτε θύματα αξιολύπητα), ενώ ο ίδιος επαναλαμβάνει ότι δεν έχει πολιτική συνείδηση ούτε και ταξική, διαπίστωση που διαψεύδει βέβαια τον εαυτό της. Η συμμετοχή του «συντρόφου» Κώστα στη συνδικαλιστική δράση είναι αναπόφευκτη.
Πολιτικό σχόλιο του Δημήτρη Χατζή στην αριστερά είναι και η τραγική πορεία του πατέρα (ο πρωταγωνιστής την εμπιστεύεται εξ ολοκλήρου στον «συγγραφέα» που αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο «Ρέκβιεμ για ένα μικρό ράφτη»), που εμβόλιμα εξιστορείται μέσα στο βιβλίο.  Ο μικρός ράφτης που αναμείχτηκε με τους τσαγκαράδες στο Βόλο (κομμουνιστές απ’ ανέκαθεν, όπως το’ λεγαν οι ίδιοι, λίγο τρελοί, λίγο αναρχικοί, λίγο χριστιανοί, με τα σχέδια μιας παγκόσμιας κομουνιστικής αδερφοσύνης, περισσότερο στην καρδιά τους παρά στο μυαλό τους), ήταν ο πατέρας για τον οποίο ο Κώστας δεν ήξερε τίποτα (μαθαίνοντας την ιστορία του σκέφτηκα πως εγώ δεν τον ήξερα αυτόν τον άνθρωπο που’ ταν πατέρας μου). Πρόκειται για μια συγκλονιστική ιστορία της αντίστασης, μια ιστορία προδοσίας και διάψευσης, ενός ανθρώπου που του κλέψαν το θάνατο, βαριά κληρονομιά στο νεαρό Κώστα και την αδερφή του την Αναστασία (η Αναστασία μας τα’ ξερε –τι δεν ήξερε αυτή;).

Το διπλό βιβλίο
Ξένη στον κόσμο νιώθει και η αδερφή του Κώστα, η Αναστασία (η κόρη εγώ του νικημένου Ελασίτη). Είναι εκείνη που θα μιλήσει απερίφραστα για τη διπλή ζωή, στο κεφάλαιο όπου ο συγγραφέας της δίνει το λόγο. Το κορίτσι με τις κοτσίδες που δεν έκοβε ποτέ, απευθύνεται κι αυτή στον συγγραφέα (ήρθες και με βρήκες –ήταν ακόμη στη Σούρπη. Ήμουν, είπες, η μικρή Διοτίμα[1] σου τότε/σχεδόν δεν ήξερα να σκεφτώ. Ένιωθα μόνο). Ο συγγραφέας την εμπιστεύεται και τη γυρεύει σαν την θηλυκή του anima[2], όπως ο Σωκράτης εμπιστεύτηκε τη Διοτίμα, την ιέρεια της Θεσσαλίας. Γιατί η Αναστασία μ’ έναν τρόπο διαισθητικό, με το κορμί, ή επικοινωνώντας με τα πουλιά έχει επαφή μ’ ένα πνεύμα ελεύθερο, ανυπότακτο. Όπως κι ο συγγραφέας «ανακατεύει τ’ αστέρια, τους αλλάζει θέση στον ουρανό», πάει να πεί ξανατακτοποιεί τον κόσμο (κι αλλάζω τη μοίρα των άλλων). Ο Χατζής μάς αιφνιδιάζει στο σημείο αυτό γιατί απ΄ τη γήινη και ρεαλιστική πραγματικότητα του Κώστα μεταπηδά σ’ έναν χώρο μυστικιστικό, άφατο, αγγίζει μιαν αλήθεια διαφορετικής φύσης: Ήξερα από τότε πως τ’ άλλα παιδιά δεν είχαν τέτοια πουλιά. Ήταν λοιπόν μυστικό. Κι έτσι την άρχιζα εγώ τη ζωή μου –τη μισή με τους άλλους, την άλλη μισή μ’ αυτό μου το μυστικό –τη διπλή τη ζωή μου/από δω τ’ όνειρό μου, η αλήθεια της απ’ την άλλη. – και δεν σκεφτόμουνα να τα ζευγαρώσω, δεν ήξερα τότε τι ήταν το ζευγάρωμα, σε τι μπορεί να χρειάζεται.

Η έντονη παρουσία του συγγραφέα, σχεδόν απ’ την αρχή της αφήγησης του Κώστα, οι αναφορές και τα αυτούσια αποσπάσματα που παρατίθενται εκ μέρους του σε πλάγια γραμματοσειρά (το πρώτο ήδη στη σελίδα 55, ένα καταπληκτικό απόσπασμα για τις γυναίκες γενιές ατέλειωτες βασανισμένες ρομιές, κάτι που φυσικά δεν θα ταίριαζε να αποδοθεί στον αφελή Κώστα), μας προϊδεάζουν για το περιεχόμενο της λέξης «διπλό» του τίτλου. Είναι διπλό και ίσως πολλαπλό, όσα και τα διαφορετικά περιεχόμενα που προσλαμβάνουν οι αναγνώστες. Πρόκειται για μια διπλή αφήγηση, αυτού που έζησε τα γεγονότα κι αυτού που τα καταγράφει; Πρόκειται για τη διπλή ζωή της Αναστασίας; Για τη διπλή ζωή, την γήινη την αληθινή, και την φανταστική, την ανέφικτη; (τον ονειρεύομαι τον εαυτό μου μέσα στον κόσμο, που δεν τον βλέπω). Μήπως πρόκειται για την διπλή ζωή του συγγραφέα που σκορπίζεται στους ήρωές του και δεν ξέρει να δώσει λύση, όπως στην περίπτωση του Σκουρογιάννη με την αρκούδα (ο πιο νικημένος απ’ όλους είσαι συ. Μέσα απ’ τις χαμένες ζωές τις δικές μας, η δική σου κομματιάζεται χίλια κομμάτια); Διπλός είναι κι ο κόσμος στον οποίο ζούμε, ο απερχόμενος του οποίου ένα ένα τα πρόσωπα αποχωρούν και που τον νοσταλγούμε, και ο μελλοντικός που μας φοβίζει αλλά συγκροτεί τις δυνάμεις μας. Κι αυτό συμβαίνει πάντα, κι αυτό συμβαίνει αναμφισβήτητα και στο διπλό βιβλίο του Χατζή, όπου οι δυο κόσμοι συνυπάρχουν αλλά δεν μπορούν να συνταιριαστούν.
Ο ήρωας χρειάζεται τον συγγραφέα, τον αναζητά (το συγγραφέα ζητάω –αυτόν χρειάζομαι τώρα), τον αναζητά και η Αναστασία που του προσφέρει τις κοτσίδες της. Κι ο συγγραφέας έχει ανάγκη τους ήρωές του. Μετά τη μέση του βιβλίου, ο συγγραφέας εμφανίζεται όλο και συχνότερα, γυμνός και  αποκαρδιωμένος για την ανεπάρκειά του (τους βλέπω πολύ καλά τους σπασμένους αρμούς του βιβλίου μου. Και βλέπω πίσω απ’ αυτούς και την ουσιαστική του ανεπάρκεια/δεν μπορώ να προχωρήσω, να τα δέσω πρόσωπα και καταστάσεις σε μια ενότητα/τα πρόσωπα σπάζουν – είναι κομμάτια, ψηφία σκορπισμένα. Δεν είναι τυχαίο που οι τρεις τελευταίες σελίδες του 9ου κεφ. («Επίλογοι στο πρώτο βιβλίο-Μικρός πρόλογος για το δεύτερο) είναι όλες σε πλάγια γράμματα. Ο τίτλος «μικρός πρόλογος για το δεύτερο» μοιάζει να αφορά τις τελευταίες αράδες από τις σκόρπιες σημειώσεις του συγγραφέα, που είναι διαφορετικές και ίσως λίγο ξεκάρφωτες. Είναι αυτές που ρίχνουν λίγο φως στο σκοτεινό τούνελ, ανοίγοντας ένα παραθυράκι ελπίδας μες «στο λυκόφως των καιρώ»: Της ελπίδας το βιβλίο θα’ θελε να’ναι το δεύτερο αυτό το δικό σου. Για τον σημερινό, το δικό μας κόσμο, που δεν τον βλέπεις ακόμα, δεν ξέρεις πώς είναι –και δεν τον φοβάσαι.
Τελειώνοντας, θα μιλήσω κάπως προσωπικά για να επισημάνω ότι, αν και φιλόλογος, γενικά και κυρίως στις αναρτήσεις αυτού του μπλογκ αποφεύγω όρους λογοτεχνικούς και φιλολογικούς (στους οποίους θα πρέπει να ανατρέξει κανείς σε λεξικά και να συζητά ώρες με τον άλλον για να συμφωνήσει στο περιεχόμενό τους) . Θα βρω άλλον τρόπο για να εκφράσω αυτό που οι κριτικοί λένε «κοινωνικό ρεαλισμό», «κριτικό ρεαλισμό», αποδόμηση, δυστοπία, (α-τοπία στην περίπτωση του Χατζή) κλπ. Επιλέγω να βλέπω το βιβλίο που διαβάζω με τη φρεσκάδα του αναγνώστη «tabula rasa»,  και να επιζητώ τον διάλογο με λέξεις απλές και καθημερινές. Έτσι, δεν ανέτρεξα καν σε γνωστών κριτικών τις μελέτες, παρά μόνο αφού ολοκλήρωσα την ανάρτηση μέχρι την προηγούμενη παράγραφο. Δεν μπορώ όμως να αντισταθώ στο να χρησιμοποιήσω για επίλογο τα λόγια του Δημήτρη Τζιόβα[3] :
 Το «Διπλό βιβλίο» γράφεται τελικά για να αμφισβητήσει τις ίδιες τις προθέσεις του, να μας υποψιάσει για το τέλος των μακροαφηγήσεων. Έτσι κι αλλιώς, δε θα μπορούσε ν αποτελέσει μια μείζονα αφήγηση, γιατί προσπαθώντας να δείξει τον αγώνα των ανθρώπων να γεφυρώσουν το χάσμα ονείρου και πραγματικότητας, κάνει τους ίδιους να παραδεχτούν τη διάστασή τους. Αντί να καταλήξει στην ενότητα, την ταύτιση των δυο πόλων, στην υπέρβαση του δυισμού, εξωθείται στην παραδοχή του. Ο τίτλος το βιβλίου δεν είναι νομίζω τυχαίος (…). Το όνειρο για μια αλλιώτικη ζωή παρακινεί τον Κώστα στη Γερμανία, το όραμα για έναν καλύτερο κόσμο οδηγεί τη γενιά του μικρού ράφτη της Σούρπης στην ήττα. Και τα πουλιά, το όνειρο της Αναστασίας, συνιστούν την αθέατη πλευρά της αζευγάρωτης διπλής ζωής της
ή με τα λόγια της ίδιας
«από δω τ’ όνειρό μου, η αλήθεια της απ’ την άλλη».
Χριστίνα Παπαγγελή




[1] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE%B9%CE%BF%CF%84%CE%AF%CE%BC%CE%B1
[2] http://www.esoterica.gr/articles/psycholg/animus/animus.htm (Animus και anima. Σύμφωνα με τον Γιουνγκ, πρόκειται για μία οντότητα που λειτουργεί ανεξάρτητα από τις άλλες ψυχικές λειτουργίες και παρεμβαίνει στη ζωή του ατόμου είτε βοηθητικά είτε καταστρεπτικά αλλά πάντα καθοριστικά και επίμονα .Animus σημαίνει νους ή πνεύμα. Είναι η αρσενική ψυχή μέσα στη γυναίκα που κατεξοχήν λειτουργία της είναι ότι παράγει γνώμες. Αντιστοιχεί στον πατρικό λόγο.
Η Anima είναι η θηλυκή ψυχή του άνδρα. Είναι το θηλυκό στοιχείο που προσωποποιεί όλες τις θηλυκές ψυχολογικές τάσεις της ψυχής του άνδρα όπως τα αισθήματα, οι αόριστες διαθέσεις ,οι προφητικές διαισθήσεις η ευαισθησία προς την άλογη πλευρά ,η δύναμη του προσωπικού έρωτα το αίσθημα της φύσης και οι σχέσεις με το ασυνείδητο. Η απώθηση αυτών των θηλυκών τάσεων και ροπών προκαλεί τη συσσώρευση τους στο ασυνείδητο. Έτσι η εικόνα της γυναίκας γίνεται υποδοχέας αυτών των απαιτήσεων .Γι’ αυτό ο άνδρας στην ερωτική του εκλογή έχει ισχυρή επιθυμία ν’ αποκτήσει τη γυναίκα που ανταποκρίνεται καλύτερα στη δική του ασυνείδητη θηλυκότητα, μία γυναίκα που μπορεί αδίστακτα να δεχτεί την προβολή της ψυχής του.
Δεν είναι τυχαίο που κάποτε διάλεγαν ιέρειες (οι Έλληνες τη Σίβυλλα) για να βολιδοσκοπούν τη βούληση των θεών και να επικοινωνούν μαζί τους 
[3] Δημήτρη Τζιόβα, Το παλίμψηστο της ελληνικής αφήγησης, σελ. 267

Τετάρτη, Μαΐου 10, 2017

Δακρυσμένος ήλιος, Τσιμαμάντα Αντίτσι

Είμαι Νιγηριανός επειδή ένας λευκός δημιούργησε τη Νιγηρία
και μου έδωσε αυτή την ταυτότητα.
Είμαι μαύρος επειδή ένας λευκός προσδιόρισε το μαύρο
ως κάτι όσο το δυνατόν πιο διαφορετικό από το δικό του λευκό.

Αλλά ήμουν Ίγκμπο πολύ πριν έρθει ο λευκός στην Αφρική.

Παρά τον δακρύβρεχτο τίτλο, πρόκειται για ένα πολύ αξιόλογο έργο της νιγηριανής λογοτεχνίας (για  τους τίτλους πολλές φορές ευθύνονται οι εμπορικοί οίκοι, είτε των πρωτότυπων έργων,  είτε των μεταφρασμένων), που τοποθετείται στη δύσκολη για τη χώρα ιστορική περίοδο 1960-70. Η συγγραφέας καταφέρνει  να αποτυπώσει όλες τις κοινωνικές αντιθέσεις, όχι μόνο των ντόπιων απέναντι στους Βρετανούς -των οποίων η Νιγηρία ήταν αποικία μέχρι το 1960-, αλλά και μεταξύ των διάφορων φυλών (μουσουλμάνων, γιορούμπα, ίγκμπο, χάουζα, όπι, ίτζαβ, εφίκ, ιμπίμπιο κλπ) που συνιστούν το νιγηριανό κράτος κατά την κρίσιμη δεκαετία, αποκορύφωμα της  οποίας είναι η προσπάθεια των -νότιων- Ίγκμπο να αυτονομηθούν ανακηρύσσοντας  την ανεξαρτησία του κράτους της Μπιάφρας (1967-70)[1], της νοτιοανατολικής περιοχής δηλαδή, που είναι παρεμπιπτόντως πλούσια σε κοιτάσματα πετρελαίου. Όλοι γνωρίζουμε την ανείπωτη τραγωδία στην οποία κατέληξε ο πόλεμος αυτός, πόλεμος εμφύλιος, σκληρός και άνισος, όπου για μια ακόμη φορά κυριάρχησαν τα δυτικοευρωπαϊκά συμφέροντα. 
Τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν είναι όλα της φυλής ίγκμπο και περιστρέφονται γύρω από τον Οντενίγκμπο, τον πανεπιστημιακό διανοούμενο με ταπεινή καταγωγή που συζεί με τη μεγαλοαστή Ολάνα, παρά τις αντιρρήσεις της μητέρας του, στην πόλη Νουσούκα. Είναι ο πιο ώριμος, ένας νους μεθοδικός και επαναστατικός, ενημερώνεται, διαβάζει εφημερίδες, οργανώνει πολιτικές συζητήσεις σπίτι του (π.χ. για τον αποαποικιοκρατισμό, για τον παναφρικανισμό, τις απεργίες κλπ), και φανερά δίνει στη μόρφωση πρώτη προτεραιότητα. Όντας προοδευτικός τόσο ώστε να στέλνει τον παραγιό του, Ούγκβου, στο σχολείο με προοπτική να τον πάει και στο πανεπιστήμιο, δεν φέρεται όπως τα άλλα αφεντικά αλλά πολύ πιο άμεσα, πιο φιλικά.  Η γοητευτική Ολάνα είναι κι εκείνη μορφωμένη (απ’ τις λίγες γυναίκες που τελείωσαν πανεπιστήμιο), κόρη του αρχηγού Οζόμπια από το Λάγκος, με πολλές γνωριμίες στα υπουργεία και διακριτή περιουσία. Η απόφασή της να ζήσει με τον Οντενίγκμπο (τον «επαναστάτη εραστή» της, σύμφωνα με την οικογένειά της) και να διεκδικήσει τη θέση λέκτορα στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου της Νουσούκα (αντί να παντρευτεί τον υπουργό Οκόντζι που προσπαθεί αν την εξαγοράσει) τη φέρνει σε σύγκρουση με τους γονείς της, ίσως και σε απόσταση με τη δίδυμη ιδιόρρυθμη αδερφή της, την Καϊνένε (η Καϊνένε ήταν ανέκαθεν, από παιδί ακόμα, απόμακρη, σκυθρωπή, και συχνά πικρόχολη στην εφηβεία της), που αποφασίζει να μείνει στο Πορτ Χάρκουρτ για να διευθύνει επιχειρήσεις. Τα πρόσωπα αυτά πλαισιώνονται και από συγγενείς, πλούσιους και φτωχούς, μορφωμένους και αμόρφωτους, και με φίλους μέσα στους οποίους περιλαμβάνονται μουσουλμάνοι (βόρειοι) και λευκοί.
Όμως ο παντογνώστης αφηγητής φαίνεται να προτιμά την οπτική του φτωχού Ούγκβου. Μέσα απ’ τα μάτια του παραγιού του Οντενίγκμπο, που προσλαμβάνεται στο σπίτι του Οντενίγκμπο και παρατηρεί  με το αγνό του μυαλό όλες τις εξελίξεις, παρακολουθούμε όχι μόνο τα πολιτικά γεγονότα και τον αντίκτυπο στις διάφορες ομάδες της κοινωνίας της Νιγηρίας, αλλά και τις μεγάλες κοινωνικές διαφορές, μιας και ο Ούγκβου έρχεται από ένα ασήμαντο χωριό και εντυπωσιάζεται απ’ όλες τις αστικές συνήθειες των αφεντικών του (ψυγείο, αυτοκίνητα, βιβλία, εφημερίδες, ηλεκτρικό κλπ). Ανοίγει διάπλατα τα μάτια του και τα αυτιά του σε κάθε είδους εισβολή της δυτικής κουλτούρας, κι ενημερώνεται θέλοντας και μη για τις επαναστατικές εξελίξεις παρακολουθώντας τις ατέλειωτες συζητήσεις των αφεντικών του. Δένεται και τους αγαπά, πράγμα που γίνεται αμοιβαίο, κι ως εκ τούτου συμμετέχει στα οικογενειακά θέματα σαν μέλος της οικογένειας αλλά και στις θυελλώδεις συναισθηματικές σχέσεις των ηρώων, όπως διαμορφώνονται και μεταλλάσσονται στις δραματικές αυτές συνθήκες.
Σ’ ένα πρώτο επίπεδο, λοιπόν, έχουμε έντονα ερωτικά πάθη (λεπτές αποχρώσεις πόθου, καρτερία, ζήλειες, απιστίες, κλπ), όχι μόνο της Ολάνα με τον Οντενίγκμπο, αλλά και της Καϊνένε με τον λευκό δημοσιογράφο Ρίτσαρντ που θέλει να γίνει συγγραφέας, και του Ούγκβο με την συγχωριανή του Νεσινάτσι κι αργότερα με την Τσινιέρε και την Εμπερέτσι.  Με όλες τις δυσκολίες που επιβάλλουν όχι μόνο τα ιστορικά γεγονότα αλλά και οι κοινωνικές/φυλετικές διαφορές,  αυτές οι σχέσεις διαπλέκονται και περνούν πολλές δοκιμασίες, ενώ η συγγραφέας με θαυμαστό τρόπο ψυχογραφεί τον κάθε χαρακτήρα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ψυχογράφηση του συνεσταλμένου και μετριοπαθούς Άγγλου Ρίτσαρντ, που βρίσκεται μέσα στην κοινωνία αυτή σαν τη μύγα μές στο γάλα… Ο Ρίτσαρντ νιώθει σε πολλές περιστάσεις άβολα, αμήχανα, ωστόσο έρχεται σε σύγκρουση με την «επίσημη» σχέση του, τη Σούζαν που, εκπροσωπεί την κυρίαρχη αντίληψη των λευκών για τους Νιγηριανούς (είχε την απόχρωση της φωνής ενός ανθρώπου με απόψεις επιβεβλημένες από μιαν αυτάρεσκη αγγλική αξιοπρέπεια). Παρόλη όμως τη φαινομενική του δειλία, έχει το θάρρος να έρθει και όχι μόνο να συζήσει με τη Νιγηριανή Καϊνένε, αλλά να ξεκινήσει κι ένα βιβλίο για την ιστορία της χώρας, όπως επίσης και να γράψει -αργότερα- μια σειρά άρθρων για τον αγώνα της Μπιάφρας (-Ήρθες στη Νιγηρία για να ξεφύγεις από κάτι; -¨Όχι, ανέκαθεν ήμουν μοναχικός και από παιδί ακόμα ήθελα να δω την Αφρική. Έτσι πήρα την άδεια από την ασήμαντη δουλειά μου στην εφημερίδα και να’ μια).
Στο συναισθηματικό επίπεδο, ακόμα, βλέπουμε την εξέλιξη της αδερφικής σχέσης Ολάνα- Καϊνένε που περνά κι αυτή τα 40 κύματα, αλλά και τις σχέσεις όλων αυτών με τους γονείς τους, αντίστοιχα. Μεγάλη επιρροή στην οικογένεια ασκεί η κυριαρχική μητέρα του Οντενίγκμπο που δεν θέλει τη νύφη της, είναι άκρως συντηρητική, μετέρχεται κάθε μέσον (φαρμάκια, μαγικά φίλτρα κλπ) για να αποτρέψει τη συμβίωση του γιου της με την Ολάνα, και καθορίζει τη σχέση με την κόρη τους, την «Μπέμπα» (Οντενίγκμπο: Νκεμ, η μητέρα μου πέρασε όλη τη ζωή της στην Άμπα. Ξέρεις πόσο μικρό χωριό είναι αυτό; Φυσικά και θα νιώσει απειλή από μια μορφωμένη γυναίκα που ζει με το γιο της. Φυσικά και θα πρέπει να είναι μάγισσα. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορεί να το αντιληφθεί. Η αληθινή τραγωδία του μετααποικιακού κόσμου μας δεν είναι ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων δεν έχει λόγο στο κατά πόσο θέλει ή όχι τον νέο κόσμο˙ το πιο τραγικό είναι ότι στους περισσότερους δεν έχουν δοθεί καν τα εφόδια για να διαχειριστούν αυτόν εδώ τον νέο κόσμο).
Ο δυτικός αναγνώστης αιφνιδιάζεται από την ωριμότητα και το ανοιχτό πνεύμα με τα οποία αντιμετωπίζουν οι ήρωες προβλήματα που είναι καίρια και διαχρονικά. Δεν θα πίστευε π.χ. κανείς ότι  στη νιγηριανή κοινωνία του 1960 υπήρχαν γυναίκες που δεν θέλαν, από ιδεολογία, να παντρευτούν (και γενικότερα κυκλοφορούν πολύ χειραφετημένες απόψεις). Ότι άτομα όπως ο Οντενίγκμπο θεωρούν ότι το να φέρεις ένα παιδί σ’ αυτόν τον άδικο κόσμο είναι πράξη απαθούς μικροαστισμού, μια στάση που κρύβει συνήθως ακροαριστερές αντιλήψεις. Ή ότι ορισμένοι απ’ αυτούς δεν μιμούνται με δουλοπρέπεια τους λευκούς αλλά βλέπουν τη δυτική κουλτούρα κριτικά, με την καθαρή ματιά της απόστασης (μερικές φορές είσαι ακριβώς όπως οι λευκοί, έτσι όπως βρίσκουν ανιαρά τα καθημερινά πράγματα). Αντίθετα, υπάρχει σε μεγάλο βαθμό η αντίστροφη προκατάληψη (Νιγηριανών απέναντι στους λευκούς: όσες δικές μας γυναίκες κυνηγούν λευκούς είναι ενός ορισμένου τύπου, κατάγονται από φτωχή οικογένεια και έχουν εκείνο το κορμί που αρέσει στους λευκούς). Υπάρχει βέβαια και η τάση, εκ μέρους των Νιγηριανών, να δυσπιστούν απέναντι στις προθέσεις κάθε λευκού όπως ο Οκεόμα, που δείχνει περιφρόνηση απέναντι στον Βρετανό Ρίτσαρντ, γιατί φαίνεται να πιστεύει ότι οι Αφρικανοί και οι Ευρωπαίοι δεν θα κατάφερναν ποτέ να κατανοήσουν ο ένας τον άλλο. Εντυπωσιάζει επίσης το επιχείρημα με το οποίο υποστηρίζουν τη ντόπια μουσική Χάι Λάιφ και τον μουσικό Ρεξ Λόσον[2], γιατί δεν μένει κολλημένος στη φυλή του, στους Καλαμπάρι˙ τραγουδά σε όλες τις κύριες διαλέκτους.  
Οι συνήθειες και ο τρόπος ζωής των ίγκμπο, οι κοινωνικές τους σχέσεις και οι κοινωνικές αντιθέσεις ενσωματώνονται στην αφήγηση όχι ενημερωτικά/διδακτικά αλλά μέσα από χαρακτηριστικές λεπτομέρειες. Συνήθειες διατροφής, συνήθειες ενδυμασίας (π.χ. αξιοπρόσεκτο ότι οι γυναίκες που πήγαιναν στο πανεπιστήμιο φορούσαν περούκες με μακριά ίσια μαλλιά και μακριά φορέματα που έφταναν ως τους αστραγάλους τους). Και βέβαια αυτές οι συνήθειες είναι διαφορετικές ανάλογα με την κοινωνική τάξη. Οι αντιθέσεις όσο αφορά τον πλούτο και την κοινωνική θέση είναι μεγάλες, και επισημαίνονται έμμεσα στο μυθιστόρημα μέσα από γεγονότα και σύντομες σκηνικές περιγραφές, όπως π.χ.: ο Ούγκβου ευχήθηκε ξαφνικά να μην άγγιζε ο κύριος τη μητέρα του, επειδή τα ρούχα της μύριζαν από την πολυκαιρία και τη μούχλα. Αυτός δεν ήξερε ότι η πλάτη της πονούσε από τη δουλειά στο χωράφι, ότι η φυτεία με τους κοκοφοίνικες έδινε πάντοτε φτωχή σοδειά και ότι το στήθος όντως έκαιγε όταν έβηχε. Οι ανισότητες εντοπίζονται κυρίως ανάμεσα στην οικογένεια του Ούγκβου και κάποιους συγγενείς της Ολάνα στο Κάνο που είναι πάμφτωχοι, και της μεγαλοαστικής οικογένειας της Ολάνα που φαίνεται να είναι διαπλεκόμενη με τη φιλοβρετανική κυβέρνηση.
Ωστόσο το μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχουν οι πολιτικές απόψεις, οι πολιτικές ζυμώσεις, αυτές που προετοιμάζουν και στηρίζουν αυτό το συνταρακτικό εγχείρημα -να εξεγερθούν μια φούχτα κόσμος ενάντια όχι μόνο στη φιλοβρετανική κυβέρνηση, αλλά και στις βόρειες φυλές (στη βόρεια Νιγηρία επικρατούσαν μουσουλμανικές φυλές), και να αποτολμήσουν να αυτοανακηρυχθούν ανεξάρτητο κράτος! και μάλιστα σε μια εποχή που καταστέλλονταν άλλες σημαντικές επαναστάσεις της Αφρικής. Δεν είναι τυχαία βέβαια η έντονη πολιτικοποίηση μιας μερίδας νέων, ίσως της «αφρόκρεμας» των διανοούμενων, μέσα στους οποίους ανήκει ο Οντενίγκμπο και ο κύκλος του (άντρες και γυναίκες), που αποτελεί προϋπόθεση μιας τέτοιας εξέγερσης. Έτσι, βλέπουμε πάλι με κατάπληξη ότι οι ήρωές μας είναι πολύ ενημερωμένοι και διορατικοί, όχι μόνο ο Οντενίγκμπο σαν πανεπιστημιακός καθηγητής που είναι, αλλά και η παρέα του, και οι γυναίκες του κύκλου αυτού, συμμετέχοντας σε συζητήσεις π.χ. για την άρδευση (αν μάθουμε τη σύγχρονη τεχνολογία για την άρδευση, μπορούμε να ταΐσουμε αυτό το λαό χωρίς κανένα πρόβλημα. Μπορούμε να ξεπεράσουμε αυτή την αποικιακή εξάρτηση που δημιουργούν οι εισαγωγές), για την παιδεία (τώρα πρέπει να εφαρμόσουμε ανεξάρτητη εκπαίδευση! Όχι αύριο, τώρα! Διδάξτε στους μαθητές μας τη δική μας ιστορία!). Ξέρουν ότι το Πανεπιστήμιο της Νουσούκα, όπου διδάσκουν ως λέκτορες, παίρνει αμερικανική βοήθεια. Με πολιτική οξυδέρκεια αντιλαμβάνονται ότι οι μεν Βρετανοί ελέγχουν τους δικούς τους μετανάστες, οι ίδιοι όμως, μέλη της Κοινοπολιτείας, δεν μπορούν να ελέγξουν τους Βρετανούς που εγκαθίστανται στις πατρίδες τους. Μπορούν και εκτιμούν τον πολιτισμό τους, τον πολιτισμό των Ίγκμπο, που δεν ξέρουν τι πάει να πει βασιλιάς εμείς έχουμε ιερείς και πρεσβύτερους. Ο τάφος ανήκε, ίσως, σε κάποιον ιερέα. Αλλά ο ιερέας δεν καταδυναστεύει τους ανθρώπους όπως ο βασιλιάς. Μόνο κάποιοι ανόητοι αυτοαποκαλούνται βασιλιάδες σήμερα, επειδή ο λευκός έβαλε πάνω από τα κεφάλια μας εξουσιοδοτημένους αρχηγούς»). Έχουν απόλυτη συνείδηση της ιδιαιτερότητας της δικιάς τους κουλτούρας και μέσω της «Ένωσης Ίγκμπο» ιδρύουν Δημοτικά Σχολεία όπου διδάσκουν τα ίγκμπο στα αιδιά των χωριών.

Όταν εμείς πεθαίναμε, ο κόσμος ήταν σιωπηλός[3]

«Όταν εμείς πεθαίναμε, ο κόσμος ήταν σιωπηλός» είναι ο εύστοχος τίτλος του βιβλίου που ετοιμάζει ο Ρίτσαρντ, αργά και μεθοδικά καθώς κρατά σημειώσεις απ’ αυτά που βλέπει να διαδραματίζονται γύρω του (στην ερώτηση γιατί χρησιμοποιεί το «εμείς» απαντά με αυτοσυνειδησία και αποφασιστικότητα, αφήνοντας να εννοηθεί ότι πρόκειται για έναν αγώνα που τον αφορά και κείνον). Τα αποσπάσματα των σημειώσεων αυτών φτάνουν στον αναγνώστη σποραδικά, και σχηματίζουν ένα ιστορικό διάγραμμα από τον 19ο ακόμα αιώνα, που η Νιγηρία δεν υπήρχε σαν κράτος (ιδρύθηκε το 1914). Μιλά για τη διάκριση Βορρά- Νότου, και τις προτιμήσεις των μεγάλων δυνάμεων (η Βρετανία προτιμά τον φεουδαλικό Βορρά, η Γαλλία υποστηρίζει χλιαρά τους «νεγροειδείς» νότιους γιορούμπα και ίγκμπο: οι Βρετανοί έπρεπε να διατηρήσουν τη Νιγηρία ως είχε: το πολεμικό τους λάφυρο και το δημιούργημά τους, τη μεγάλη αγορά τουε, το δικό τους αγκάθι στο μάτι της Γαλλίας)
Όμως,  μετά το πραξικόπημα του Νζεόγκβου («δεν είναι κομμουνιστής;» (!:)), που σηματοδότησε την ανεξαρτησία του κράτους της Μπιάφρα, όλα αρχίζουν να αλλάζουν καταιγιστικά. Τη σύντομη περίοδο ενθουσιασμού και ικανοποίησης από τους στόχους που βάζει το Επαναστατικό Συμβούλιο (έθνος απαλλαγμένο από τη διαφθορά και τις εσωτερικές διαμάχες, ελευθερία από κάθε μορφή καταπίεσης, «δε θα ντρέπεστε, πλέον, να λέτε ότι είστε Νιγηριανοί) ακολούθησε μια τρομακτική αλληλουχία ελπίδας, αγωνιστικότητας, αλλά και πανικού, διώξεων, οικονομικού αποκλεισμού, προσφυγιάς, πείνας, θανάτου… Και το ξεκλήρισμα αυτό εγκαινιάζει μια περίοδο στην παγκόσμια ιστορία αφανισμού αμάχων, που η διεθνής κοινότητα αντικρίζει με απάθεια, ανήμπορη να βοηθήσει ουσιαστικά.
Στον μικρόκοσμο του Ούγκβου, του Οντενίγκμο και της Ολάνα όλα ανατρέπονται, όλα επιταχύνονται. Οι πολιτικές συζητήσεις απογειώνονται, καθώς καυτά θέματα προκύπτουν συνέχεια απ’ τα γεγονότα (π.χ. Πρέπει να θανατωθεί ο τοπικός αρχηγός του βορρά, ο πνευματικός ηγέτης των μουσουλμάνων Σαρντάουνα που καταπίεζε τους βόρειους; Είναι απαραίτητη μια κυβέρνηση ενότητας που θα μπορούσε να εμποδίσει τον αυθαίρετο διαχωρισμό της χώρας σε επαρχίες και τομείς; Θα γίνει δεύτερο πραξικόπημα, απ’ τους βόρειους αυτή τη φορά;).
Και έγινε το δεύτερο πραξικόπημα, και άρχισαν οι ανελέητοι διωγμοί των ίγκμπο, οι άπειρες φρικαλεότητες των βορείων˙ ομαδικές εκτελέσεις, ταπεινώσεις, βασανισμοί, απίστευτες ιστορίες αφανισμού που αγγίζουν φυσικά τους ήρωές μας, άμεσα ή έμμεσα. Αλλά υπήρχαν κι άλλες ιστορίες: για το πώς οι Βρετανοί λόγιοι στο πανεπιστήμιο της Ζάρια ενθάρρυναν τις σφαγές κι έστελναν φοιτητές στο δρόμο για να ξεσηκώσουν τη νεολαία, για το πώς πλήθη ολόκληρα στους χώρους στάθμευσης του Λάγκος είχαν γιουχαϊστεί και χλευαστεί. Η πολιτική εθνικής ισορροπίας αποτυγχάνει όλο και περισσότερο με ευθύνη και της «προστάτιδας δύναμης» (του Βρετανού διοικητή) που αρνείται πεισματικά να προωθήσει και ίγκμπο στις θέσεις-κλειδιά, αντίθετα διατάζει την εξόντωσή τους (η βρετανική κυβέρνηση είχε προηγούμενο με τους ίγκμπο, τους οποίους είχε διώξει και μακελέψει και το 1945). Ο τρομερός εμφύλιος ξεσπά απροκάλυπτα με αποτέλεσμα τυφλούς σκοτωμούς στο Κάνο (όπου ζουν οι συγγενείς της Ολάνα) και στο Μαϊντουγκούρι (500 άτομα). Η απόσχιση και η μονομερής ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Δημοκρατίας της Μπιάφρας[4] από τον αντισυνταγματάρχη Οτζούγκβου είναι πια αναπόφευκτα. Και πάλι ελπίδα, και πάλι ενθουσιασμός, και πάλι συγκεντρώσεις, ομιλίες, αγώνες.
Η επίδραση των γεγονότων στους μυθιστορηματικούς μας ήρωες και στις σχέσεις μεταξύ τους είναι καταλυτική. Χάνουν φίλους, συντρόφους, συγγενείς. Η Καϊνένε καταρρέει (ήταν η πρώτη φορά που η Ολάνα έβλεπε την Καϊνένε να κλαίει από τότε που ήταν παιδιά), ενώ οι σχέσεις μεταξύ όλων μεταλλάσσονται διαρκώς (κάποιο μυστήριο πλανιέται ανάμεσα στην Ολάνα και τον Ρίτσαρντ, που επηρεάζει και τη σχέση των δυο αδερφών- η συγγραφέας με έντεχνα φλας μπακ μας κρατά το ενδιαφέρον και σ’ αυτό το επίπεδο). Η Νιγηρία (οι «ομοσπονδιακοί»), μη αναγνωρίζοντας φυσικά το νέο κράτος, προβαίνει αμέσως σε αστυνομικές επεμβάσεις προκειμένου να επαναφέρει τους επαναστάτες της Μπιάφρας σε τάξη είναι βλέπεις το πετρέλαιο»). 
Και ο κλοιός στενεύει ολοένα. Ο πόλεμος εκ μέρους των Μπιαφρανών γίνεται με… ανύπαρκτα όπλα. Το σύντομο διάλειμμα χαράς μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας διαδέχεται η αποδοχή του Πολέμου. Έπεται η φτώχεια, τα προβλήματα ανεφοδιασμού, η έλλειψη τροφίμων, φαρμάκων, η προσφυγιά. Μια και δυο και τρεις φορές (τα σχολεία γίνονται καταυλισμοί προσφύγων). Βομβαρδισμοί, φρίκη στα καταφύγια, ψείρες, ουρές στα συσσίτια. Και το τρομερό κουαρσιόκορ, η αρρώστια που προσβάλλει κυρίως τα μικρά παιδιά από έλλειψη πρωτεΐνης, με συμπτώματα τυμπανισμού, τριχόπτωσης, απώλειας βάρους κ.α. Άλλοι παθαίνουν κατάθλιψη, άλλοι μαλώνουν, άλλοι ψυχραίνονται, η πεθερά της Ολάνα σκοτώνεται αρνούμενη να εγκαταλείψει το χωριό της.  Η επιστράτευση ανήλικων αγοριών (Ταξιαρχία των Αγοριών της Μπιάφρα) συγκλονίζει όλον τον κόσμο, ενώ συστήνονται «Επιτροπές Διαφωτισμού», όπου η Ολάνα και ο Οντενίγκμπο (αργότερα και ο… Ούγκβου) κάνουν μαθήματα επιμόρφωσης, ενεργοποιούνται μέσα στην απελπισία φτιάχνοντας π.χ. καλάθια ή λάμπες, συμμετέχουν στην Οργάνωση Μαχητών για Ελευθερία της Μπιάφρα. Η συγγραφέας μάς μεταφέρει έντεχνα και στο μέτωπο του πολέμου (επιστρατεύουν τον Ούγκβου), όπου η φρίκη είναι διαφορετική, και η διάψευση ακόμα μεγαλύτερη. Ο Ούγκβου, με οξυδέρκεια και παρατηρητικότητα συγγραφέα βιώνει απίθανες καταστάσεις.
Ο κλοιός σφίγγει η κατάσταση γίνεται όλο και πιο ασφυκτική για τα πρόσωπα του μυθιστορήματος, που ζουν τη δίνη των ιστορικών γεγονότων, όπως τα ξέρουμε από την Ιστορία.  Δεν είναι σκόπιμο βέβαια να αποκαλυφθεί η έκβαση της μοίρας τους στην παρουσίαση αυτή εδώ. Αυτό που μένει σα γεύση από το εξαιρετικά σύνθετο και πολυεπίπεδο μυθιστόρημα της Αντίτσι είναι αυτό που είναι γνωστό, ότι ο πόλεμος τελείωσε με συντριπτική ήττα και ταπείνωση μιας δυναμικής και περήφανης φυλής, ενός ολόκληρου κόσμου που το μόνο που θέλησε ήταν να αποκτήσει την αυτονομία του…

Χριστίνα Παπαγγελή

Υ.Γ. Αξίζει να παρακολουθήσει κανείς τη συνέντευξη της εντυπωσιακής καθ΄όλα συγγραφέα Τσιμαμάντα Αντίτσι στο TED.


[1] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CF%80%CE%B9%CE%AC%CF%86%CF%81%CE%B1
[2] https://www.youtube.com/watch?v=TFilIFOlZe8
[3] http://www.mixanitouxronou.gr/i-pio-sintomi-dimiourgia-kratous-stin-istoria-i-nea-chora-dialithike-se-lige-ores-ke-to-sima-tis-itan-to-prasino-chroma-ke-o-ilios/
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CF%80%CE%B9%CE%AC%CF%86%CF%81%CE%B1
[4] η ονομασία προέκυψε από τον κολπίσκο της Μπιάφρα