Πέμπτη, Δεκεμβρίου 14, 2017

Η ώρα του αστεριού, Κλαρίσε Λισπέκτορ

Πώς ν’ αρχίσεις από την αρχή,
αν τα πράγματα συμβαίνουν πριν συμβούν;

Με βουτιά στα πιο βαθιά επίπεδα του συνειδητού και του υποσυνείδητου ενός «συγγραφικού εγώ» ξεκινά (και τελειώνει θα έλεγα) το παράξενο αυτό βιβλίο, που δύσκολα μπορεί να το κατατάξει κανείς.  Σίγουρα δεν είναι μυθιστόρημα, -ή μάλλον νουβέλα λόγω της μικρής του έκτασης-, γιατί κυριαρχεί ο αναστοχασμός  που συνοδεύει τη διαδικασία της συγγραφής μιας ιστορίας. Έτσι, τρόπον τινά πρωταγωνιστεί η… γραφή. Η γραφή, που ξορκίζει τον θάνατο, τον θάνατο που όπως αναφέρει ο αφηγητής και στην προτελευταία σελίδα «σ’ αυτήν την ιστορία είναι ο επίλεκτός μου χαρακτήρας». Είναι πάντα παρών ο «συγγραφέας» ονόματι Ροντρίγκο, μία αρσενική περσόνα της γνωστής μυθιστοριογράφου Βραζιλιάνας Λισπέκτορ (όπως επισημαίνει η ίδια η Λισπέκτορ στην εισαγωγή: "Αφιέρωση του συγγραφέα, στην πραγματικότητα Κλαρίσε Λισπέκτορ") και ξεκινά να αφηγείται λίγο πριν τη σύλληψη του νέου του βιβλίου - που τυχαίνει να είναι και το κύκνειο άσμα της πραγματικής συγγραφέα.
Έχουμε λοιπόν όλη την περιπέτεια μιας αφήγησης κι ενός είδους αυτοαναφορικότητα στο τέρμα, που συνήθως δε μ’ ενθουσιάζει καθόλου  (βρίσκω βαρετές κι ανούσιες τις αυτοαναφορικές πινελιές που προσπαθούν να δώσουν εκσυγχρονισμένη μεταμοντέρνα όψη σε μια συνηθισμένη αφήγηση)! Όμως, η γραφή της Λισπέκτορ είναι τόοοοσο εξαιρετική (>εξαίρεση) -όπως διαφορετικό ήταν και το Κοντά στην άγρια καρδιά-, που ομολογουμένως… «υποκλίνομαι».
Διαβάζουμε λοιπόν για την αοριστία της σύλληψης της αρχικής ιδέας, της ηρωίδας, του τόπου και του χρόνου, διαβάζουμε για την αοριστία της εγκυμονούσας δημιουργίας: Πώς ν’ αρχίσεις, απ’ την αρχή αν τα πράγματα συμβαίνουν πριν συμβούν;/ πώς γίνεται να ξέρω όλο αυτό που θα ακολουθήσει και που ακόμη αγνοώ, εφόσον δεν το έζησα ποτέ;  Χανόμαστε στις πρώτες σελίδες μέσα στον κυκεώνα των πιο μύχιων σκέψεων και ακραίων συνειδητοποιήσεων του ανθρώπου που «όσο θα έχει ερωτήσεις και δεν θα υπάρχει απάντηση θα συνεχίσει να γράφει», γιατί όπως λέει -από την πρώτη πρώτη σελίδα: η πιο αληθινή ζωή μου είναι μη αναγνωρίσιμη, άκρως εσωτερική και δεν υπάρχει ούτε μια λέξη που να τη σημαίνει.
Το βιβλίο αυτό είναι ερώτημα
Ο «συγγραφέας» μιλά για την ανάγκη να εκφράσει το αίσθημα του χαμού στο πρόσωπο μιας κοπέλας απ το Νορντέστε. Επιλέγει αυτήν την περιοχή της Β. Βραζιλίας (όπου η Λισπέκτορ έζησε αρχικά όταν οι γονείς της φτάσαν ως μετανάστες απ’ την Ουκρανία) γιατί εκεί οι άνθρωποι είναι πάμφτωχοι, άθλιοι  κι ανώνυμοι, χωρίς μέλλον. Θέλει μια ιστορία ψυχρή, όπου να ανασαίνει μια πρωτογενής ζωή (αυτό που γράφω είναι κάτι περισσότερο από επινόηση, είναι υποχρέωσή μου να μιλήσω γι’ αυτήν την κοπέλα ανάμεσα σε χιλιάδες σαν κι αυτήν).
Προτού να χτίσει τη σύντομη ιστορία της Μακκαμπέα, αυτής της άκακης, παρθένας, ανόητης κοπέλας, ο συγγραφέας εκθέτει όλα τα πνευματικά του πισωγυρίσματα (πώς φοβάμαι να ξεκινήσω και να μην ξέρω ακόμα ούτε το όνομα της κοπέλας), μιλά για την έμπνευση (όπως μπορεί κανείς να μιλήσει γι’ αυτήν), για τα «εργαλεία του», για τον τρόπο του, για τους δισταγμούς του: κατάφερνα ένα άδειασμα της ψυχής, το άδειασμα είναι όλα όσα μπορώ να έχω/πρέπει να μιλήσω απλά για να συλλάβω τη λεπταίσθητη και ασαφή της ύπαρξη/χρειάζεται να με αντιγράψω με τη λεπτότητα άσπρης πεταλούδας/ξάφνου παθιάστηκα για τα γεγονότα δίχως λογοτεχνία/δεν είμαι διανοούμενος, γράφω με το σώμα.
Χτίζεται αργά αργά και με πισωγυρίσματα, με αυτοαναιρούμενη γραφή μια μικρή προσωπική ιστορία, ο βίος μιας ηρωίδας που δεν γνωρίζει τίποτα για τον εαυτό της, είναι ολομόναχη στον κόσμο, δεν αναρωτιέται ποτέ «ποια είναι;» (μονάχα ζει), και είναι δυστυχισμένη (ή κι ευτυχισμένη κάποιες φορές) εν αγνοία της.  Εργάζεται ως δακτυλογράφος, δεν έχει καμιά γοητεία (μόνο εγώ, ο δημιουργός της την αγαπώ), είναι τόσο νέα και τόσο σκουριασμένη.
Ο δημιουργός της λοιπόν επιλέγει έναν κοινό τύπο ανθρώπου που ήξερε όσα ξέρουμε με το που γεννιόμαστε, έναν χαρακτήρα  για τον οποίο η θλίψη είναι πολυτέλεια, το μέλλον είναι πολυτέλεια∙ πρόκειται για μια ανώνυμη, κοινή κοπέλα, τόσο αρχαία που θα μπορούσε να είναι βιβλική μορφή. Δεν είναι όμως ούτε αναίσθητη, ούτε ανάπηρη. Έχει πίστη, έχει πόθους, έχει απολαύσεις. Αναγκαστικά λοιπόν ο συγγραφέας σκαλίζει έναν υπαρκτό, αλλά παράξενο συναισθηματικό κόσμο: μπορεί η ζωή της να ήταν ένας διαλογισμός διαρκείας πάνω στο τίποτα, ταυτόχρονα όμως ήξερε τι ήταν πόθος αλλά δεν ήξερε πως ήξερε/είχε αυτό που λέμε εσωτερική ζωή και δεν το ήξερε.
Γιατί ο συγγραφέας βάζει όλους αυτούς τους περιορισμούς στην ύπαρξη στην οποία δίνει πνοή; Αυτό αναρωτιέται ξανά και ξανά ο ίδιος, με όλους τους τρόπους κι απ’ όλες τις πλευρές. «Γιατί γράφω;» αναρωτιέται, για να δώσει σκόρπια κι ακατάστατα εκπληκτικής δύναμης «απαντήσεις»: εκείνη εκβίασε μέσα μου την ύπαρξή της/μέσω της νέας αυτής ουρλιάζω τον δικό μου τρόμο στη ζωή. Στη ζωή που αγαπάω τόσο/η δράση αυτής της ιστορίας θα έχει ως αποτέλεσμα τη μετουσίωσή μου σε κάποιον άλλο και την υλοποίησή μου επιτέλους σε αντικείμενο. Ναι, και ίσως φτάσω το γλυκό φλάουτο γύρω απ’ το οποίο θα τυλιχτώ σαν εύκαμπτος κισσός.
Θα πρέπει να αντιγράψω όλο το βιβλίο, αν θελήσω πραγματικά σε μια ανάρτηση να κρατήσω όλη την ουσία, γιατί αν και το κείμενο είναι ακατάστατο από άποψη δομής (ούτε καν ημερολόγιο, σκόρπιες σημειώσεις με αφηγηματικά διαλείμματα), είναι περιεκτικό και πολύ ποιητικό (το ίδιο σύνδρομο είχα και με το άλλο βιβλίο της Λισπέκτορ, Κοντά στην άγρια καρδιά). Η πιο μεγαλειώδης όμως απάντηση, για μένα, στο ερώτημα «Γιατί γράφω για μια νεαρή που ως και η φτώχεια της είναι ξεστόλιστη;» είναι: υποχρεούμαι να αναζητώ μια αλήθεια που με υπερβαίνει/ίσως επειδή στη φτώχεια σώματος και πνεύματος αγγίζω την αγιότητα/ δεν αντέχω πλέον τη ρουτίνα να είμαι εγώ.
Είναι φανερό ότι η άσκηση στην οποία υποβάλλει ο/η συγγραφέας τον εαυτό του/της για να αποδώσει τον ψυχικό κόσμο της Μακκαμπέα είναι μια μαθητεία. Οδηγεί σε ψυχική απογύμνωση, όπως γυμνή από σκέψεις είναι η ιδιοσυγκρασία της Μακκαμπέα. Για να συλλάβει την ψυχή της ηρωίδας νιώθει ότι πρέπει να ζει και κείνος όπως εκείνη (πρέπει να τρέφομαι λιτά με φρούτα κλπ) : θα πρέπει να γραφώ ολόκληρος εγώ μέσα από κείνη εν μέσω των δικών μου τρόμων/ στην ουσία είμαι περισσότερο ηθοποιός γιατί, μονάχα μ’ έναν τρόπο στίξης, γίνομαι ταχυδακτυλουργός του επιτονισμού, υποχρεώνω την αλλότρια ανάσα να μου κρατάει συντροφιά στο κείμενο. Δεν είναι τυχαίο, επίσης, ότι ο συγγραφέας που διάλεξε η Λισπέκτορ είναι αρσενικού γένους, όπως επισημαίνει στο επίμετρο η μεταφράστρια Ελένη Σιξού (πολύ καλή η μετάφραση, παρεμπιπτόντως)… Αλλιώς θα έβλεπε μια γυναίκα κι αλλιώς ένας άντρας την άσημη Μακκαμπέα; Πιθανόν, εφόσον κ Λισπέκτορ λέει ότι "αν ο συγγραφέας ήταν γυναίκα, θα άρχιζε τις γλυκανάλατες κλάψες". Πάντως ο Ρικάρντο, σαν άντρας, βλέπει από διαφορετική απόσταση τη γύμνια (εσωτερική κι εξωτερική) της Μακκαμπέα, μάλιστα αναρωτιέται για το πώ είναι το φύλο της (το μοναδικό σφοδρό σημάδι της ύπαρξής της/εκείνη δε ζητούσε τίποτα αλλά το φύλο της είχε απαιτήσεις, σαν ηλιοτρόπιο που γεννιέται σε τύμβο).
Και, όσο αφορά τα γεγονότα… Τα γεγονότα είναι ηχηρά μα ανάμεσα στα γεγονότα υπάρχει ψίθυρος. Τα γεγονότα βασανίζουν τον/την συγγραφέα  γιατί είναι ακατέργαστα, γιατί είναι σκληρές πέτρες και δεν μπορείς να τ’ αποφύγεις, ίσως γιατί θέλει να προχωρήσεις στην ουσία, πέρα απ’ τα γεγονότα. Όμως δεν μπορεί να χτίσει χωρίς αυτά, δεν μπορεί να χτίσει με την ανούσια επανάληψη που χαρακτηρίζει τη ζωή της Μακκαμπέα (όσο για μένα, συγγραφέα μιας ζωής, δεν τα πάω καλά με την επανάληψη: η ρουτίνα με απομακρύνει από τις πιθανές μου καινοτομίες). Και οι πολλοί τίτλοι που προτάσσονται της αφήγησης δείχνουν αυτήν την ανησυχία, την έλλειψη εστίασης σε ένα κεντρικό θέμα.
Η ιστορία της Μακκαμπέα είναι σύντομη και ανιαρή αλλά έχει αρχή, μέση και τέλος. Ερωτεύεται, ποθεί έντονα το αντικείμενο του πόθου(η Μακκαμπέα είχε μια δυστυχία, ήταν αισθησιακή), ονειρεύεται, νιώθει ευτυχία (είχε την καθαρή ευτυχία των ανόητων). Αγαπά τη μουσική, την απολαμβάνει με πάθος γιατί το απώτατο υπόστρωμα της μουσικής ήταν η μοναδική της δόνηση. Και πρωτοβουλίες παίρνει, και σχέσεις σεξουαλικές έχει. Και τα δυο πρόσωπα που πλαισιώνουν την ιστορία αυτή (ο εραστής και η χαρτορίχτρα) περιγράφονται κάπως πιο κλασικά, από την απόσταση του παντογνώστη συγγραφέα.
Όμως είναι φανερό ότι το απροσδόκητο τέλος είναι κι αυτό που αποκαλύπτει τις βαθύτερες προθέσεις του/της συγγραφέα, αυτό που επιδίωκε να διερευνήσει και να βιώσει μέσα από αυτήν την «πτωχή τω πνεύματι» και σώματι ηρωίδα. Είναι ο συγγραφέας και μπορεί να μην ολοκληρώσει την ιστορία, να αφήσει την ηρωίδα «στο δρόμο». Όμως όχι, όπως λέει και ο ίδιος (η ίδια): θα πάω ως εκεί όπου ο αέρας σώνεται, θα πάω ως εκεί όπου η μεγάλη θύελλα κοπάζει ουρλιάζοντας, θα πάω ως εκεί που το κενό κάνει καμπύλη. Δεν την ενδιαφέρουν η δομή ή η αποτελεσματικότητα της μορφής τη Λισπέκτορ, τουλάχιστον στο έργο αυτό. Στις τελευταίες σελίδες ιδιαίτερα είναι σα να διαβάζουμε απελπισμένα σημειώματα κάποιου που βιάζεται προσπαθώντας να καταλάβει πώς φτάνει κανείς στο τέλος...
...γιατί αργά ή γρήγορα φτάνει για όλους η «ώρα του αστεριού»[1]. Έτσι και η Μακκαμπέα
(…) στα σίγουρα θα πέθαινε μια μέρα σαν να είχε αποστηθίσει από πριν νεράκι το ρόλο του αστεριού. Γιατί την ώρα του θανάτου οι άνθρωποι γίνονται λαμπερά αστέρια του σινεμά, είναι η στιγμή της δόξας του καθενός και είναι τότε που -σαν χορωδία- ηχούν συριστικές κορόνες.

[1] τίτλος που προκρίθηκε απ’ τον εκδοτικό οίκο εφόσον όπως είπαμε η Λισπέκτορ είχε πολλούς τίτλους μέσα στους οποίους και… την υπογραφή της, έτσι και η ηρωίδα της ήξερε όσα ξέρουμε όλοι με το που γεννόμαστε, ήξερε ότι

Χριστίνα Παπαγγελή

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 04, 2017

Απ’ τον αέρα πιο ελαφριά, Φεδερίκο Ζανμέρ

Απ τον αέρα πιο ελαφριά είναι η επιθυμία κάθε γυναίκας
Πολύ πρωτότυπη και γεμάτη υποσχέσεις η βασική σύλληψη στο βιβλίο αυτό του Αργεντίνου συγγραφέα Federico Jeanmaire: η 94χρονη πρωταγωνίστρια καταφέρνει να κλείσει στην τουαλέτα του σπιτιού της τον 14χρονο… ληστή της, εν πάση περιπτώσει τον πιτσιρικά που προσπάθησε να τη ληστέψει! Εμείς παρακολουθούμε τον ατέλειωτο μονόλογό της προς τον  -ίσως μοναδικό- ακροατή που της παραχώρησε η μοίρα, με τον οποίο δένεται συναισθηματικά για 4 μέρες που κρατά αυτή η παράδοξη συμβίωση.
Έχει επομένως δραματικότητα το βιβλίο, θα μπορούσε να είναι κάλλιστα θεατρικό με μία μόνο ηθοποιό μάλιστα, εφόσον δεν «ακούμε» τις απαντήσεις του έγκλειστου νεαρού, παρά καταλαβαίνουμε τις αντιδράσεις του μόνο απ’ τα συμφραζόμενα. Παρακολουθούμε τις μεγάλες διακυμάνσεις στην ψυχολογία της υπέργηρης ηρωίδας αλλά και το απροσδόκητο πάθος που της δημιουργεί η φροντίδα και η έγνοια της για ένα παιδί, πράγμα που ποτέ πριν δεν το είχε βιώσει. Μαθαίνουμε για τη δύσκολη ζωή της αλλά κυρίως για την τραγική ζωή της μητέρας της, που δεν γνώρισε γιατί πέθανε όταν εκείνη ήταν δυο χρονών.
Η  Ραφαέλα (Λίτα, όπως την αποκαλεί και ο ίδιος ο Σάντι (>Σαντιάγο) χαϊδευτικά όταν θέλει να την καλοπιάσει) βρίσκει ευκαιρία να διηγηθεί επιτέλους σε κάποιον ιστορία της μητέρας της, της Ντελίτας (τυχαία η επιλογή του υποκοριστικού Λίτα; Η Ραφαέλα μισεί το όνομά της). Αρχίζει και την αφηγείται σε συνέχειες στον 14χρονο νεαρό, που θέλοντας και μη, ακούει. Είναι μια ψιλοκουφή ιστορία που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν ξεπήδησε από τη φαντασία της γιαγιάς (άλλωστε πώς ξέρει τόσες λεπτομέρειες;), αλλά κερδίζει την προσοχή του Σάντι γιατί αφορά μια δυναμική και πανέμορφη γυναίκα που μεταχειρίζεται κάθε, μα κάθε μέσον για να εκπληρώσει την ακατανίκητη επιθυμία της να… πετάξει (συγκεκριμένα με ένα αεροσκάφος Farman)! Η εξιστόρηση διακόπτεται από διάφορα μικροεπεισόδια αγάπης και μίσους ανάμεσα στους δυο, αλλά δεν μπορεί κανείς να μη θαυμάσει μέσα στην αφήγηση της Λίτας και μέσα απ όλη της την προσωπικότητα τον δυναμισμό και τη μαχητικότητα  της γυναικείας χειραφετημένης ψυχολογίας. Γιατί, φυσικά, η «επιθυμία της γυναίκας είναι κι απ’ τον αέρα πιο ελαφριά», και πολλά εμπόδια υπάρχουν στο δρόμο της παράτολμης Ντελίτας (ανέκαθεν θαύμαζα την αποφασιστικότητα της μητέρας μου, το θάρρος της. Και δε μιλάω γι' αυτό το θάρρος που επέδειξε στο τέλος, αυτό ήταν η λογική κατάληξη μιας αλληλουχίας γεγονότων που το κατέστησαν αναγκαίο· αυτό που ανέκαθεν θαύμαζα στη μητέρα μου είναι η τόλμη της, που είχε ένα όνειρο, ένα στόχο να επιτελέσει. Το αν κανείς το πραγματώσει ή όχι το όνειρό του δε μου φαίνεται τόσο σημαντικό όσο το να περάσει τη ζωή του κυνηγώντας το)…
Είναι ένα εύληπτο, μονοδιάστατο βιβλίο (ελαφρώς κουραστικό ως εκ τούτου), που το ενδιαφέρον του συνίσταται στο ότι διαγράφεται η ψυχολογία (οι αγωνίες, οι δυσκολίες, η σοφία) της ηλικιωμένης γυναίκας, και ο τρόπος που αγκιστρώνεται από τις αναμνήσεις της καθώς φτιάχνει το τελευταίο της αφήγημα. Επιπλέον, νιώθεις περιέργεια για το πού θα οδηγήσει αυτή η παράδοξη συνθήκη στην οποία βρέθηκαν οι δυο ήρωες.
Δεν θα μαρτυρήσω φυσικά το τέλος, θα πω μόνο ότι ήταν απροσδόκητο για μένα, αλλά πολύ δυνατό. 
Χριστίνα Παπαγγελή 

Τρίτη, Νοεμβρίου 28, 2017

Ο μπολσεβικικός μύθος, Αλεξάντερ Μπέρκμαν

Συγκλονιστική κι αυτή η μαρτυρία του αναρχικού Ρώσου Αλεξάντερ Μπέρκμαν[1] για τα χρόνια από τον εμφύλιο της Οκτωβριανής επανάστασης (Δεκέμβρη του 1919) μέχρι το αιματοκύλισμα της Κροστάνδης (1921), εφόσον έζησε τα γεγονότα και συμμετείχε σ’ αυτά. Από άποψη ιστορικού ενδιαφέροντος τη βρήκα ισάξια της αντίστοιχης του Βικτόρ Σερζ (Αναμνήσεις ενός επαναστάτη 1 και 2), αν και λιγότερο εκτεταμένη (άλλωστε καλύπτει και πολύ μικρότερη χρονική διάρκεια), αλλά και λιγότερο «λογοτεχνίζουσα», με την έννοια ότι υπάρχει ημερολογιακή καταγραφή και όχι αναστοχασμός πάνω στα γεγονότα. Το ημερολόγιο, απ’ την άλλη έχει την ιδιαιτερότητα ότι καταγράφεις τις στιγμές χωρίς να ξέρεις τι θα επακολουθήσει, έχει λοιπόν άλλου είδους παραστατικότητα/ζωντάνια, και αξία ως μαρτυρία.
Όπως και ο Σερζ, ο Μπέρκμαν προσέγγισε την επανάσταση των Μπολσεβίκων χωρίς να απαρνηθεί την ιδεολογία του αναρχισμού, και υποστήριξε την πολιτική της λενινιστικής κυβέρνησης πιστεύοντας ότι η δικτατορία του προλεταριάτου θα ήταν μια σύντομη περίοδος εδραίωσης του νέου καθεστώτος έναντι της μοναρχίας του Τσάρου. Έτσι, ενώ και οι δυο (Σερζ και Μπέρκμαν), πιστοί στο όραμα της κοινωνικής δικαιοσύνης όπως την αντιλαμβάνονται οι αναρχικοί, διακρίνουν με οξυδέρκεια τα λάθη και τις αντιφάσεις της πολιτική του Λένιν, του Τρότσκι, του Ζηνόβιεφ κλπ, αισιοδοξούν ότι αυτά θα ξεπεραστούν όταν θα παγιωθεί το κομμουνιστικό αταξικό κράτος (ο Σερζ νομίζω ενδίδει κάπως περισσότερο στο πνεύμα του λενινισμού-μπολσεβικισμού). Όμως  αργά ή γρήγορα συνειδητοποιούν ότι δεν πρόκειται απλώς για λάθη, αλλά για εγκλήματα, κι αυτή την οδυνηρή διάψευση παρακολουθούμε εμείς, βήμα βήμα. Μετά δε την άγρια καταστολή της εξέγερσης της Κροστάνδης, η κυβέρνηση («Κρατικός Καπιταλισμός») των Μπολσεβίκων, επειδή δεν έχει ανάγκη πια τους αναρχικούς (που βοηθούσαν στον εμφύλιο), τους ασκεί απροκάλυπτη δίωξη και τους εκτελεί χωρίς δίκη, ενώ πολλοί, ανάμεσά τους και ο Μπέρκμαν, διαφεύγουν στο εξωτερικό.
Το ημερολόγιο του Μπέρκμαν ξεκινά τον Δεκέμβρη του 1919, όταν με άλλους 249 (ανάμεσά τους τρεις γυναίκες) Ρώσους απελαθέντες αναρχικούς και συνδικαλιστές στις ΗΠΑ, επιβαίνει στο θρυλικό μεταγωγικό Buford που από την Αμερική τους μεταφέρει στην επαναστατημένη Ρωσία. Ήδη ο Μπέρκμαν έχει εκτίσει ποινή δύο χρόνων στην Ατλάντα της Τζόρτζια για «αντιμιλιταριστική προπαγάνδα» μέσα σε άθλιες συνθήκες (ναι, στη «χώρα της ελευθερίας»)!
Στη Ρωσία ο εμφύλιος δεν έχει τελειώσει και ο Λευκός Στρατός απειλεί αρκετές περιοχές. Στις δύσκολες συνθήκες του ταξιδιού προστίθεται και η αγωνία μήπως πέσουν πάνω στον στρατηγό του τσαρικού στρατού, τον Ντενίκιν. Όμως ο Μπέρκμαν δεν δίνει μια στεγνή περιγραφή των γεγονότων, αντίθετα στις καταγραφές του υπάρχει διάχυτο το ανθρώπινο, καθημερινό στοιχείο (π.χ. παρά τη μεγάλη αγωνία μας σχετικά με το πού μας πηγαίνουν, πέφτει πολύ γέλιο και πειράγματα στην καμπίνα μας). Έτσι, αποκτάμε μια συνολική εικόνα της τότε ατμόσφαιρας, τις σχέσεις π.χ. με το προλεταριάτο ή τους Σπαρτακιστές της Γερμανίας (οι οποίοι π.χ. στέλνουν συντροφικούς χαιρετισμούς όταν το πλοίο αράζει προσωρινά στο κατεστραμμένο Κίελο) ή τον κίνδυνο σε σχέση με τους Φινλανδούς που τους θεωρούν προαιώνιους εχθρούς κ.α.
Την επιστροφή στη «Σοβιετική γη» ο Μπέρκμαν την ονομάζει «την πιο υπέροχη μέρα της ζωής του». Η θερμή λαϊκή συγκέντρωση που είχε οργανωθεί ήταν συγκλονιστική για τους απελαθέντες εξόριστους, ενώ ο κόσμος ζει ακόμα με την -φρούδα- προσδοκία ότι η επανάσταση του προλεταριάτου έχει εξαπλωθεί σε Αμερική και Ευρώπη.
Στα δυο χρόνια της ημερολογιακής καταγραφής, ο αφηγητής μεταβαίνει στα δυο βασικά αστικά κέντρα, στην Πετρούπολη και  στη συνέχεια στη Μόσχα, αρχικά με την ιδιότητα του διερμηνέα. Στη συνέχεια, με αφορμή διάφορες αποστολές  που αναλαμβάνει (όπως να παραλάβει  Αμερικανούς πολιτικούς εξόριστους που αποδείχτηκε ότι ήταν Ρώσοι αιχμάλωτοι πολέμου, ή να βοηθήσει στην οργάνωση θερινών εγκαταστάσεων -«θερέτρων»- που θα φιλοξενούσαν 50000 εργάτες για ξεκούραση και μεγαλύτερο συσσίτιο), ταξιδεύει και σε διάφορες άλλες πόλεις και χωριά ενώ με την αποστολή να συλλέξει υλικό για το «Μουσείο της Επανάστασης μεταβαίνει και προς το Νότο (Λεττονία, Ουκρανία). Στην παραμονή του στις δυο σπουδαίες πόλεις, αλλά και στην Ουκρανία που είναι ένα καζάνι που βράζει, έχει την ευκαιρία να συναντήσει μεγάλες προσωπικότητες όπως τον Λένιν (τον οποίο σκιαγραφεί σαν πολιτικό αλλά και σαν χαρακτήρα), τον Κροπότκιν (ήταν ήδη περίπου 80, ένα χρόνο μετά πέθανε), τον Ζηνόβιεφ, τον αναρχικό Μαχνό  και άλλα πολύ σημαντικά πρόσωπα και κοινωνικά κινήματα της κρίσιμης αυτής εποχής, για τα οποία μαθαίνουμε και μεις από τα πολύ καίρια και κατατοπιστικά υπομνήματα του μεταφραστή.
Η διάψευση του συλλογικού οράματος ξεκινά από τις εικόνες πείνας και αθλιότητας που αντικρίζει ο Μπέρκμαν, αρχικά στην Πετρούπολη, αλλά και στις άλλες πόλεις και στην ύπαιθρο όπου οι αγρότες, («οπισθοδρομικοί και βαθιά ποτισμένοι με το μικροαστικό πνεύμα της ιδιοκτησίας»), στο όνομα της επίταξης λόγω του αποκλεισμού των συμμάχων χάνουν κάθε περιουσιακό στοιχείο, με αποτέλεσμα να μη μπορούν να επιβιώσουν. Άπειρα μικρά χαρακτηριστικά καθημερινά επεισόδια συνθέτουν αυτή την εικόνα εξαθλίωσης των μαζών. Κάθε εμπορική ή απλή συναλλαγή απαγορεύεται και τιμωρείται αυστηρά. Η θανατική ποινή, που υποτίθεται καταργήθηκε από την επανάσταση, γρήγορα  επαναφέρεται γιατί, όπως λέει ο Κάρακχιαν, «σε μερικές περιπτώσεις είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε εξαιρέσεις» (γιατί «δεν πρέπει να είμαστε συναισθηματικοί»).  Η βίαιη κρατική καταστολή γίνεται ο εφιάλτης καθενός που δεν υπακούει στις κεντρικές εντολές (η Ρωσία, η Επανάσταση, έμοιαζε να χάθηκε ξαφνικά, και να ξαναβρέθηκα στην Αμερική, ανάμεσα σε εργάτες την ώρα που του χτύπαγε η αστυνομία), εφόσον οι εκτελέσεις γίνονται με συνοπτικές διαδικασίες, χωρίς δίκες ούτε καν αποδείξεις. Τα «αναμορφωτήρια» της Πετρούπολης είναι κανονικές φυλακές, βουτηγμένες στην κακοδιοίκηση και τη διαφθορά, ενώ η γραμμή είναι οι «παιδαγωγοί» να προέρχονται από τους Κομμουνιστές και να ελέγχονται από τους πολιτικούς κομισάριους.
Η Τσεκά (πολιτική αστυνομία από τον Δεκέμβρη του 1917, πρόδρομος της Γκεπεού), η «ψυχή της επανάστασης» όπως λέει ένας Τσεκάς, χρησιμοποιεί απίστευτα βίαιες και ανήθικες μεθόδους για να ασκήσει εξουσία  ενώ, η διαφθορά καλπάζει –οι περισσότεροι από τους Τσεκάδες  λαδώνονται ενώ γρήγορα οι ομάδες των αναρχικών, που εξακολουθούν να δρουν στο Κομμουνιστικό κράτος, συνειδητοποιούν ότι η τρομοκρατία και η συγκέντρωση εξουσίας αποκλειστικά και μόνο στα χέρια του Κομμουνιστικού κόμματος αλλοτρίωσαν τις μάζες, κατέστειλαν την ανάπτυξη της επανάστασης και παρέλυσαν τη δημιουργικότητα. Οι απάνθρωπες κατασταλτικές μέθοδοι είναι ιδιαίτερα σκληρές στην Οδησσό όπου δουλεύουν παλιοί αξιωματικοί της χωροφυλακής και πρώην θανατοποινίτες, που τους χαρίστηκε η ζωή «για τις υπηρεσίες που πρόσφεραν στον πόλεμο ενάντια στην αντεπανάσταση και την κερδοσκοπία».
Το «πάιεκ», δηλαδή οι μερίδες ψωμιού δίνονται ανάλογα με την κοινωνική θέση (αιφνιδιάζει το γεγονός ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι διανοούμενοι βρίσκονται στο τελευταίο σκαλί της κοινωνικής ιεραρχίας), ενώ ο Μπέρκμαν μάς δίνει αναρίθμητα επεισόδια ανεκδιήγητης γραφειοκρατίας. Σύνθετα πολιτικά όργανα, πολιτικοί κομισάριοι και κάθε είδους επιτροπή ελέγχουν την παραμικρή πρωτοβουλία που μπορεί να οποιοσδήποτε, σε οποιοδήποτε πόστο. Ο αργοκίνητος γραφειοκρατικός μηχανισμός ευθύνεται για κάθε είδους καταστροφή και αθλιότητα που μπορεί να φτάνει σε θανάτους από πείνα και αρρώστιες, ενώ η λύπηση/οίκτος/ανθρωπιά και κάθε ηθικός δισταγμός θεωρείται «μπουρζουάδικος συναισθηματισμός» (η αδιαφορία τους μου έφερε αηδία. Ο Ρώσος, ο απλός άνθρωπος του λαού, ποτέ δεν στεκόταν χωρίς συμπόνια απέναντι στη φτώχια και τη δυστυχία. Η καρδιά του ήταν πάντα με το μέρος των αδύναμων και των περιφρονημένων). 
Ο Μπέρκμαν παρακολουθεί από κοντά τις πολιτικές διεργασίες, όπως τη συνεδρίαση του Σοβιέτ της Μόσχας (Καμένεφ) όπου η κραυγαλέα μισαλλοδοξία  τον κατέθλιψε, την Τρίτη Διεθνή όπου οι προσδοκίες του ήταν μεγάλες αλλά πάλι η έλλειψη ενθουσιασμού και οι μηχανικές διαδικασίες τον κούρασαν και τον  απογοήτευσαν και, αργότερα, το 9ο Συνέδριο του Κόμματος όπου ο Λένιν και ο Τρότσκι εισηγήθηκαν τη στρατιωτικοποίηση της εργασίας: αντικατάσταση της συνεργατικής μορφής διεύθυνσης των εργοστασίων από τη μονοπρόσωπη διεύθυνση (εδώ έχει ενδιαφέρον ως προσωπική μαρτυρία η λεπτομέρεια η κάθετη επιμονή του Τρότσκι ότι τα συνδικάτα είχαν αποτύχει να διευθύνουν τη βιομηχανία, παρά την αντίδραση των εργατών στον κρατικό συγκεντρωτισμό, που είχε αφαιρέσει από τις εργατικές ενώσεις όλα τα δικαιώματα. Γνωρίζουμε εκ των υστέρων τις συνέπειες αυτής της απόφασης, και ο Μπέρκμαν είχε την ευκαιρία να τις διαπιστώσει ο ίδιος π.χ. στο Κίεβο αργότερα.
Η υποκρισία του συστήματος είναι απροκάλυπτη μπροστά στην Βρετανική (όπου συμμετέχει και ο Μπέρτραντ Ράσελ) και την Ιταλική αποστολή όπου όλα παρουσιάζονται όμορφα αγγελικά πλασμένα (το δίλημμα αν πρέπει να παρουσιάσουν εξιδανικευμένη την εικόνα ή αληθινή δεν φαίνεται να απασχολεί την Επιτροπή Υποδοχής, που δίνουν εντελώς πλαστή εικόνα εξαφανίζουν κάθε ίχνος αδυναμίας).
Η παρουσία των αναρχικών είναι ακόμα απαραίτητη και οι αντιδράσεις τους στις αυθαιρεσίες των Μπολσεβίκων είναι έντονες και -ακόμα- συλλογικές (υπάρχουν βέβαια και ατομικές). Η «Ουνιβερσαλιστική» Λέσχη της οδού Τσβέρσκαγια, συγκεντρώνει ανθρώπους όλων των επαναστατικών τάσεων που κατηγορούν το Μπολσεβικικό Κράτος σαν την πιο ολοκληρωμένη τυραννία, κρίνοντας και κατακρίνοντας τις μεθόδους των Μπολσεβίκων  (η Λέσχη διαλύθηκε μετά την εξέγερση της Κροστάνδης), όπως την κατάργηση της Συντακτικής Συνέλευσης.  Οι αντιδράσεις πολλαπλασιάζονται όταν αρχίζουν και κρατούν αναρχικούς στη φοβερή φυλακή Βουτέρκα (Μόσχα) χωρίς κατηγορία. Ο Μπέρκμαν αρχίζει και βλέπει πια καθαρά ότι οι φυλακές έχουν γεμίσει αντιδρώντες στην κυβέρνηση (οι διώξεις εναντίον των Αριστερών συνεχίζονται κι οι φυλακές έχουν γεμίσει επαναστάτες).
Όταν ο συγγραφέας αρνείται να μεταφράσει στα αγγλικά το βιβλίο του Λένιν «Η παιδική αρρώστια του Αριστερισμού» (αυτό το φυλλάδιο παραποιεί και αμαυρώνει όλα τα ιδανικά μου. Δεν γίνεται να συμφωνήσω να το μεταφράσω χωρίς να προσθέσω μερικά λόγια για να τα υπερασπιστώ»), η στάση του κράτους αλλάζει σταδιακά απέναντί του (έγινα persona non grata/οι φίλοι μου στην αριστερά με λένε Μπολσεβίκο και οι Κομμουνιστές με κοιτάνε με μισό μάτι). Δεν είναι ίσως τυχαίο που σχεδόν αμέσως μετά τον στέλνουν στις νότιες επαρχίες, στην Ουκρανία για να «συλλέξει υλικό για το Μουσείο της επανάστασης» (το οποίο ποτέ δεν αξιοποιήθηκε). Ανάμεσα στους συνεργάτες του είναι και η γνωστή αναρχοκομμουνίστρια  Έμμα Γκόλντμαν[2].
Μπροστά στο καζάνι που κοχλάζει στο Νότο, η ζωή στο Βορρά μοιάζει γαλήνια και ομαλή. Η ιστορία της Ουκρανίας[3], του σιτοβολώνα της Ρωσίας, είναι πολύπαθη (όλο το φάσμα των επαναστατικών και αντεπαναστατικών παθών έχει συνταράξει την Ουκρανία). Χαρακτηριστική των αλλαγών στη διακυβέρνησή της είναι η έκφραση του Μπέρκμαν «καλειδοσκοπικές εναλλαγές κυβερνήσεων»(!).  Είναι γνωστή η λιμοκτονία 6.000.000 λόγω της πολιτικής κολεκτιβοποίησης του  Στάλιν, το 1932-3,δεν ήξερα όμως εγώ τουλάχιστον ότι άλλοι τόσοι περίπου (σύμφωνα με την Wikipedia  5.000.000) πέθαναν στο διάστημα 1921-23 από επιτάξεις και καταλήστευση από Λευκούς αρχικά και Κόκκινους στη συνέχεια, πράγμα που επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία του Μπέρκμαν (δεν δίνει νούμερα, φυσικά).
Ο συγγραφέας παραθέτει άπειρες επώνυμες μικροϊστορίες, απίστευτες, από τον «μακρόχρονο επαναστατικό αγώνα της»: τον πόλεμο κατά των λευκών, το αγροτικό αντάρτικο, από τη δράση του αναρχικού Μαχνό, από τους διωγμούς των Εβραίων (ασκεί πογκρόμ εναντίον τους ΚΑΙ ο Μαχνό). Αφιερώνει ολόκληρο κεφάλαιο στον Μαχνό για τον οποίο οι απόψεις των χωρικών/πολιτών ποικίλλουν. Πρόκειται πάντως για ένα κοινωνικό κίνημα, σε αντιπαράθεση με το Κομμουνιστικό Κόμμα που είναι πολιτικό σώμα, γι’ αυτό επικρατεί η άποψη ότι είναι η σπουδαιότερη έκφραση ολόκληρης της επανάστασης. Όπως λέει και ο αναρχικός Γιάσα, το κίνημα του Μαχνό είναι έκφραση των ίδιων των ανθρώπων του μόχθου. Είναι το πρώτο μεγάλο μαζικό κίνημα που παλεύει με τις δικές του δυνάμεις ν’ απελευθερωθεί από κάθε είδους κυβέρνηση και να εγκαθιδρύσει την οικονομική αυτοδιάθεση. Με αυτή την έννοια, είναι απ’ άκρη σε άκρη αναρχικό. Ωστόσο, το κίνημα του Μαχνό ευθύνεται για πολλές βιαιότητες (όπως είπαμε πριν υπήρχε έντονος αντισημιτισμός(!), και γι αυτό το θέμα αφιερώνει πολλές σελίδες ο Μπέρκμαν).
Πολύ συμπαθητική μορφή που αναδεικνύεται απ’ το ημερολόγιο είναι ο «Ιωσήφ ο Εμιγκρές», ένας σύντροφος αναρχικός που με τη γυναίκα του Λέα συντέλεσαν στην ίδρυση της γνωστής αναρχικής ομάδας Ναμπάτ.
Άλλη μια οικτρή διάψευση περιμένει τον Μπέρκμαν στο στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας στο Χάρκοβο όπου η κατάσταση είναι πανάθλια ενώ στο Κίεβο οι εργαζόμενοι παραπονιούνται για την κατάργηση της εργατικής διαχείρισης και για τις «μοσχοβίτικες μεθόδους». Οι διωγμοί των Εβραίων είναι ακόμα πιο έντονοι εδώ, και ο Μπέρκμαν παραθέτει πολλά επεισόδια που του δημιουργούν απόγνωση.
Το αποκορύφωμα όμως της αποκαρδίωσης είναι η άγρια καταστολή της εξέγερσης της Κροστάνδης (Φεβρουάριος 1921). Όταν πια ο Μπέρκμαν έχει επιστρέψει στο Βορρά, γίνεται μάρτυρας όλης της εξέλιξης και την παρακολουθούμε μέρα μέρα στο ημερολόγιο. Η σπίθα άναψε όταν κατέβηκαν σε απεργία οι εργάτες της βιομηχανίας Τρούμποσνι (είναι απίστευτο το γεγονός ότι ένα σχετικά τόσο ασήμαντο περιστατικό, όσο η απεργία στη βιομηχανία Τ., πρόκειται να οδηγήσει τα πράγματα σε εμφύλιο πόλεμο και αιματοχυσία). Η απεργία παίρνει γρήγορα πολιτική χροιά, μεταλαμπαδεύεται στη Μόσχα, στη Σιβηρία, στην Ουκρανία, στον Καύκασο∙ η ανοικτή συνέλευση στην πλατεία Γιάκαρνε αριθμεί 16.000 ναύτες, άντρες του κόκκινου στρατού και εργάτες! Ο Μπέρκμαν μάς παραθέτει όλο το ψήφισμα της γενικής συνέλευσης των πληρωμάτων της Βαλτικής (με αναλυτικά τα πολιτικά αιτήματα),που είναι συγκλονιστικό, ευθυγραμμισμένο στις αρχές της επανάστασης. Απευθύνει προσωπική επιστολή στον Ζινόβιεφ (πρόεδρος του Σοβιέτ της Μόσχας), αλλά όπως γνωρίζουμε κανένα αίτημα δεν εισακούστηκε, εφόσον στις 17 Μαρτίου 1921 χιλιάδες ναύτες και εργάτες κείτονταν νεκροί στους δρόμους…
Μετά απ’ αυτά τα γεγονότα (έχει εν τω μεταξύ αρχίσει να εφαρμόζεται και η Νέα Οικονομική Πολιτική), οι αναρχικοί δεν έχουν πια θέση στη Σοβιετική ένωση. Ο συγγραφέας αρνείται, για λόγους αρχής, να υπογράψει την απόφαση της σχετικής Επιτροπής (από κυβερνητικούς και ξένους απεσταλμένους) να απελαθούν οι αναρχικοί, αλλά  μέσα σε ένα βαρύ κλίμα πένθους για αγαπημένα πρόσωπα που εκτελέστηκαν ή πέθαναν από τις κακουχίες, στις 30 Σεπτεμβρίου αποφασίζει να εγκαταλείψει ξανά τη Ρωσία.
Τελειώνοντας το βιβλίο, δεν μπορεί παρά να νιώθεις τη δίνη της εποχής, μια δίνη τόσο διαφορετική από τη δική μας, με τόσο έντονο το επαναστατικό και το πολιτικό στοιχείο (ποιος μπορούσε να μένει αμέτοχος; ποιος μπορούσε να είναι "φιλήσυχος πολίτης";).  Και  η ημερολογιακή καταγραφή του Μπέρκμαν μεταφέρει άμεσα το βιωματικό στοιχείο που λείπει, μοιραία, από ιστορικούς και αναλυτές.
Χριστίνα Παπαγγελή


[1] Γεννήθηκε το 1870 στο Βίλνο της σημερινής Λιθουανίας. Το 1888 μεταναστεύει στις ΗΠΑ και εμπλέκεται ως αναρχικός με το εκεί εργατικό κίνημα, που ήδη μετρούσε πολλούς νεκρούς ─μιλάμε για εποχές όπου οι απεργίες αντιμετωπίζονταν με κανόνια. Το 1892 πυροβολεί, χωρίς να σκοτώσει, το διευθυντή ενός εργοστασίου που θεωρήθηκε υπεύθυνος για το θάνατο 11 απεργών από τα πυρά της Πολιτοφυλακής. Κάνει 14 χρόνια φυλακή. Βγαίνοντας, βοηθάει στην ίδρυση του ελευθεριακού «σχολείου Φερέρ», που ιδρύθηκε το 1911 στη Νέα Υόρκη και λειτούργησε μέχρι το 1953. (Πήρε το όνομά του από τον Φρανσίσκο Φερέρ ι Γκουάρντια, αναρχικό δάσκαλο και ιδρυτή του κινήματος «Μοντέρνο Σχολείο» στην Ισπανία.) Το 1914, μαζί με τη συντρόφισσά του Έμμα Γκόλντμαν, ιδρύει μια Αντιπολεμική Λίγκα, το 1917 συλλαμβάνεται και μένει φυλακή ώσπου το Δεκέμβρη του 1919 τον φορτώνουν, μαζί με άλλους 250 στο μεταγωγικό Buford με προορισμό την επαναστατημένη Ρωσία (από την ομιλία του HS, του μεταφραστή Γιάννη Ιωαννίδη, για το "μπολσεβικικό μύθο").
[2]https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%88%CE%BC%CE%BC%CE%B1_%CE%93%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CE%BD%CF%84%CE%BC%CE%B1%CE%BD
[3] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9F%CF%85%CE%BA%CF%81%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B1

Παρασκευή, Νοεμβρίου 24, 2017

Τα ψάρια δεν κλείνουν τα μάτια, Erri de Luna

Όχι μόνο απ’ την κορφή ενός βουνού,
ακόμα και σ’ ένα μικροσκόπιο διακρίνονται ορίζοντες

   Ένα μικρό βιβλιαράκι –κομψοτέχνημα όπου συμπυκνώνεται η ουσία μιας (αυτο)βιογραφίας,  μας δίνει σε 150 σελίδες πολύ μικρού μεγέθους ο Ναπολιτάνος συγγραφέας, που θεωρείται και πρόδρομος της Φερράντε (υποθέτω λόγω καταγωγής αλλά και θεματολογίας: το συγκεκριμένο βιβλίο έχει χαρακτηριστεί «μυθιστόρημα ενηλικίωσης»).
Ο αφηγητής, σε α΄ενικό, εξήντα χρονών «σήμερα», μας μεταφέρει  στο καλοκαίρι των δέκα του χρόνων στη Νάπολη, στην ηλικία όπου τελειώνει η παιδική ηλικία αλλά τίποτα δεν συμβαίνει, είσαι πάντα στριμωγμένος μέσα στο ίδιο κατσιασμένο κορμάκι του πιτσιρίκου, όπως τα περασμένα καλοκαίρια, ανάστατος από μέσα κι ασάλευτος απόξω/στα δέκα είσαι μέσα σ’ ένα κουκούλι που περιλαμβάνει όλα τα μελλοντικά σου σχήματα. Όμως, με την προφορικότητα μιας εξομολόγησης, το σκληρό αυτό καλοκαίρι όπου ξυπνά ο ενήλικος εαυτός, γίνεται ο πυρήνας απ’ όπου η αφήγηση εξακτινώνεται με σύντομες πινελιές στο πριν και στο μετά (γι’ αυτό και στο οπισθόφυλλο αναφέρονται τρεις γενιές, αποπροσανατολίζοντας τον αναγνώστη –δεν βλέπουμε πουθενά τους πολέμους και τις επαναστάσεις του οπισθοφυλλου που αναπαράγουν μάλιστα όλοι οι εκδοτικοί οίκοι… Υπάρχουν μόνο απλές, σύντομες αναφορές). Έτσι, παρόλο που μαθαίνουμε σχεδιαγραμματικά όλη την βασική πορεία του ήρωα μέχρι τα εξήντα, το καλοκαίρι εκείνο των δέκα χρόνων γίνεται κεντρικό θέμα στην εξιστόρηση, γιατί είναι καθοριστικό και αμετάκλητο.
Ένα ευαίσθητο, μοναχικό παιδί που ντρέπεται γιατί κλαίει πολλές φορές χωρίς «λόγο» (στην ηλικία μου τα παιδιά έχουν πάψει πια να κλαίνε, εγώ αρχίνιζα), που ταυτίζεται με τη μοναξιά της νεαρής μητέρας του, που αποφεύγει τα άλλα παιδιά, αγαπά το ψάρεμα και τη θάλασσα, χαζεύει του ψαράδες, διαβάζει και παρατηρεί την πραγματικότητα με ποιητικό τρόπο. Θέλει να εξαφανίζεται, να είναι αόρατος, από ντροπή για ένα κορμί που δεν το αναγνωρίζει για δικό του (τις νύχτες, γυμνός στο κρεβάτι, μπορούσα να εξαφανίζομαι ολότελα). Κυρίως όμως αναστοχάζεται, ψάχνει να βρει τον εαυτό του, τον κατηγορεί και τον παραδέχεται ταυτόχρονα, μέσα από μια επώδυνη διαδικασία που δεν είναι άλλη από τη διαδικασία της ενηλικίωσης (είχα φανεί λίγος. Δεν ήμουν αυτός που επιζητώ να είμαι. Ρωτάω τον εαυτό μου και τρέμω πως θα τον βρω λειψό).
Μιλάει για το ρήμα «αγαπώ» που του φαίνεται τόσο ψεύτικο (μια λιχουδιά υποχρεωτική, για μένα που δεν μ’ ενδιέφερε η ζαχαροπλαστική). Κι όμως έρχεται από μόνη της η στιγμή που αγγίζει την αγάπη∙ έρχεται μέσα απ’ τη μορφή ενός κοριτσιού, το οποίο με την τόλμη της αθωότητας σπάει το κουκούλι στο οποίο είναι κρυμμένος. Αργά, αργά, σταδιακά, παιδικά, ποιητικά (της οφείλω την απελευθέρωση του ρήματος «αγαπώ», το οποίο στο δικό μου λεξιλόγιο ήταν φυλακισμένο).
Είναι τόσο εκπληκτικές οι στιγμές αυτού του αθώου ερωτισμού, όπως τις μεταφέρει ο συγγραφέας που σίγουρα δεν μπορώ να μιλήσω γι αυτές. Πώς να μιλήσεις για την πρώτη πρώτη αίσθηση του αποκορυφώματος της ερωτικής συνάντησης που είναι το φιλί (μέχρι σήμερα ξέρω πως είναι ο υψηλότερος στόχο στον οποίο φτάνουν τα σώματα. Από κει πάνω, απ’ την κορυφή των φιλιών, μπορείς έπειτα να κατέβει στις παροξυσμικές περιδινήσεις του έρωτα),το φιλί των παιδιών που είναι και παιχνίδι, και αίσθηση και εξερεύνηση;  Και που γεννά τέτοια ομρφιά, που ο αφηγητής δεν μπορεί να κλείσει τα… μάτια (μα καλά, εσύ δεν κλείνεις τα μάτια όταν φιλάς; Τα ψάρια δεν κλείνουν τα μάτια).
Γρήγορα η μοναχική του συμπεριφορά γίνεται στόχος για τα αλητάκια της Νάπολης. Βρίσκει τρόπο να τους εξαγριώσει και η τιμωρία που τον περιμένει είναι τόσο αναμενόμενη, που την επιδιώκει, πιστεύοντας ότι έτσι θα «μεγαλώσει» (πρέπει να ξεφορτωθώ αυτό το παιδικό κορμί που δε λέει να μεγαλώσει (…) πρέπει να βρω αυτούς τους τρεις και να με καταχερίσουν ώσπου να μου σπάσουν το τσόφλι/στα δέκα μου χρόνια πίστευα στην αλήθεια του ξυλοκοπήματος. Μου φαινόταν χρήσιμο το ανεπανόρθωτο).
Δεν μπόρεσε και δεν θέλησε να εξηγήσει σε κανέναν γιατί βρέθηκε τόσο σμπαραλιασμένος στο πεζοδρόμιο (υπάρχουν εξηγήσεις που είναι χειρότερες απ’ τα γεγονότα). Η επίσπευση της ενηλικίωσης, για την οποία τόσο πάσχισε, ήρθε μέσα από την ωριμότητα με την οποία αντιμετώπισε τους τρεις βασανιστές του, τη μητέρα του, τους καραμπινιέρος, αλλά κυρίως το «κορίτσι» (του οποίου δεν θυμάται καν το όνομα, πενήντα χρόνια μετά). Το πυρηνικό αυτό επεισόδιο αλλάζει όλους τους συσχετισμούς- των τριών αλητόπαιδων μεταξύ τους, του κοριτσιού με όλους, με τη ,ητέρα του που τον βλέπει αλλιώς τώρα. Διαορφώνεται και η σχέση του με τον νόμο, όπως και την «αυτοδικία» στην οποία σοπέυσει η φιλενάδα του (καμιά τιμωρία δεν θα μου συνέφερνε εμένα το κορμί. Έπρεπε να γιατρευτεί από μόνο του, με τις ιστορίες της μαμάς, με το βιβλίο που διάβαζα, όχι με τον καραμπινιέρο, με την κατηγορία και την ιεροτελεστία του Νόμου. Τότε δεν είχα έτοιμα τα λόγια που έχω τώρα, όμως, έτσι ήταν, η δικαιοσύνη δεν σήμαινε τίποτα για μένα).
Καθώς το καλοκαίρι τελειώνει κι έρχονται οι μέρες του αποχαιρετισμού, γέρνει και η αγάπη, η αποκάλυψη της ένωσης της ομορφιάς με το συναίσθημα. Οι δυο φίλοι όμως δεν ανταλλάσσουν διευθύνσεις, τηλέφωνα, έχουν τη σοφία να δέχονται ότι «δεν θα ξαναϊδωθούν, κι αν αυτό συμβεί θα είναι τόσο διαφορετικοί που δεν θ’ αναγνωρίζει ο ένας τον άλλον».  
Γιατί ίσως τα παιδιά να νιώθουν ακομα πιο έντονα από μας, τους έμπειρους, την ακραία αίσθηση του φευγαλέου: 
Σήμερα ξέρω πως εκείνη η αγάπη –νεοσσός περιείχε όλα τα αντίο που θα επακολουθούσαν.


Χριστίνα Παπαγγελή 

Παρασκευή, Νοεμβρίου 03, 2017

Ο θαμμένος γίγαντας, Καζούο Ισιγκούρο

Ο γίγαντας, που κάποτε θάφτηκε κάτω απ’ τη γη,
τώρα αναδεύεται. Σύντομα, όταν αφυπνιστεί,
και αυτό είναι βέβαιο πως θα συμβεί,
οι φιλικοί δεσμοί μας θα αποδειχτούν σαν τους κόμπους
που κάνουν τα κοριτσάκια με μίσχους των λουλουδιών.

Έτυχε να διαβάζω το βιβλίο αυτό όταν δόθηκε το Νόμπελ στον Βρετανοϊάπωνα συγγραφέα  (γνωστό από τα «Απομεινάρια μια μέρας» και το συγκλονιστικό «Μη μ’ αφήσεις ποτέ»), και δεν κρύβω την έκπληξή μου, γιατί  μάλλον με απογοήτευε το συγκεκριμένο βιβλίο καθώς το διάβαζα, αν και έχει φυσικά και δυνατά σημεία. Δεν έχω μελετήσει συνολικά την περίπτωση του Ισιγκούρο για να εκφέρω τεκμηριωμένη γνώμη, αλλά νομίζω ότι αν και «έχει κάτι να πει» ως προς την πλοκή, τη σύλληψη μιας βασικής ιδέας και την ανάπτυξή της, υπάρχει κάτι στη γραφή που με απωθεί, ή ακριβέστερα, που δεν με κερδίζει -σε αντίθεση με άλλους πολλούς συγγραφείς.
Στο συγκεκριμένο βιβλίο όμως ούτε η υπόθεση με τράβηξε ιδιαίτερα, κι έκανα διάφορες διανοητικές προσπάθειες για να δικαιολογήσω τα τέρατα, τα «πλάσματα», τους δαίμονες, τους δράκους, τα αερικά  και τα ξωτικά που παρεμβαίνουν στην αφήγηση (γιατί να μ’ ενδιαφέρουν; Δεν τρελαίνομαι καν για παραμύθια τέτοιου είδους, όπου η πλοκή γίνεται σχεδόν αυθαίρετη, εφόσον κατά βούληση ο συγγραφέας πετά κι ένα τέρας εδώ κι εκεί).
Δεν είναι όμως ακριβώς έτσι -ευτυχώς- στην περίπτωση αυτού του βιβλίου. Το πλαίσιο που στηρίζει κάπως αυτήν τη μυθοπλασία από την αχαλίνωτη αυθαιρεσία είναι ότι βρισκόμαστε στην Β. Αγγλία της εποχής του Αρθούρου (6ος αιώνας μ.Χ.), εποχής που οι χριστιανοί Βρετανοί προσπαθούν να συμφιλιωθούν με τους πιο «απολίτιστους» παγανιστές Σάξονες  παρόλα τα φρικτά βιώματα σφαγών και λεηλασιών∙ εποχής επίσης που δεν υπήρχαν ήσυχα λιβάδια, περιφραγμένα αγροκτήματα και γαλήνια τοπία, αλλά  τόποι ζοφεροί, επικίνδυνοι, με έλη και λίμνες και την απίστευτη, βρετανική ομίχλη της εποχής του Λοχνές (ένα θρύλο που από τον 6ο αιώνα επιζεί ακόμη).[1] Όπως λέει και ο συγγραφέας, αχαρτογράφητα τοπία, που στερούνταν ιδιαίτερων χαρακτηριστικών, με σχεδόν πανομοιότυπη θέα. Μπαίνουμε επομένως στην καρδιά, ή μάλλον στις ρίζες της βρετανικής κουλτούρας, την εποχή των θρύλων, θρύλων που σχετίζονται, αφενός με τον Αρθούρο (που προσπάθησε να φέρει ειρήνη σε Σάξονες και Βρετανούς, επιβάλλοντας την με… τη βία) και αφ ετέρου με τους δράκους, δηλαδή την ανασφάλεια που παραμονεύει στο κατά βάση ομιχλώδες τοπίο. Επίσης, κάτι άλλο που μου κράτησε ζωντανό το ενδιαφέρον στην μυθώδη αυτή αφήγηση, ήταν το μοτίβο της χαμένης μνήμης- γιατί η πυκνή ομίχλη που ενέσκηψε στο χωριό των πρωταγωνιστών έσβησε κάθε ανάμνηση του παρελθόντος τους, αφήνοντάς τους μικρά θραύσματα… Η όλη «αγωνία» λοιπόν είναι πώς με τόσο λίγα μέσα και με τόσα τέρατα στο διάβα τους, οι δυο ήρωες θα ξαναβρούν τη μνήμη τους, καθώς και τι θα τους αποκαλυφθεί για το παρελθόν τους, για την ταυτότητά τους. Ακούγεται αρχετυπικό[2], αλλά ίσως είναι η δική μου ανάγνωση αυτή. Άλλωστε, μπορεί να μην είναι λαϊκός ο μύθος αλλά και στα «έντεχνα» παραμύθια «ο μύθος κρύπτει νουν αληθείας» που λέει κι ο ποιητής.
Στην εσχατιά ενός απέραντου βάλτου, λοιπόν, σ’ ένα περίεργο χωριό με πόρτες χωρίς αψίδες στη σκιά ενός λόφου όπου είναι θαμμένος ο γίγαντας, ζουν ένα ζευγάρι βρετανών, ο Αξλ και η Μπέατρις απομονωμένοι για κάποιον λόγο που πολύ αργότερα υποπτευόμαστε, ενώ τους είναι απαγορευμένο να έχουν φως (κεριά). Φαίνονται πολύ αγαπημένοι και το μόνο που αχνά θυμούνται είναι ότι… έχουν χάσει τη μνήμη τους ενώ αποσπασματικά κατακλύζονται από την ανάμνηση του γιου τους που ίσως τους περιμένει (δεν θυμάμαι το πρόσωπό του, ούτε τη φωνή του, αν και μερικές φορές νομίζω πως μπορώ να τον δω όταν ήταν μικρό παιδί/έχω πολλά συναισθήματα γι’ αυτόν, ακόμα κι αν δεν τον θυμάμαι καθαρά). Από τις πρώτες σελίδες κιόλας καταλαβαίνουμε ότι δεν έχουν τις προκαταλήψεις που έχουν οι συγχωριανοί τους, είναι κάπως πιο «φωτισμένοι» (πχ. δεν θεωρούν δαιμόνισσα ή λεπρή την ξένη που κατέφυγε στο χωριό τους, ή προτείνουν να σκοτώσουν ένα κουνέλι αναίμακτα). Παρόλη την ηλικία και τα προβλήματα υγείας της Μπέατρις, αποφασίζουν να φύγουν από την «καταραμένη γη» για να βρουν τον γιο τους, χωρίς όμως να έχουν κανένα στοιχείο παρά ότι βρίσκεται σ’ ένα νησί.
Το ταξίδι που αποφασίζει το αγαπημένο ηλικιωμένο ζευγάρι είναι ένα άνοιγμα στο άγνωστο, με απώτερο σκοπό να βρουν όχι μόνο τον γιο τους αλλά την αιτία της χαμένης μνήμης. Η Μπέατρις, ως εκπρόσωπος του θηλυκού στοιχείου, δεν φαίνεται να αποκλίνει απ’ αυτήν την αρχική αποστολή, σε αντίθεση με τον Αξλ που φαίνεται να τον δεσμεύει κάποιο έντονο παρελθόν (που φυσικά δεν το θυμάται). Γρήγορα ανακαλύπτει ότι αιτία της ομίχλης που προκαλεί την αμνησία είναι η παρουσία της δράκαινας Κουερίγκ, που ζει στο λόφο του «θαμμένου γίγαντα». Στην επεισοδιακή τους πορεία, το θαρραλέο ζευγάρι το συναντούν και το συνοδεύουν οι συμπρωταγωνιστές της αφήγησης: ο Σάξονας πολεμιστής Γουίσταν, ένα νεαρό αγόρι 12 χρονών που το δάγκωσε ένας δράκος και το έδιωξαν απ’ το χωριό ονόματι Έντουιν (κι αυτός Σάξονας), και ο γηραλέος ιππότης, ανηψιός του Αρθούρου Γκαουέιν.  Όλοι  αυτοί, με διαφορετικό κίνητρο ο καθένας, ενώνουν τις δυνάμεις τους για  να βρουν τη δράκαινα.
Ο συγγραφέας, μέσα από τα περιπετειώδη περιστατικά του οδοιπορικού, βρίσκει την ευκαιρία να αναδείξει το βαθύ μίσος ανάμεσα σε Σάξονες και Βρετανούς (ριζωμένο στη βία του πολέμου) αλλά και τις πολιτισμικές και θρησκευτικές τους διαφορές καθώς  η παρέα είναι ανάμεικτη, ενώ μας μεταφέρει και σ’ ένα σαξονικό χωριό όπου ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναπαράσταση της μακρινής καθημερινότητας. Βλέπουμε τα πολεμικά μέσα της εποχής (απίθανες οι στρατηγικές και η αρχιτεκτονική των οχυρών), απίθανες δεισιδαιμονίες και προλήψεις, καθώς και τις ειρηνευτικές προσπάθειες κάποιων πιο φωτισμένων. Καθώς απομακρύνονται από την ομίχλη που επιβάλλει τη λήθη, μικρά θραύσματα μνήμης κατακλύζουν σα σκιές τους δυο πρωταγωνιστές, δημιουργώντας  απορίες για το ποιοι είναι στ αλήθεια και ποια είναι τα σφάλματα που τους έφεραν σ’ αυτή τη θέση.   
Έτσι, σιγά σιγά, μέσα από τα λόγια των συνοδοιπόρων τους που φαίνεται να τον αναγνωρίζουν, καταλαβαίνουμε και οι αναγνώστες ότι ο Αξλ ήταν ένα σημαίνον πρόσωπο με πολύ έντονο παρελθόν (ακόμα και τότε είχε το παρουσιαστικό  του σοφού, ο Γουίσταν μάλιστα ομολογεί ότι τον είχε συναντήσει όταν ήταν μικρό παιδί και δεν μπόρεσε να τον ξεχάσει ποτέ. Είχε υπερασπιστεί με πάθος και σοφία την ειρήνη ανάμεσα σε Βρετανούς και Σάξονες («Ιππότη της ειρήνης» τον φώναζαν), όπως θεωρητικά διακήρυξε ο Αρθούρος, αλλά αν και αντέδρασε με σθένος στη λύση που έδινε ο πόλεμος (και σεις βλαστημούσατε κατάμουτρα τον Αρθούρο, ενώ εμείς οι υπόλοιποι στεκόμασταν με το κεφάλι σκυφτό), συμμετείχε στην τελική προδοσία με αποτέλεσμα το αιματοκύλισμα των Σαξόνων (σήμερα οι πράξεις μας με κάνουν κι εμένα ψεύτη και σφαγέα, και η νίκη του Αρθούρου καθόλου δεν με χαροποιεί).  Όλα αυτά βέβαια αποκαλύπτονται σταδιακά και σε μας, όπως ακριβώς επανέρχονται στη συνείδηση του Αξλ καθώς οδεύει προς την συνειδητοποίηση και την εύρεση της μνήμης του.
Το θέμα της ειρηνικής συνύπαρξης εχθρικών πληθυσμών σε μια περιοχή όπου τα πάθη του πολέμου είναι νωπά, είναι διαχρονικό και σπαραχτικό (έχουν δει τον εχθρό να καίει και να μαχαιρώνει, να βιάζει με τη σειρά νεαρά κορίτσια, ξέρουν πως το ίδιο περιμένει και αυτούς/έχω δει μίσος τόσο σκοτεινό και απύθμενο, όσο η θάλασσα, σε πρόσωπα ηλικιωμένων γυναικών και τρυφερών παιδιών), και το εύρημα του Ισιγκούρο να επιβάλλεται η λήθη με την ομίχλη/ανάσα της δράκαινας (την οποία προστατεύουν, όπως μαθαίνουμε εκ των υστέρων οι οπαδοί του Αρθούρου) είναι ευφυές. Όμως σε κάθε τέτοιο μύθο/παραμύθι, υπάρχουν οι άνθρωποι που θέλουν να μάθουν την αλήθεια, με όποιο κόστος, αυτοί που ξεχωρίζουν, οι Οιδίποδες κάθε εποχής∙ και αυτοί επίσης που διψάνε για απόδοση δικαιοσύνης (τι είδους θεός είναι αυτός που θέλει τα λάθη να ξεχνιούνται και να μένουν ατιμώρητα;).  Έτσι, κάθε περιπέτεια και κάθε κατάκτηση της μνήμης εκ μέρους των πρωταγωνιστών αποκτά ένα βαθύτερο νόημα.
Ίδια περίπου είναι και η δοκιμασία της μνήμης, όσο αφορά τη συναισθηματική σχέση των δύο πρωταγωνιστών. Η Μπέατρις θυμάται αχνά ότι «έκανε κάτι άσχημο στον άντρα της», και αναφωνεί: Ας αντικρίσουμε επιτέλους τον δρόμο που έχουμε μαζί διανύσει, συννεφιασμένο ή ηλιόλουστο αλλά υπάρχει ο τρομερός αντίλογος: είστε τόσο σίγουρη, καλή μου κυρία, πως θέλετε να ελευθερωθείτε απ’ αυτή την ομίχλη; Δεν είναι προτιμότερο κάποια πράγματα να μείνουν κρυμμένα απ’ τη δική μας σκέψη;/ τι να φοβηθώ πάτερ; Αυτό που ο Αξλ κι εγώ νιώθουμε σήμερα ο ένας για τον άλλο μάς επιβεβαιώνει πως το μονοπάτι που πήραμε δεν εμπεριέχει κινδύνους για μας, έστω κι αν τώρα η ομίχλη μας το κρύβει. Είναι σαν μια ιστορία με ευτυχισμένο τέλος –ακόμα κι ένα παιδί γνωρίζει πως δεν πρέπει να φοβάται τις ανατροπές και τις μεταβολές που έχουν προηγηθεί. Ο Αξλ κι εγώ θα θυμηθούμε τη ζωή που ζήσαμε μαζί, και, όποια κι αν αυτή, είναι πολύτιμη για μας.
Τέλος, μετά την κάθαρση που φέρνει η επιστροφή της μνήμης, το τελικό ταξίδι προς το νησί όπου τους περιμένει ο γιος, η μεσολάβηση του σοφού βαρκάρη, οι εκατέρωθεν βαθιές και αποκαλυπτικές εξομολογήσεις δεν μπορούν παρά να αποδίδουν ένα εσχατολογικό νόημα στην παντοτινή αγάπη που δένει το ζευγάρι μπροστά στον θάνατο.
Χριστίνα Παπαγγελή




[2] Μου θύμισε λίγο την φιλοσοφική ερμηνεία της επιστροφής του Οδυσσέα στην Ιθάκη, ως ανάδυσης από τον υδάτινο κόσμο του υποσυνείδητου στον λογικό κόσμο του συνειδητού, αφού έχει υπερνικήσει όλα τα «τέρατα» και τους πειρασμούς ανεβαίνοντας «αναβαθμούς» συνείδησης (Χρ. Μαλεβίτσης, Περί του τραγικού)

Κυριακή, Οκτωβρίου 15, 2017

Όλες οι ψυχές, Χαβιέ Μαρίας

Δεν νομίζω πως είναι τυχαίο, ότι ενώ το βιβλίο το διάβασα μόλις πριν δυο χρόνια ακριβώς (Οκτώβριο του 2015), όταν το πήρα τώρα στα χέρια μου για να γράψω την ανάρτηση, δεν θυμόμουνα… σχεδόν τίποτα! Έτσι, το ξαναδιάβασα, και μάλιστα με ενδιαφέρον, εφόσον πάντα ο Μαρίας είναι ελκυστικός. Ωστόσο, γρήγορα κατάλαβα γιατί συνέβη αυτό:  ουσιαστικά, δεν υπάρχει πλοκή, για την ακρίβεια είναι απειροελάχιστη, ενώ ανακυκλώνονται με διαφορετικό τρόπο τα θέματα που πάντα απασχολούν τον Μαρίας, η μνήμη/αφήγηση, ο έρωτας, η αρρώστια, ο θάνατος.
Ο κεντρικός ήρωας, ένας νεαρός Ισπανός (δεν αναφέρεται το όνομά του, δεν ξέρω αν σκόπιμα παραμένει ανώνυμος) ξεδιπλώνει -ευτυχώς σε πρώτο ενικό- με πολύ λεπτομερειακό τρόπο τα βιώματά του στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης στα δύο χρόνια που ήταν εκεί ως προσωρινός διδάσκων (υφηγητής;) με αντικείμενο την ισπανική λογοτεχνία. Οι εμπειρίες του απ΄ τον βρετανικό τρόπο ζωής συμπλέκονται με  τα συναισθήματά του απέναντι στην Κλερ, παντρεμένη με την οποία σχετίζεται, καθώς και με τις προσωπικές του περιπλανήσεις στο χώρο των παλαιοβιλιοπωλείων και των σπάνιων εκδόσεων, που τις περιγράφει σχολαστικά. Ο τίτλος του βιβλίου (Όλες οι ψυχές) παραπέμπει στο Κολλέγιο όπου δουλεύει η Κλερ, αν και θα μπορούσε κάποιος να πει ότι κεντρικός πυρήνας τη αφήγησης είναι ο ψυχισμός των τριών βασικών προσώπων με τα οποία δέθηκε ο ήρωας (> όλες οι ψυχές που με άγγιξαν).
Για τον νεαρό Ισπανό, ο κλειστός κόσμος της Οξφόρδης σε σχέση με τον κόσμο της Μαδρίτης  είναι εκτός χώρου και εκτός χρόνου, γι αυτό και ο ίδιος νιώθει βασικά σαν «να έχει μεταφερθεί σ’ ένα άλλο στοιχείο, όπως ας πούμε στο νερό», ενώ όσοι ζούσαν σ’ αυτόν ήταν ή διαταραγμένοι ή τύποι της περιπέτειας. Πέρα όμως από το κοινωνικό πλαίσιο που είναι ενδιαφέρον, ο ήρωας είναι συμπαθητικός, αγαπητός στον αναγνώστη,  είναι προσεκτικός και ευφυής παρατηρητής, ειλικρινής στις εξομολογήσεις και τα παθήματά του, και δεν είναι τυχαίο που αγαπά τη λογοτεχνία και τη διδάσκει (αυτό που λένε «βλέπει τη ζωή σαν μυθιστόρημα»).
Η περιγραφή δεν είναι γραμμική, αλλά αποτελεί εκ των υστέρων αφήγηση του ήρωα, ο οποίος συνθέτει, προοικονομεί, γενικεύει και αναλύει όπως γίνεται συνήθως στην προφορική εξιστόρηση όταν αναστοχάζεσαι και ανασυνθέτεις τα γεγονότα (αν και είναι γνωστό ότι αυτός που μιλάει, δεν είναι πάντοτε ο ίδιος μ’ αυτόν που βρισκόταν εκεί). Η εξομολόγηση αυτή είναι έξυπνη, διανθισμένη με σπαρταριστά επεισόδια, όπως αυθαίρετες ερμηνείες που δίνει στις εξεζητημένες ερωτήσεις των σπουδαστών του και τις παρετυμολογήσεις των λέξεων, για να καταλήξει στο αμίμητο «όταν η πραγματική γνώση καταντάει αδιάφορη, τότε μπορεί και να επινοηθεί»! Είναι όμως τόσο υπεραναλυτική, που πράγματι θυμίζει τον Προυστ[1] όπως επισημαίνεται και στο οπισθόφυλλο. Έτσι και δω π.χ., γίνεται  εκτεταμένη αναφορά στον…. σκουπιδοτενεκέ ενός εργένη (!) ή επί 22 σελίδες ο αφηγητής περιγράφει το καθιερωμένο εθιμοτυπικό δείπνο (ένα από κείνα τα μεγαλεπήβολα δείπνα που εκεί ονομάζονται high tables) που γινόταν μία φορά τη βδομάδα στην Οξφόρδη (όπως και στο Κέμπριτζ), στο οποίο μάλιστα γνώρισε την Κλερ. Η τυπικότητα των δείπνων αυτών στην κατεξοχήν χώρα της τυπικότητας  είναι άνευ προηγουμένου, και ο αναγνώστης μόνο και μόνο γι’ αυτό το λόγο, παρακολουθεί με περίσσιο ενδιαφέρον την οπτική ενός παρατηρητή άλλης κουλτούρας (που ομολογουμένως βλέπει το όλο θέμα με άκρα ειρωνεία). Όλα είναι ρυθμισμένα μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια, (μέλη της Συγκλήτου με τήβεννο, συγκεκριμένες θέσεις με ιεραρχική προτεραιότητα, συγκεκριμένα λεπτά που μιλάς με τον δεξιό παρακαθήμενο, συγκεκριμένος χρόνος που μιλάς με τον αριστερό, συγκεκριμένα λεπτά για το πρώτο πιάτο, το δεύτερο πιάτο κ.ο.κ.) ενώ βλέμματα ζήλειας διασταυρώνονται ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες ή γυναίκες και άντρες προοιωνίζοντας θυελλώδεις σκηνές.
Δε νομίζω ότι χρειάζεται να τονίσουμε ότι η ματιά ενός Ισπανού στην Αγγλία, και ιδιαίτερα στον ψυχαναγκαστικό, κλειστό πανεπιστημιακό κόσμο  της Οξφόρδης  ταυτίζεται με αυτά που θα έβλεπε ένας Έλληνας, εν πάση περιπτώσει με μεσογειακό ταμπεραμέντο παρατηρητής. Έτσι, νιώθουμε οικεία όταν ο ήρωας αναφέρεται στο ψυχρό φως της βόρειας χώρας, που δεν παίρνει άλλες αποχρώσεις όλο το απόγευμα, αντίθετα ο ήλιος δύει ξαφνικά, σαν να υπάρχει ένας διακόπτης. Η σκιαγράφηση διάφορων απίθανων τύπων καθηγητή (μεταξύ αυτών ένας πρώην κατάσκοπος στη Μ15, την περίφημη Βρετανική Μυστική Υπηρεσία, γνωστή για τις σχέσεις της με τους πανεπιστημιακούς κύκλους, και κάποιος πρώην ανακριτής Σοβιετικών που ζητούσαν άσυλο στη διάρκεια του Ψυχρού πολέμου!) ή διαφόρων ανεκδιήγητων «μυστικών» εταιριών είναι τόσο έξω απ΄ το δικό μας πνεύμα και τόσο… βρετανικά, ενώ ο Ισπανός νεαρός τα περιγράφει όλα αυτά σχεδόν ξεκαρδιστικά.  Προσωπικά, παρακολούθησα με ειδικό ενδιαφέρον την εργασιακή σχέση των καθηγητών των ιδιωτικών αυτών μη κερδοσκοπικών[2] πανεπιστημίων, οι οποίοι ζουν ουσιαστικά σε μια κλειστή γυάλα με τιμές και δόξα, κι όταν συνταξιοδοτούνται επιβιώνουν με τρεις κι εξήντα.
Ο αφηγητής, απ΄ την  πρώτη κιόλας σελίδα  έχει περιορίσει το ενδιαφέρον του σε τρία πρόσωπα που γνώρισε στη σύντομη αυτή περίοδο, για τα οποία μιλάει διεξοδικά και ψυχογραφεί με πολλή διεισδυτικότητα. Τώρα που μας αφηγείται, οι δυο έχουν πεθάνει (ίσως περίμεναν να φτάσω και να εξαντλήσω το χρόνο μου εκεί για να μου δώσουν την ευκαιρία να τους γνωρίσω και να μπορώ να μιλάω γι’ αυτούς). Ο ένας ήταν βαριά άρρωστος πριν ακόμα φύγει ο ήρωας από την Οξφόρδη, δίνοντάς του το έναυσμα να στοχαστεί πολύ σχετικά με την αρρώστια και τον θάνατο (σε ποιον ανήκει η θέληση του αρρώστου; Στον άρρωστο ή στην αρρώστια; Όταν κάποιος είναι άρρωστος, όπως κι όταν είναι γέρος ή διαταραγμένος, τα πράγματα γίνονται εξίσου και με τη δική του θέληση και με τη θέληση των άλλων. Αυτό που δεν ξέρουμε πάντα είναι σε ποιον ανήκει εκείνο το μέρος της θέλησης που πια δεν είναι δική μας).

 Η μοιχεία απαιτεί πολλή προσπάθεια
… να μη διαρκούμε πολύ, να μην επιμένουμε, να μην παραμένουμε,
γιατί αν διαρκέσουμε λίγο παραπάνω απ΄ όσο χρειάζεται, τότε πάει και η χάρη
κι αρχίζουν τα μαρτύρια κι εκτυλίσσονται οι τραγωδίες.
Τραγωδίες ανόητες, τραγωδίες αναπόφευκτες, τραγωδίες αναμενόμενες

Το τρίτο πρόσωπο, και το πιο ενδιαφέρον, είναι η ατίθαση-απρόβλεπτη Κλερ (όλα σ’ αυτήν ήταν κάπως πληθωρικά, υπερβολικά, μιας κι ήταν ένα πλάσμα νευρώδες, κι από κείνα που δεν τα φθείρει εύκολα ο χρόνος, και για τα οποία η ίδια η αντίληψη του χρόνου και το πέρασμά του είναι μια προσβολή, μας και χρειάζονται ολόκληρη την αιωνιότητα για το καθετί). Ακόμα όμως πιο συναρπαστική είναι η σχέση του αφηγητή με την Κλερ, για την ακρίβεια η καταγραφή κάθε μικρού/μεγάλου άγχους, κάθε προσμονής, κάθε διάψευσης του θερμόαιμου μεσογειακού  ήρωα με την πιο χαλαρή και ρεαλίστρια Κλερ (π.χ.  ήμουν εγώ αυτός που έπρεπε να βάλω το ξυπνητήρι ή να κοιτάξει το ρολόι στο κομοδίνο/ήμουν εγώ αυτός που έπρεπε να δω αν είχαν σβήσει τα σημάδια της απόλαυσης να προσέξω αν είχε απαλειφθεί από το πρόσωπό της η ιδιόμορφη αιωνιότητά της που είχε ξεκινήσει και κρατήσει όσο ήταν συντροφιά μαζί μου, και να προσέξω ακόμα μήπως ήταν το πρόσωπό της τα μάτια της ξαναμμένο και τα μάτια της θολά).  Στις προσπάθειες και το άγχος του εραστή της να βρουν δικαιολογίες για να δικαιολογηθούν στον άντρα της, απαντά με μεγαλείο: είσαι ηλίθιος. Ευτυχώς που δεν είσαι εσύ ο άντρας μου.(…) Αν ήσουν ο Τεντ δεν θα μου έκανες αυτές τις ερωτήσεις, γιατί θα ήξερες ότι θα μπορούσα να στις απαντήσω ή και να μη στις απαντήσω∙ κάτι που είναι το ίδιο, γιατί αυτό που ζητά κανείς απ’ τον άνθρωπό του είναι η γαλήνη όσο μοιράζεται μαζί του την καθημερινή ζωή κλπ κλπ.
Εξίσου πραγματίστρια είναι η Κλερ και λίγο πριν λήξει η θητεία των δυο χρόνων του καθηγητή μας. Ενώ εκείνος είναι διαλυμένος και έτοιμος να παρατήσει όλα τα σχέδια για χάρη της, εκείνη πολύ ρεαλιστικά επαναφέρει  το λογικό πλαίσιο, απόλυτα συμβιβασμένη με το φευγαλέο και την σημασία του.
Αυτό νομίζω είναι κι ό, τι αξίζει περισσότερο σ’ αυτό το βιβλίο: η αίσθηση του φευγαλέου, του αναπότρεπτου, που περικλείεται μέσα στη διάρκεια των δύο χρόνων και περιλαμβάνει κάθε είδους συγκίνηση- κι όταν κλείνει ο κύκλος κι έχεις φύγει πια, μένει μια συμπαγής ανάμνηση που χωράει σ΄ ένα μόνο ντουλάπι της μνήμης…
Χριστίνα Παπαγγελή



[1] Παροιμιώδης η περιγραφή του φλιτζανιού με τσάι που κρατάει η ηρωίδα στο «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο», που πιάνει τις τέσσερις πρώτες σελίδες!
[2] http://www.huffingtonpost.gr/periklis-gogas/kseroume-ti-einai-ta-idiotika-panepistimia_b_17982072.html

Δευτέρα, Οκτωβρίου 09, 2017

ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΑΝΘΡΩΠΑΚΟ; Hans Fallada

Σήμερα πρέπει να κάνω πωλήσεις για 300 μάρκα

Είχα ξεχάσει πόσο ωραίο είναι το γράψιμο του Φάλαντα (αν και τόσο το Μόνος στο Βερολίνο, όσο και το Ο πότης είναι από τα αγαπημένα μου). Ίσως γιατί το γράψιμο είναι απλό και καθημερινό, χωρίς κάτι ιδιαίτερο στο ύφος, όπως απλή και καθημερινή είναι η ζωή των πρωταγωνιστών του. Και δω λοιπόν, πολύ περισσότερο από τα άλλα δύο βιβλία, οι δυο κεντρικοί ήρωες -ένα ερωτευμένο ζευγάρι- είναι απλοί, συνηθισμένοι  άνθρωποι, μέσης λογικής και ηθικής, που ζουν με το μοναδικό απλό όνειρο να απολαύσουν την αγάπη τους και να κάνουν οικογένεια. Όμως αυτό που διαμορφώνει ουσιαστικά τους ήρωες, σιγά σιγά και ανεπαίσθητα, είναι οι προκλήσεις της εποχής…
Βρισκόμαστε στον μεσοπόλεμο, σε μια ηττημένη Γερμανία που προσπαθεί να ορθοποδίσει. Όπως γράφει και ο Κουτσουρέλης στην Εισαγωγή, το βιβλίο είναι γραμμένο στην καρδιά της κρίσης και από συγγραφέα που είχε νιώσει για τα καλά τις συνέπειές της. Είναι η Γερμανία της Βαϊμάρης, όπου έχουν ήδη φυτρώσει τα άνθη του κακού που θα οδηγήσουν στην άνοδο του ναζισμού.
Ο «ανθρωπάκος» μας (Kleiner Mann), ο Γιοχάνες Πίνεμπεργκ, είναι  -αρχικά- λογιστής μικροϋπάλληλος σε μια επιχείρηση σιτηρών και η σύντροφός του Έμα Μέρσελ, κόρη εργάτη, είναι έγκυος όταν αποφασίζουν να παντρευτούν και να συζήσουν στο Ντούχεροβ (μικρή πόλη στη Β.Α. Γερμανία), παρά τις χίλιες δυο οικονομικές δυσκολίες. Δεν έχουν κοινωνικές φιλοδοξίες (δεν έχω κανένα ιδιαίτερο χάρισμα, Μανάρι. Δε θα φτάσω ψηλά. Θα έχουμε πάντα οικονομικά προβλήματα)∙ ο Γιοχάνες είναι ένας κανονικός άνθρωπος, κανονικά ήσυχος, κανονικά φοβιτσιάρης. Ο ενθουσιασμός τους για τον έρωτά τους και για το παιδί που έρχεται, η αγάπη τους που βλέπει με αισιοδοξία κάθε αναποδιά, η διάθεση για συγκατάβαση και συναίνεση έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα μηνύματα των καιρών που είναι ζοφερά και δυσοίωνα, ακόμα περισσότερο για μας που γνωρίζουμε τη λαίλαπα που θα ακολουθήσει. Όμως, οι οικονομικές δυσκολίες στραγγαλίζουν σιγά σιγά την αμεριμνησία του ζευγαριού, αν και η αναμενόμενη έλευση του Μπόμπιρα (μέσα σε χίλιες δυσκολίες) δίνει νέα κύματα ζωντάνιας και ενέργειας στο ζευγάρι.
Η αφήγηση είναι πάντα σε γ΄ενικό, αλλά ο συγγραφέας μάς επιτρέπει να κοιτάξουμε μέσα απ’ την… κλειδαρότρυπα, και βλέπουμε τα πιο βαθιά αισθήματα των δύο, που πάντα είναι θερμά, τρυφερά, γεμάτα αγάπη και θαυμασμό του ενός για τον άλλον. Άλλωστε, είναι πολύ νέοι, και κάθε τι είναι πρωτόγνωρο, καινούριο, μαγικό. Η αφήγηση είναι θεατρική, παραστατική, κι έτσι παίρνουμε μια ιδέα για την καθημερινότητα στη Γερμανία του 1930, την καθημερινότητα δύο φυσιολογικών ανθρώπων που δεν είναι ούτε κομμουνιστές (αν και ο πατέρας της Έμα είναι κομμουνιστής, με ταξική συνείδηση), ούτε ναζιστές. Θαυμάζουμε τη θετική σκέψη της Έμα που φτάνει στην καρδιά των απαντήσεων, χωρίς κοινωνικές προκαταλήψεις παρόλο που δεν είναι στρατευμένη πουθενά (ίσως γι’ αυτόν τον λόγο), όπως π.χ. τα λόγια που λέει στον Γιοχάνες όταν εκείνος τρομάζει από την σκαιά συμπεριφορά του πεθερού του: Και τι μας νοιάζει; Εμένα θα παντρευτείς, εμένα, μόνο εμένα, δίχως μάνα και πατέρα. Γενικά η Έμα  συμπαραστέκεται αβίαστα και με πολλή στοργή στον ήρωά της (τον «Μικρό» της), που έχει να παλέψει με τα θηρία της εργοδοσίας. Ποτέ δεν τον πιέζει και ποτέ δεν γκρινιάζει, αλλά προγραμματίζει ξανά και ξανά τα έξοδα και τις ανάγκες τους, μάρκο το μάρκο, ενώ με νεανικό ενθουσιασμό και καρτερία καταστρώνει ταπεινά σχέδια, όπως μια εκδρομή την Κυριακή.
Ενώ λοιπόν η πλοκή είναι εστιασμένη στο ζευγάρι, τις μικροέγνιες τους και τις μικροχαρές τους, αρχίζει σιγά σιγά και κερδίζει έδαφος στη ζωή τους ο κοινωνικός περίγυρoς, η οικονομική μέγγενη που σφίγγει λόγω κρίσης αλλά και τα εργασιακά που σκληραίνουν ολοένα. Κι αυτά τα βλέπουμε όμως μέσα απ’ τον μικρόκοσμο των δύο. Ήδη από τη σελίδα 40, όπου περιγράφεται η σκηνή γνωριμίας με τα πεθερικά του Γιοχάνες, παίρνουμε μια ιδέα για τις συγκρούσεις της εποχής (π.χ. εργάτες VS υπάλληλοι: κάνετε τζάμπα υπερωρίες, δέχεστε να πληρώνεστε λιγότερο απ’ τον συμφωνημένο μισθό, δεν απεργείτε ποτέ, συνδικάτα που συμβιβάζονται κλπ). Βλέπουμε σταδιακά τη στρατολόγηση κάποιων συναδέλφων στα Τάγματα Εφόδου -παραστρατιωτική οργάνωση, πρόδρομος των SS- (με λίγα λόγια ήταν ένας πιστός Νεύτων, εχθρός των Ιουδαίων, των τραπεζών, των Γάλλων, των πολεμικών επανορθώσεων, των Σοσιαλιστών και του Κομμουνιστικού Κόμματος), τους πιστούς της εργοδοσίας που δεν διστάζουν να «καταδώσουν» τους υπαλλήλους για πταίσματα. Το μίσος για τους Εβραίους, την προλείανση του εδάφους για απολύσεις (ποιον θα απολύατε εσείς αν ήσασταν στη θέση μου;), τον έλεγχο της προσωπικής ζωής των υπαλλήλων (που γίνεται όλο και στενότερη καθώς περνάει ο καιρός). Οι καταστάσεις όπως π.χ. ο αγώνας να διατηρηθούν οι συλλογικές συμβάσεις μέσα σε μια κρίση ανόδου του πληθωρισμού θυμίζουν τόσο πολύ τη σημερινή διάλυση των εργασιακών κεκτημένων, που σοκάρει. Και οι σύντροφοι που υπόσχονται ότι θα παραιτηθούν αν κάποιος απ’ όλους απειληθεί με απόλυση, στη δύσκολη στιγμή οπισθοχωρούν…
Η απόλυση του Γιοχάνες Πίνεμπεργκ τούς οδηγεί στο Βερολίνο, όπου ζει η ανεκδιήγητη μητέρα του, μια γυναίκα διεφθαρμένη που κοιτάζει να εκμεταλλευτεί ακόμα και τον ίδιο της τον γιο, και «συντροφεύεται» απ’ τον επίσης ανεκδιήγητο Γιάχμαν, τυχοδιώκτη αμφιβόλου ηθικής. Παρακολουθούμε λοιπόν την προσαρμογή του ζευγαριού στη μεγαλούπολη, και την οδύσσεια της πρόσληψης του Γιοχάνες στο «ανδρικό τμήμα ετοίμων ενδυμάτων καταστημάτων Μάντελ». Παρόλη την πρόσληψη, όμως, το αίσθημα της ασφάλειας γίνεται όλο και πιο απόμακρο (κάπου μέσα του ο Πίνεμπεργκ νιώθει ότι εξαιτίας αυτής της συναλλαγής, και παρόλο που βρίσκεται πάλι από την πλευρά εκείνων που βγάζουν τα προς το ζην, νιώθει πιο κοντά σ’ αυτούς που δεν κερδίζουν τίποτα παρά σ’ αυτούς που κερδίζουν πολλά είναι ένας απ’ αυτούς, μπορεί από τη μια μέρα στην άλλη να βρεθεί κι αυτός εδώ να περιμένει, δεν μπορεί να κάνει τίποτε γι’ αυτό, τίποτε δεν τον προστατεύει). Ο μισθός είναι πολύ πιο μικρός από το αναμενόμενο (αυτοί οι ληστές μήπως χολοσκάνε να μάθουν πως τα βγάζει πέρα κανείς;), αντίστοιχα οι απαιτήσεις από τους πωλητές είναι τέτοιες που αποκλείουν την αλληλεγγύη και τη συνεργασία μεταξύ τους (εκτός σπάνιων εξαιρέσεων), αντίθετα γίνονται ανταγωνιστικοί και εχθρικοί. Η απόλυση επικρέμεται σε οποιοδήποτε παράπτωμα όπως καθυστέρηση, «αυθάδη» συμπεριφορά, ακόμα κι όταν αφορά προσωπική σχέση (π.χ. ερωτική σχέση με συνάδελφο: εφόσον συμπεριφερθήκατε με τρόπο που αντιβαίνει στο συμφέρον της επιχείρησης, έχουμε το δικαίωμα, σύμφωνα με την παράγραφο επτά της συμβάσεως εργασίας, να σας απολύσουμε δίχως προειδοποιητική επιστολή!). Το άκρον άωτον είναι όταν επιβάλλεται όριο στις πωλήσεις κάθε υπαλλήλου, και μάλιστα είκοσι με εικοσιπέντε φορές όσο ο μισθός (όλοι τους ξετρελάθηκαν μ’ αυτό. Το ονομάζουν «συνετό» και «οικονομικό» ώστε να ξετρυπώνουν και του πωλητές που δεν αξίζουν»! Σ’ αυτή τη «νόρμα» που ισχύει για όλους, προστίθεται κι άλλο ποσόν από τον προσωπάρχη, κατά βούληση σαν τιμωρία, όπως συνέβη και με τον Γιοχάνες (100 μάρκα επιπλέον).
Η ασφυκτική αυτή πίεση δεν μπορεί παρά να επηρεάζει τους εργαζόμενους, που χάνουν την επιδεξιότητά τους και τη φυσικότητά τους (βασικά την αξιοπρέπειά τους), εφόσον, με το άγχος μήπως χάσουν τη δουλειά τους, βλέπουν τον πελάτη σαν πορτοφόλι. Πόσο μάλλον για τον Γιοχάνες, που  έχει και μικρό παιδί. Η πτώση γίνεται βαθμιαία μεν αλλά κατακόρυφα, ενώ παράλληλα οι δυο πρωταγωνιστές αναγκάζονται να μετακομίσουν σ’ ένα δώμα-πατάρι κινηματογράφου, όπου ανεβαίνουν από μια ανεμόσκαλα! Η γραφειοκρατία που συνοδεύει κάθε «δικαίωμα» που έχει μείνει (π.χ. επίδομα θηλασμού) είναι εξωφρενική, ενώ πολλά από τα δικαιώματά τους απλώς παραβιάζονται.
Ο Μικρός πρέπει να απαλλαγεί από το φόβο του, πρέπει να αισθανθεί ξανά ελεύθερος

Ενώ όμως βρισκόμαστε σε μια κοινωνία όπου η θέση του εργάτη/υπαλλήλου καταβαραθρώνεται μέρα με τη μέρα, το βιβλίο δεν είναι σκοτεινό και μεμψίμοιρο. Οι δυσκολίες συνεχίζονται, αλλά η χαρά της ζωής, του καινούριου, ο έρωτας/αγάπη και η έμφυτη αισιοδοξία της Έμας (μπορεί η ζωή να είναι σκατά, εκείνη όμως είναι πάντα λαμπερή) δίνουν δύναμη στους δυο ήρωες να υπερνικούν τα εμπόδια με αξιοπρέπεια, ενώ πολλές φορές πλημμυρίζουν από τρυφερότητα ο ένας για τον άλλον και νιώθουν ότι είναι ευτυχισμένοι. Μάλιστα κάποιες φορές προβαίνουν και σε αλόγιστες σπατάλες, με μεγάλο κόστος βέβαια… Δεν βλέπουμε δηλαδή μονοδιάστατα, μόνο τον αγώνα βιοπορισμού, αλλά και φωτεινά διαλείμματα όπως μια επίσκεψη στο… κέντρο γυμνιστών, ή μια βραδιά στα διάφορα καμπαρέ (όπου η αφήγηση είναι γλαφυρή και εκτεταμένη).
Παρόλ’αυτά, όσο περναει ο καιρός οι δυσκολίες πολλαπλασιάζονται. Ο Γιοχάνες είναι ένας «μέσος ανθρωπάκος» και το ξέρει (ναι, είναι ένας υπαλληλάκος που του’ δωσαν να καταλάβει από πολύ νωρίς ότι δεν είναι τίποτα το ξεχωριστό, παρά κάτι σαν ζωάκι, που του επιτρέπουν να ζήσει ή να ψοφήσει), δεν είναι όμως τόσο αφελής όσο πιστεύει. Συνειδητοποιεί σιγά σιγά με μεγάλη οξυδέρκεια όλο το παιχνίδι που παίζεται σε βάρος των εργαζομένων. Δεν οπισθοχωρεί, δε συμβιβάζεται, δεν αλλοιώνεται, κι αυτή είναι η δύναμή του.
Αυτή όμως είναι και η βαθιά αιτία που χάνει τη δουλειά του, για λόγους επιφανειακά ανεξιχνίαστους (στον φάκελό του υπήρχε μια συκοφαντική επιστολή ότι ο Γιοχάνες Πίνεμπεργκ ήταν μέλος διμοιρίας των Ταγμάτων Εφόδου των ναζί!). Ο επίλογος του βιβλίου τον βρίσκει όχι μόνο «έναν κουρελιασμένο άνεργο» να κάνει όλες τις σπιτικές δουλειές -εφόσον η Έμα μαντάρει σε σπίτια-, αλλά βαρύθυμο, χωρίς ελπίδα (μόνο να περιμένει μπορεί, αλλά τι; Τι, πείτε μου; Τίποτε απολύτως!/το πιο καταθλιπτικό είναι πως τα πράγματα συνεχίζουν να είναι έτσι, συνεχίζονται και συνεχίζονται, και πάει λέγοντας… αδύνατον να δεις την άκρη του τούνελ). Η περιθωριοποίησή του τον κάνει στόχο και της αστυνομίας που τον ξυλοφορτώνει δίχως λόγο και αιτία. 
Και τώρα, ανθρωπάκο;
Χωρίς να κάνει κοινωνιολογία ή ιστορία, ο συγγραφέας μάς δίνει για άλλη μια φορά την εικόνα του εκμηδενισμού των ανθρώπων (των «ανθρωπάκων»;) της  -μεσοπολεμικής εδώ- Γερμανίας.  Εστιάζει σε «μέσους ανθρώπους» που πασχίζουν να ζήσουν με αξιοπρέπεια όσο τους συνθλίβει το σύστημα. Ο Φάλαντα, αργά αργά και ανεπαίσθητα, καθώς περιγράφει  την καθημερινότητα μάς βάζει σ’ έναν κόσμο όπου ο κλοιός της ανασφάλειας, κοινωνικής και πολιτικής, σφίγγει ολοένα. Γι αυτό και θα τελειώσω την παρουσίαση μ’ ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα, όχι απ’ το τέλος του βιβλίου αλλά που αποδίδει όλο το πνεύμα του, και όπου φαίνεται αυτή η μετέωρη κατάσταση του εκμηδενισμένου ατόμου:
Σήμερα όλα έχουν καταρρεύσει, βουνά από θλιβερά συντρίμμια, και εν μέχσω όλων αυτών, πού και πού μια μικρή αναλαμπή. Κι ύστερα πάλι συντρίμμια. Και πάλι μια μικρή αναλαμπή. Είναι ακόμα νέοι, αγαπιούνται ακόμα, αχ, ίσως αγαπιούνται ακόμα περισσότερο από πρώτα, έχουν συνηθίσει ο ένας τον άλλο –όπως ο ουρανός είναι βαρύς και μαύρος, έχουμε το δικαίωμα να γελάμε εμείς οι άλλοι; Πώς μπορούμε να γελάμε, να γελάμε με την καρδιά μας σ’ έναν κόσμο σαν αυτόν, με τους οικονομικούς ηγήτορές του, που τόσα και τόσα λάθη διέπραξαν, να περισώζονται, και με τους μικρούς, τους ταπεινωμένους και ποδοπατημένους φουκαράδες, να δίνουν ό, τι έχουν και δεν έχουν. 

Πόσο πιο επίκαιρο, πια;  
Χριστίνα Παπαγγελή

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 25, 2017

Πόλεμος και πόλεμος, László Krasznahorkai

(…)
αλλά γεγονός είναι ότι, στα σαράντα τέσσερα του χρόνια, έβρισκε τον εαυτό του φοβερά ηλίθιο,
έναν πανηλίθιο που, επί σαράντα τέσσερα χρόνια, πίστευε πως κατανοούσε τον κόσμο,
ενώ στην πραγματικότητα, παραδέχτηκε εκεί, στην όχθη του ποταμού,
όχι μόνο δεν κατανοούσε τον κόσμο
αλλά δεν κατανοούσε τίποτα απολύτως

  Πόσο δύσκολο να μιλήσει κανείς γι’ αυτήν την μαγική ασυνάρτητη γραφή, που ωστόσο προχωράει στην ουσία μέσα από απροσδόκητα εσωτερική συνοχή! Με μακροπερίοδο λόγο, ή μάλλον με περιόδους που χωρίζονται με κόμματα αντί για τελείες, χωρίς παραγράφους αλλά με μικρά υποκεφάλαια σε κάθε ενότητα, το ύφος θυμίζει τον αγαπητό Σαραμάγκου, που σου επιβάλλει ξεχωριστό  -αργό- ρυθμό ανάγνωσης και ιδιαίτερη προσοχή σε κάθε λέξη. Ο αναγνώστης λοιπόν, πριν από κάθε αριθμημένο υποκεφάλαιο, παίρνει μια βαθιά ανάσα και βυθίζεται σ’ ένα είδος παραληρήματος, που το εκφέρει ένας από τους ήρωες σε προφορική αφήγηση (συνήθως ο Κόριμ, ο κεντρικός ήρωας), απευθυνόμενος σχεδόν πάντα σ΄ ένα αόριστο και απρόσωπο ακροατήριο (π.χ. στο αεροδρόμιο, στους υπαλλήλους εταιριών κλπ),όμως όχι σε ευθύ λόγο αλλά σε πλάγιο (του τύπου όπως εξήγησε αργότερα, είπε στο κινέζικο εστιατόριο κλπ)
   Είναι πράγματι μοναδικό το ύφος του Ούγγρου συγγραφέα, και όχι μόνο συναρπάζει όταν ξεπεράσει κανείς το πρώτο σοκ της σελίδας-χωρίς-κενά, αλλά νιώθεις ότι είναι το μόνο που ταιριάζει με το περιεχόμενο. Γιατί το περιεχόμενο είναι εξίσου φευγάτο, αντισυμβατικό και σχεδόν παραμυθένιο: ο κεντρικός ήρωας Κόριμ, που είναι αυτός που συνήθως αφηγείται, ένας μέσος συνηθισμένος υπάλληλος των Αρχείων του κράτους, κάποια μέρα  ανακαλύπτει ένα μυστηριώδες χειρόγραφο που του ανατρέπει όλη τη ζωή, κάθε βεβαιότητα, ακυρώνει κάθε παρελθόν. Δεν μαθαίνουμε βέβαια αμέσως εμείς τι ήταν αυτό το τόσο ανατρεπτικό που ανάγκασε τον Κόριμ να πουλήσει ή να καταστρέψει ΟΛΑ  του τα υπάρχοντα και να ετοιμάσει ένα ταξίδι –Γολγοθά για τη Νέα Υόρκη, όπου μέσα σ’ όλα τα εμπόδια που του θέτει η απειρία του μέτριου υπαλλήλου προστίθεται κι αυτό  της γλώσσας (είχε καταλάβει ότι στην ουσία είχε ήδη φύγει, εφόσον όλα έμπαιναν σε τάξη μπροστά του και όλα κατέρρεαν πίσω του, όπως συνήθως συμβαίνει πιθανώς μ’ αυτού του είδους τα «μεγάλα ταξίδια»). Όπως αποκαλύπτεται έμμεσα στην αρχή, και άμεσα καθώς προχωράει η πλοκή, ο Κόριμ έχει ξεκάθαρο σχέδιο, που του υπαγορεύεται από μια επιτακτικότατη ανάγκη.  
   Η πλοκή, είναι μεν παράδοξη, αλλά σχετικά απλή, χτισμένη σε εικόνες γοητευτικές και κάπως σουρεαλιστικές… Έτσι, βλέπουμε π.χ. αρχικά τον ήρωα πάνω σε μια γέφυρα, περιστοιχισμένο από εφτά πιτσιρικάδες που του έχουν μόλις επιτεθεί, για τους οποίους μαθαίνουμε ότι είναι αλητάμπουρες που περιμένουν το τρένο των 6 να περάσει για να δοκιμάσουν τις καινούριες τους σφεντόνες (!). Σ’ αυτό το απίστευτο ακροατήριο ο Κόριμ αρχικά ξεδιπλώνει τον ακατάσχετο μονόλογό του, βήμα βήμα το πώς άνοιξε η συνείδησή του μετά την ανακάλυψη που έκανε στα αρχεία του τρομερού ανώνυμου χειρογράφου, πώς μεταστράφηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε να τα σβήσει όλα και να ξεκινήσει τη μεγάλη αποστολή του (μια ώρα ήταν αρκετή για να είναι πανέτοιμος. (…) Είχε συνειδητοποιήσει ότι μια ώρα είναι αρκετή για να διαλυθούν τα πάντα και να βρεθούμε, πριν εξαφανιστούμε, στο κέντρο ενός εντελώς διαλυμένου διαμερίσματος, και ακριβώς εκείνη τη στιγμή, είπε ο Κόριμ, θα άναβε ευχαρίστως ένα τσιγάρο, θα κάπνιζε μια γερή γόπα, ήταν παράξενο, αλλά ξαφνικά είχε την επιθυμία να νιώσει αυτή τη γεύση, να τραβήξει μια γερή ρουφηξιά, μετά να φυσήξει αργά αργά τον καπνό, ήταν η μία και μοναδική φορά στη ζωή του που το αισθάνθηκε αυτό και ακόμη και τώρα δεν καταλάβαινε το γιατί).
Η ψυχική του διάθεση είναι τόσο οριακή που παρακολουθούμε μαζί του μαγεμένοι τη σαγήνη που του ασκούν πράγματα απλά, καθημερινά, όπως τα φώτα του σταθμού με φόντο τον ουρανό καθώς σουρουπώνει (ο ωκεανός των αστεριών και το δάσος των σηματοφόρων κοιτάζονταν μεταξύ τους σαν τυφλοί, όλες οι μεγάλες συνιστώσες της ύπαρξης ήταν τυφλές, οι μεν απέναντι στις δε, το σκοτάδι ήταν τυφλό, η γη ήταν τυφλή, ο ουρανός ήταν τυφλός, δημιουργώντας έτσι, μέσα στο χαμένο βλέμμα ενός ανώτερου όντος, μια νεκρή συμμετρία μέσα στην απεραντοσύνη, στο κέντρο της οποίας βρισκόταν, βεβαίως, μια μικροσκοπική κηλίδα, ο Κόριμ… στην πεζογέφυρα… και τα εφτά πιτσιρίκια), ενώ δεν φαίνεται να συνειδητοποιεί την απειλή από τα κλεφτρόνια που τον έχουν κυκλώσει. Έτσι, κάτι που συναρπάζει τον αναγνώστη είναι ότι σε μικροκλίμακα έχουμε απλές καθημερινές, ανθρώπινες στιγμές με τις άπειρες συναισθηματικές αποχρώσεις, ενώ στο σύνολο χτίζεται μια ιστορία ουσιώδης αλλά αν και εξωπραγματική.
Η αποστολή του Κόριμ περιγράφεται σε λίγες σειρές: να φτάσει στη Νέα Υόρκη (από την Ουγγαρία), γιατί στο μυαλό του εκεί τοποθετεί το «Κέντρο του κόσμου», ένα ταξίδι που αποβαίνει περιπετειώδες. Δυσκολεύεται αφάνταστα να προσαρμοστεί αλλά με γαργαλιστικά επεισόδια καταφέρνει αυτό που με τόση σιγουριά έχει απ’ την αρχή σχεδιάσει: να βρει ένα ασφαλές κατάλυμα χάρη στα χρήματα που κουβαλάει ραμμένα στο παλτό του(στο σπίτι ενός «διερμηνέα» της ουγγρικής που συζεί με μια γυναίκα πορτορικάνα), να αγοράσει έναν υπολογιστή, και να μάθει να τον χειρίζεται έτσι ώστε να περάσει στο Διαδίκτυο την εκπληκτική ιστορία που έφτασε στα χέρια του, να την «πολλαπλασιάσει» αφήνοντάς την ελεύθερη στο διαδίκτυο να διαδοθεί στην αιωνιότητα. Και ύστερα να… αποχωρήσει.
Αυτά είναι τα εξωτερικά στοιχεία της υπόθεσης, έχουμε όμως και την εγκιβωτισμένη ιστορία, αυτήν που συγκλόνισε τον Κόριμ… Που τη μαθαίνουμε κομμάτι- κομμάτι, καθώς εκείνος την αφηγείται στη γυναίκα του διερμηνέα όταν κάνει διάλειμμα από την ψυχαναγκαστική του ρουτίνα σε… ουγγρικά με διάσπαρτες λέξεις αγγλικές! Και χωρίς να ξεχνάμε ποτέ ότι πρόκειται για αφήγηση μέσα στην αφήγηση (εφόσον, όπως είπαμε, ο Κόριμ μιλά σε πλάγιο λόγο κι ο συγγραφέας μεταφέρει και το ύφος του) συμμετέχουμε σ’ ένα κείμενο-αποκάλυψη…
Όπως λέει ο Κόριμ, ο Ερμής (!), αυτό το όνομα βρίσκεται στο επίκεντρο εκείνου που θεωρεί ωε την πραγματική αφετηρία της ζωής του, τη βαθύτερη πηγή της πνευματικής του αφύπνισης. Τα αποσπάσματα που ακολουθούν, από τα πολλά παρόμοια σ’ όλο το βιβλίο, δείχνουν το μέτρο του πάθους που, με αφορμή ένα κείμενο του Walter.F. Otto αφιερωμένο στο θεό Ερμή, οδηγεί τον Κόριμ  (αφού διαλύει κάθε σιγουριά της ζωής του),  σ’ ένα ταξίδι που βασικά είναι πνευματικό, ενώ παράλληλα  αναδεικνύουν το μοναδικό ύφος του συγγραφέα:
Έψαχνε να βρει ποια είναι η πηγή, η αρχή της αναστάτωσης της ζωής του, η οποία τον έκανε ν’ αποτολμήσει αυτό το ταξίδι, αλλά αναζητούσε συνεχώς νέες πηγές, νέα ξεκινήματα, νέες ενάρξεις, έως ότου έφτασε σ’ ένα σημείο που μπορούσε να πει, ιδού, είναι το σημείο που έψαχνα, και το σημείο αυτό ονομαζόταν Ερμής, γιατί πραγματικά, ο Ερμής ήταν γι’ αυτόν η απόλυτη αρχή: η μέρα, η ώρα που τον συνάντησε και βρέθηκε πρώτη φορά αντιμέτωπος με τον Ερμή, όταν, τρόπος του λέγειν, τον γνώρισε και εισέβαλε μέσα στον ερμητικό κόσμο, έναν κόσμο που τον σμίλεψε ο Ερμής και στον οποίο κυριαρχούσε εκείνος, γιατί αυτός ο Έλληνας θεός, με τη μυστηριώδη πλευρά του, τον διφορούμενο χαρακτήρα του, τις πολλαπλές του όψεις, τα απόκρυφα χαρακτηριστικά του, τις σκιώδεις περιοχές με τη βαριά, υποβλητική σιωπή, γοήτευσε ή, ακριβέστερα, μάγεψε τη φαντασία του, τον βύθισε στην αγωνία, τον παρέσυρε στο εσωτερικό ενός κύκλου από τον οποίο δεν υπήρχε διαφυγή, (…) ο θεός Ερμής λοιπόν, αντί να τον καθοδηγήσει τον έκανε να χάσει τον δρόμο του, τον έβγαλε απ’ τον δρόμο του, τον αποσταθεροποίησε, τον γοήτευσε, τον σαγήνευσε  (…) και τίποτα πια δεν ήταν όπως πριν, έβλεπε πια τα πράγματα με άλλο μάτι, γιατί ο κόσμος είχε αρχίσει να του αποκαλύπτει μια τρομακτική όψη, ο Ερμής τον απελευθέρωσε απ’ όλα τα δεσμά του, μια απελευθέρωση με όλη τη φοβερή σημασία του όρου, γιατί ο Ερμής, είπε ο Κόριμ, σήμαινε να χάνεις όλα τα σημεία της αναφοράς σου, τα στηρίγματά σου, τους δεσμούς εξάρτησης, το αίσθημα σιγουριάς, (…) ο Ερμής ήταν η ενσάρκωση του προσωρινού και σχετικού χαρακτήρα των νόμων που διέπουν την ύπαρξη, ο Ερμής εισήγαγε και καταργούσε τους νόμους, με άλλα λόγια άφηνε ελεύθερο πεδίο.
            Να λοιπόν τι του έμαθε ο Ερμής, ο θεός των νυχτερινών μονοπατιών, της νύχτας (…):ακόμα κι αν όλα εξελίσσονταν σύμφωνα με τα σχέδια του Δία, ο Ερμής ψιθύριζε στο αυτί των δικών του υπηκόων ότι δεν ήταν ακριβώς έτσι, και τους οδηγούσε μέσα στη νύχτα, τους έδειχνε την περιπλοκότητα των δικών του μονοπατιών και τους έφερνε αντιμέτωπους με το τυχαίο, το απρόβλεπτο, το αβέβαιο, με την ανησυχητική βεβαιότητα του κινδύνου.
            Αυτό που ένιωσε ο Κόριμ όταν διάβασε το περιβόητο ανώνυμο χειρόγραφο ήταν ένας φόβος, φοβήθηκε όπως όταν μαθαίνει κανείς τη στιγμή της καταστροφής του ότι είναι ήδη κατεστραμμένος, δηλαδή όταν μαθαίνει κανείς κάτι που δεν επιθυμεί καθόλου να γνωρίζει. Συνειδητοποιώντας την περιπλοκότητα των πραγμάτων, παραιτήθηκε από την «παιδιάστικη αντίληψη» ενός κόσμου με νόημα, το νοσηρό όραμα του ιεραρχημένου κόσμου, σύμφωνα με το οποίο ο κόσμος σχημάτιζε ένα αδιαίρετο όλον, ένα όλον συνεχές και σταθερό, διεπόμενο εκ των έσω από μια ομοιογενή δομή της οποίας τα στοιχεία ήταν αυστηρώς αλληλοεξαρτώμενα, δίνοντας έτσι στο σύνολο του συστήματος μια κατεύθυνση, μια εξέλιξη, μια πρόοδο, μια σαφώς καθορισμένη ταχύτητα, δηλαδή, ένα όμορφο, απολύτως ορθολογικό περιεχόμενο, να λοιπόν από τι έπρεπε να παραιτηθεί (…)
            Είναι τόσο δύσκολο να μιλήσω για το εγκιβωτισμένο βιβλίο χωρίς να αποκαλύψω με γενικότητες αυτό που έτσι κι αλλιώς αποκαλύπτεται σιγά σιγά και χτίζεται με μαεστρία από τον συγγραφέα, φιλτράροντας όσο το δυνατόν λιγότερο μέσα απ’ το δικό μου πρίσμα πρόσληψης την ουσία του (που φυσικά είναι αναπόφευκτο). Και είναι φυσικό να αναρωτιέται ο αναγνώστης για τη σημασία αυτού του χειρογράφου.  Γιατί βέβαια, βλέποντας την υπερένταση στην οποία βρίσκεται διαρκώς ο ήρωας ευθύς μόλις το διάβασε, μια υπερδιέγερση που τον κάνει να παραβλέπει αν οι άλλοι τον θεωρούν τρελό, βλέποντας την «τρεμώδη» κατάσταση στην οποία έρχεται και επανέρχεται από την ένταση των συναισθημάτων, αναρωτιέται κανείς για το χειρόγραφο, γιατί τέλος πάντων είναι τόσο βαθιά συγκλονιστικό και αν όντως επιφέρει τέτοια «διάνοιξη της συνείδησης».          
            Το χειρόγραφο
Αν και το έγγραφο αυτό βρέθηκε ανάμεσα στους φακέλους των Αρχείων,  δεν επρόκειτο ούτε για σημειώσεις ούτε για επιστολές ούτε για τίτλους ιδιοκτησίας ούτε για καμιά συμβολαιογραφική πράξη ή επίσημο έγγραφο (…) όταν αναζήτησε ένα στοιχείο ή ένα όνομα, που θα τον βοηθούσε να το ταυτοποιήσει, είχε διαπιστώσει πως ήταν μάταιος κόπος, το χειρόγραφο δεν περιείχε τίποτε εκτός από το ίδιο, κανέναν τίτλο, καμιά ημερομηνία, καμιά σημείωση στο τέλος.  Μετά από ώρα μελέτης ο Κόριμ συνειδητοποιεί ότι κρατούσε ένα όχι και τόσο συνηθισμένο έγγραφο, απολύτως συναρπαστικό, συγκλονιστικό, οικουμενικής εμβέλειας, και γύρω στις έξι το πρωί είχε καταλάβει ότι έπρεπε να κάνει κάτι. Όπως λέει και ο ίδιος, «αυτό το εξαιρετικά ποιητικό κείμενο» έπρεπε να το μεταφέρει στην αιωνιότητα, γιατί τότε ο θάνατός του θα είχε νόημα, τη στιγμή μάλιστα, είπε ο Κόριμ χαμηλώνοντας τη φωνή του, καθισμένος πάντα στο τραπέζι της κουζίνας, που η ζωή του δεν είχε κανένα.
Είναι ένα κείμενο χειμαρρώδες, όπως και η αφήγηση του Κόριμ  με την οποία μεταφέρει (στην αμίλητη γυναίκα του διερμηνέα που τον φιλοξενεί), σε πλάγιο πάντα λόγο διαμεσολαβημένο, το αποτύπωμα που η αφήγηση αυτή αφήνει στη συνείδησή του. Είναι ένα ταξίδι ή μάλλον πολλά ταξίδια μοιρασμένα στα έξι κεφάλαια του βιβλίου, ταξίδια τεσσάρων φίλων μέσα στο χρόνο. Ταξιδεύουμε κι εμείς μαζί με τους τέσσερις  (και με τον Κόριμ και την ακροάτρια) στην αρχαία Κρήτη λίγο πριν την καταστροφή που επέφερε το ηφαίστειο της Θήρας∙ στην Κολωνία την εποχή όπου χτίζεται ο περίφημος καθεδρικός ναός Ντομκλόστερ (παρακολουθούμε ασθμαίνοντας όλη την ιστορία ενός έργου που ξεκίνησε το 1248 και ολοκληρώθηκε του 1814), ενώ επίκειται «η κόλαση του Καίνιχγκρεντζ» και -μάλλον- ο φοβερός γαλλοπρωσσικός πόλεμος του 1871, οπότε οι τέσσερις φίλοι δραπετεύουν ∙ στο Μπασάνο απ’ όπου οι ετοιμάζονται να πάνε στη Βενετία στα μέσα του 15ου αιώνα, όταν η Βενετία μεσουρανούσε και συνήψε συμμαχία ειρήνης με την Φλωρεντία∙ στην Αγγλία την εποχή που ο αυτοκράτορας Αδριανός έχτιζε το περίφημο τείχος Corstopitum (στο σημερινό Corbridge) όπου οι τέσσερις φίλοι περιδιαβαίνουν τα ρωμαϊκά οχυρά.
 Αλλά βέβαια, αυτό είναι το εξωτερικό περίγραμμα. Γρήγορα κι εμείς, μαζί με τον Κόριμ, αρχίζουμε και καταλαβαίνουμε σιγά σιγά τον απώτερο στόχο του συγγραφέα του χειρόγραφου, την επιλογή των φίλων να διεισδύσουν, να εισβάλουν σ’ αυτούς τους συγκεκριμένους διαφορετικούς κόσμους ομορφιάς, ορθολογισμού και ειρήνης, κι όπως λέει ο Κόριμ στην κατάπληκτη και βουβή πάντα ακροάτρια ο άγνωστος συγγραφέας διατρέχοντας την οδό που χάραξε η Ιστορία μας, αναζήτησε ένα σημείο της, απ’ όπου θα τους έκανε να βγουν, ναι είπε ο Κόριμ και τα χέρια του, είχαν αρχίσει να τρέμουν, τα μάτια του να τσούζουν, μια θύρα εξόδου, ιδού τι έψαξε εκείνος ο Βλάσιχ, ή όποιο κι αν είναι το όνομά του, έψαξε ένα υπερφυσικό μέσον για να τους κάνει να βγουν, αλλά δεν μπόρεσε να το βρει κι έτσι έστειλε τους τέσσερις άνδρες στον πραγματικό κόσμο, μέσα στην Ιστορία, δηλαδή στην κατάσταση του διαρκούς πολέμου, και προσπάθησε να τους εγκαταστήσει σε διάφορα μέρη που υπόσχονταν την ειρήνη, μια υπόσχεση που δεν τηρήθηκε ποτέ.  
Μέσα από τις αναλυτικές περιγραφές αυτών των κόσμων (πάντα φιλτραρισμένες από τον Κόριμ) καταλαβαίνουμε ότι αυτό που αναστατώνει τον ήρωά μας είναι η σχέση των τεσσάρων, αγαπητών του ηρώων του βιβλίου, με ένα είδος «υπέρτατης ελευθερίας», η αναζήτηση ενός κόσμου δίκαιου, ορθολογικού  και ειρηνικού όπως η μινωική Κρήτη, η Βενετία του 15ου αιώνα ή η Pax της εποχής του Αδριανού, η ανάγκη για αγάπη και ελευθερία (ο ερωτευμένος άνθρωπος είναι ο πιο επικίνδυνος απ’ όλους, γιατί είναι εκείνος που αποστρέφεται βαθύτατα το ψέμα, θα ήταν ανίκανος να πει ψέματα και αυτό δεν σήμαινε πως η αγάπη ήταν η ενσάρκωση της απόλυτη ελευθερίας, αλλά ότι αυτή η αγάπη έκανε ανυπόφορη την έλλειψη ελευθερίας).
Όμως αυτό που φέρνει τα απάνω κάτω κυρίως είναι η ομορφιά, μια ομορφιά που πονάει (και καταφέρνει να μας τη μεταδίδει ο συγγραφέας) π.χ. όλο αυτό το απόσπασμα, είπε ο Κόριμ στη γυναίκα, φαινόταν να αναφέρεται στον Κήπο της Εδέμ, κάθε φράση του χειρογράφου που περιέγραφε αυτό το χωριό, την κάθε ακτή, και την απαράμιλλη ομορφιά αυτής της περιοχής, αντί να κοινοποιήσει κάποιες πληροφορίες, φαινόταν να θέλει να βρει ένα δρόμο για τον παράδεισο, δεν αρκούνταν να περιγράψει ή να ανακοινώσει αυτή την ομορφιά, αλλά χρονοτριβούσε πολύ σ’ αυτήν, επινοώντας με τον τρόπο του αυτή την ομορφιά, beauty, την τόσο ιδιαίτερη, που δεν ανάβλυζε μόνο απ’ το τοπίο, αλλά και απ’ αυτό που απέκρυπτε, τη γαλήνη, την ευφορία, μια ακτινοβολούσα ειρήνη που υπαινίσσονταν ότι ό, τι ήταν καλό ήταν αναγκαστικά και αιώνιο. Έτσι, βλέπουμε πίσω από κάθε στοιχείο ομορφιάς, πίσω από ένα ηλιοβασίλεμα (μια θαυμάσια νωπογραφία που αναπαριστά κάτι το οποίο δεν υπήρχε, αλλά απεικόνιζε, με τον τρόπο του, τη βαθμιαία εξαφάνιση, την περατότητα, το αργό σβήσιμο και την πανηγυρική είσοδο στην σκηνή των χρωμάτων, επενέβη ο Κάσερ, εκείνη τη συναρπαστική τελετουργία του κόκκινου, του λιλά, του κίτρινου κλπ), ή πίσω από μια αυγή υπάρχει κάτι πνευματικό, κόσμοι απίθανοι που είναι υπαρκτοί και χαρίζουν την αίσθηση του συνόλου.
Πρόκειται για «τρύπες» μέσα στον ιστορικό χρόνο όπου φαίνεται να διαρρέει κάποιο έσχατο νόημα, κάποια ουσία μέσα στο διασπασμένο σύνολο, που φτάνει θραυσματικά μέχρι τον Κόριμ, και έτσι λαχανιαστά που τα αφηγείται εκείνος στην Μαρία (ανακατεύοντας και αγγλικές λέξεις, τα ωραίο τέχνασμα για να θυμόμαστε την υπερδιέγερσή του!) η αναστάτωση αγγίζει μέχρι και μας. Οι φίλοι λοιπόν ψάχνουν μια θύρα εξόδου από την Ιστορία, όμως στο 5ο και 6ο κεφάλαιο του βιβλίου η αφήγηση γίνεται πιο θολή, γιατί  απλούστατα, δεν υπάρχει διέξοδος…
Γιατί όλες αυτές οι επιλεγμένες ιστορικές στιγμές φαίνεται να καταλήγουν στον πόλεμο, να η ιστορία του ανθρώπου (κι ο Κόριμ, διαβάζοντας ξανά και ξανά το χειρόγραφο και αντιγράφοντάς το στον υπολογιστή σιγά σιγά το συλλαμβάνει), ο πόνος ήταν απερίγραπτος, εκείνοι οι τέσσερις άνδρες, ο Μπεγκάντζα, ο Φάλκε, ο Τοότ και ο Κάσερ ζούσαν τόσο έντονα μέσα του, που δυσκολευόταν να βρει λόγια για να το εκφράσει,  είπε ο Κόριμ κοιτάζοντας τη γυναίκα με ύφος απελπισμένο, δεν είχαν πια Θύρα Εξόδου, δεν υπήρχε 
παρά πόλεμος και πόλεμος.
Χριστίνα Παπαγγελή