Κυριακή, Οκτωβρίου 15, 2017

Όλες οι ψυχές, Χαβιέ Μαρίας

Δεν νομίζω πως είναι τυχαίο, ότι ενώ το βιβλίο το διάβασα μόλις πριν δυο χρόνια ακριβώς (Οκτώβριο του 2015), όταν το πήρα τώρα στα χέρια μου για να γράψω την ανάρτηση, δεν θυμόμουνα… σχεδόν τίποτα! Έτσι, το ξαναδιάβασα, και μάλιστα με ενδιαφέρον, εφόσον πάντα ο Μαρίας είναι ελκυστικός. Ωστόσο, γρήγορα κατάλαβα γιατί συνέβη αυτό:  ουσιαστικά, δεν υπάρχει πλοκή, για την ακρίβεια είναι απειροελάχιστη, ενώ ανακυκλώνονται με διαφορετικό τρόπο τα θέματα που πάντα απασχολούν τον Μαρίας, η μνήμη/αφήγηση, ο έρωτας, η αρρώστια, ο θάνατος.
Ο κεντρικός ήρωας, ένας νεαρός Ισπανός (δεν αναφέρεται το όνομά του, δεν ξέρω αν σκόπιμα παραμένει ανώνυμος) ξεδιπλώνει -ευτυχώς σε πρώτο ενικό- με πολύ λεπτομερειακό τρόπο τα βιώματά του στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης στα δύο χρόνια που ήταν εκεί ως προσωρινός διδάσκων (υφηγητής;) με αντικείμενο την ισπανική λογοτεχνία. Οι εμπειρίες του απ΄ τον βρετανικό τρόπο ζωής συμπλέκονται με  τα συναισθήματά του απέναντι στην Κλερ, παντρεμένη με την οποία σχετίζεται, καθώς και με τις προσωπικές του περιπλανήσεις στο χώρο των παλαιοβιλιοπωλείων και των σπάνιων εκδόσεων, που τις περιγράφει σχολαστικά. Ο τίτλος του βιβλίου (Όλες οι ψυχές) παραπέμπει στο Κολλέγιο όπου δουλεύει η Κλερ, αν και θα μπορούσε κάποιος να πει ότι κεντρικός πυρήνας τη αφήγησης είναι ο ψυχισμός των τριών βασικών προσώπων με τα οποία δέθηκε ο ήρωας (> όλες οι ψυχές που με άγγιξαν).
Για τον νεαρό Ισπανό, ο κλειστός κόσμος της Οξφόρδης σε σχέση με τον κόσμο της Μαδρίτης  είναι εκτός χώρου και εκτός χρόνου, γι αυτό και ο ίδιος νιώθει βασικά σαν «να έχει μεταφερθεί σ’ ένα άλλο στοιχείο, όπως ας πούμε στο νερό», ενώ όσοι ζούσαν σ’ αυτόν ήταν ή διαταραγμένοι ή τύποι της περιπέτειας. Πέρα όμως από το κοινωνικό πλαίσιο που είναι ενδιαφέρον, ο ήρωας είναι συμπαθητικός, αγαπητός στον αναγνώστη,  είναι προσεκτικός και ευφυής παρατηρητής, ειλικρινής στις εξομολογήσεις και τα παθήματά του, και δεν είναι τυχαίο που αγαπά τη λογοτεχνία και τη διδάσκει (αυτό που λένε «βλέπει τη ζωή σαν μυθιστόρημα»).
Η περιγραφή δεν είναι γραμμική, αλλά αποτελεί εκ των υστέρων αφήγηση του ήρωα, ο οποίος συνθέτει, προοικονομεί, γενικεύει και αναλύει όπως γίνεται συνήθως στην προφορική εξιστόρηση όταν αναστοχάζεσαι και ανασυνθέτεις τα γεγονότα (αν και είναι γνωστό ότι αυτός που μιλάει, δεν είναι πάντοτε ο ίδιος μ’ αυτόν που βρισκόταν εκεί). Η εξομολόγηση αυτή είναι έξυπνη, διανθισμένη με σπαρταριστά επεισόδια, όπως αυθαίρετες ερμηνείες που δίνει στις εξεζητημένες ερωτήσεις των σπουδαστών του και τις παρετυμολογήσεις των λέξεων, για να καταλήξει στο αμίμητο «όταν η πραγματική γνώση καταντάει αδιάφορη, τότε μπορεί και να επινοηθεί»! Είναι όμως τόσο υπεραναλυτική, που πράγματι θυμίζει τον Προυστ[1] όπως επισημαίνεται και στο οπισθόφυλλο. Έτσι και δω π.χ., γίνεται  εκτεταμένη αναφορά στον…. σκουπιδοτενεκέ ενός εργένη (!) ή επί 22 σελίδες ο αφηγητής περιγράφει το καθιερωμένο εθιμοτυπικό δείπνο (ένα από κείνα τα μεγαλεπήβολα δείπνα που εκεί ονομάζονται high tables) που γινόταν μία φορά τη βδομάδα στην Οξφόρδη (όπως και στο Κέμπριτζ), στο οποίο μάλιστα γνώρισε την Κλερ. Η τυπικότητα των δείπνων αυτών στην κατεξοχήν χώρα της τυπικότητας  είναι άνευ προηγουμένου, και ο αναγνώστης μόνο και μόνο γι’ αυτό το λόγο, παρακολουθεί με περίσσιο ενδιαφέρον την οπτική ενός παρατηρητή άλλης κουλτούρας (που ομολογουμένως βλέπει το όλο θέμα με άκρα ειρωνεία). Όλα είναι ρυθμισμένα μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια, (μέλη της Συγκλήτου με τήβεννο, συγκεκριμένες θέσεις με ιεραρχική προτεραιότητα, συγκεκριμένα λεπτά που μιλάς με τον δεξιό παρακαθήμενο, συγκεκριμένος χρόνος που μιλάς με τον αριστερό, συγκεκριμένα λεπτά για το πρώτο πιάτο, το δεύτερο πιάτο κ.ο.κ.) ενώ βλέμματα ζήλειας διασταυρώνονται ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες ή γυναίκες και άντρες προοιωνίζοντας θυελλώδεις σκηνές.
Δε νομίζω ότι χρειάζεται να τονίσουμε ότι η ματιά ενός Ισπανού στην Αγγλία, και ιδιαίτερα στον ψυχαναγκαστικό, κλειστό πανεπιστημιακό κόσμο  της Οξφόρδης  ταυτίζεται με αυτά που θα έβλεπε ένας Έλληνας, εν πάση περιπτώσει με μεσογειακό ταμπεραμέντο παρατηρητής. Έτσι, νιώθουμε οικεία όταν ο ήρωας αναφέρεται στο ψυχρό φως της βόρειας χώρας, που δεν παίρνει άλλες αποχρώσεις όλο το απόγευμα, αντίθετα ο ήλιος δύει ξαφνικά, σαν να υπάρχει ένας διακόπτης. Η σκιαγράφηση διάφορων απίθανων τύπων καθηγητή (μεταξύ αυτών ένας πρώην κατάσκοπος στη Μ15, την περίφημη Βρετανική Μυστική Υπηρεσία, γνωστή για τις σχέσεις της με τους πανεπιστημιακούς κύκλους, και κάποιος πρώην ανακριτής Σοβιετικών που ζητούσαν άσυλο στη διάρκεια του Ψυχρού πολέμου!) ή διαφόρων ανεκδιήγητων «μυστικών» εταιριών είναι τόσο έξω απ΄ το δικό μας πνεύμα και τόσο… βρετανικά, ενώ ο Ισπανός νεαρός τα περιγράφει όλα αυτά σχεδόν ξεκαρδιστικά.  Προσωπικά, παρακολούθησα με ειδικό ενδιαφέρον την εργασιακή σχέση των καθηγητών των ιδιωτικών αυτών μη κερδοσκοπικών[2] πανεπιστημίων, οι οποίοι ζουν ουσιαστικά σε μια κλειστή γυάλα με τιμές και δόξα, κι όταν συνταξιοδοτούνται επιβιώνουν με τρεις κι εξήντα.
Ο αφηγητής, απ΄ την  πρώτη κιόλας σελίδα  έχει περιορίσει το ενδιαφέρον του σε τρία πρόσωπα που γνώρισε στη σύντομη αυτή περίοδο, για τα οποία μιλάει διεξοδικά και ψυχογραφεί με πολλή διεισδυτικότητα. Τώρα που μας αφηγείται, οι δυο έχουν πεθάνει (ίσως περίμεναν να φτάσω και να εξαντλήσω το χρόνο μου εκεί για να μου δώσουν την ευκαιρία να τους γνωρίσω και να μπορώ να μιλάω γι’ αυτούς). Ο ένας ήταν βαριά άρρωστος πριν ακόμα φύγει ο ήρωας από την Οξφόρδη, δίνοντάς του το έναυσμα να στοχαστεί πολύ σχετικά με την αρρώστια και τον θάνατο (σε ποιον ανήκει η θέληση του αρρώστου; Στον άρρωστο ή στην αρρώστια; Όταν κάποιος είναι άρρωστος, όπως κι όταν είναι γέρος ή διαταραγμένος, τα πράγματα γίνονται εξίσου και με τη δική του θέληση και με τη θέληση των άλλων. Αυτό που δεν ξέρουμε πάντα είναι σε ποιον ανήκει εκείνο το μέρος της θέλησης που πια δεν είναι δική μας).

 Η μοιχεία απαιτεί πολλή προσπάθεια
… να μη διαρκούμε πολύ, να μην επιμένουμε, να μην παραμένουμε,
γιατί αν διαρκέσουμε λίγο παραπάνω απ΄ όσο χρειάζεται, τότε πάει και η χάρη
κι αρχίζουν τα μαρτύρια κι εκτυλίσσονται οι τραγωδίες.
Τραγωδίες ανόητες, τραγωδίες αναπόφευκτες, τραγωδίες αναμενόμενες

Το τρίτο πρόσωπο, και το πιο ενδιαφέρον, είναι η ατίθαση-απρόβλεπτη Κλερ (όλα σ’ αυτήν ήταν κάπως πληθωρικά, υπερβολικά, μιας κι ήταν ένα πλάσμα νευρώδες, κι από κείνα που δεν τα φθείρει εύκολα ο χρόνος, και για τα οποία η ίδια η αντίληψη του χρόνου και το πέρασμά του είναι μια προσβολή, μας και χρειάζονται ολόκληρη την αιωνιότητα για το καθετί). Ακόμα όμως πιο συναρπαστική είναι η σχέση του αφηγητή με την Κλερ, για την ακρίβεια η καταγραφή κάθε μικρού/μεγάλου άγχους, κάθε προσμονής, κάθε διάψευσης του θερμόαιμου μεσογειακού  ήρωα με την πιο χαλαρή και ρεαλίστρια Κλερ (π.χ.  ήμουν εγώ αυτός που έπρεπε να βάλω το ξυπνητήρι ή να κοιτάξει το ρολόι στο κομοδίνο/ήμουν εγώ αυτός που έπρεπε να δω αν είχαν σβήσει τα σημάδια της απόλαυσης να προσέξω αν είχε απαλειφθεί από το πρόσωπό της η ιδιόμορφη αιωνιότητά της που είχε ξεκινήσει και κρατήσει όσο ήταν συντροφιά μαζί μου, και να προσέξω ακόμα μήπως ήταν το πρόσωπό της τα μάτια της ξαναμμένο και τα μάτια της θολά).  Στις προσπάθειες και το άγχος του εραστή της να βρουν δικαιολογίες για να δικαιολογηθούν στον άντρα της, απαντά με μεγαλείο: είσαι ηλίθιος. Ευτυχώς που δεν είσαι εσύ ο άντρας μου.(…) Αν ήσουν ο Τεντ δεν θα μου έκανες αυτές τις ερωτήσεις, γιατί θα ήξερες ότι θα μπορούσα να στις απαντήσω ή και να μη στις απαντήσω∙ κάτι που είναι το ίδιο, γιατί αυτό που ζητά κανείς απ’ τον άνθρωπό του είναι η γαλήνη όσο μοιράζεται μαζί του την καθημερινή ζωή κλπ κλπ.
Εξίσου πραγματίστρια είναι η Κλερ και λίγο πριν λήξει η θητεία των δυο χρόνων του καθηγητή μας. Ενώ εκείνος είναι διαλυμένος και έτοιμος να παρατήσει όλα τα σχέδια για χάρη της, εκείνη πολύ ρεαλιστικά επαναφέρει  το λογικό πλαίσιο, απόλυτα συμβιβασμένη με το φευγαλέο και την σημασία του.
Αυτό νομίζω είναι κι ό, τι αξίζει περισσότερο σ’ αυτό το βιβλίο: η αίσθηση του φευγαλέου, του αναπότρεπτου, που περικλείεται μέσα στη διάρκεια των δύο χρόνων και περιλαμβάνει κάθε είδους συγκίνηση- κι όταν κλείνει ο κύκλος κι έχεις φύγει πια, μένει μια συμπαγής ανάμνηση που χωράει σ΄ ένα μόνο ντουλάπι της μνήμης…
Χριστίνα Παπαγγελή



[1] Παροιμιώδης η περιγραφή του φλιτζανιού με τσάι που κρατάει η ηρωίδα στο «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο», που πιάνει τις τέσσερις πρώτες σελίδες!
[2] http://www.huffingtonpost.gr/periklis-gogas/kseroume-ti-einai-ta-idiotika-panepistimia_b_17982072.html

Δευτέρα, Οκτωβρίου 09, 2017

ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΑΝΘΡΩΠΑΚΟ; Hans Fallada

Σήμερα πρέπει να κάνω πωλήσεις για 300 μάρκα

Είχα ξεχάσει πόσο ωραίο είναι το γράψιμο του Φάλαντα (αν και τόσο το Μόνος στο Βερολίνο, όσο και το Ο πότης είναι από τα αγαπημένα μου). Ίσως γιατί το γράψιμο είναι απλό και καθημερινό, χωρίς κάτι ιδιαίτερο στο ύφος, όπως απλή και καθημερινή είναι η ζωή των πρωταγωνιστών του. Και δω λοιπόν, πολύ περισσότερο από τα άλλα δύο βιβλία, οι δυο κεντρικοί ήρωες -ένα ερωτευμένο ζευγάρι- είναι απλοί, συνηθισμένοι  άνθρωποι, μέσης λογικής και ηθικής, που ζουν με το μοναδικό απλό όνειρο να απολαύσουν την αγάπη τους και να κάνουν οικογένεια. Όμως αυτό που διαμορφώνει ουσιαστικά τους ήρωες, σιγά σιγά και ανεπαίσθητα, είναι οι προκλήσεις της εποχής…
Βρισκόμαστε στον μεσοπόλεμο, σε μια ηττημένη Γερμανία που προσπαθεί να ορθοποδίσει. Όπως γράφει και ο Κουτσουρέλης στην Εισαγωγή, το βιβλίο είναι γραμμένο στην καρδιά της κρίσης και από συγγραφέα που είχε νιώσει για τα καλά τις συνέπειές της. Είναι η Γερμανία της Βαϊμάρης, όπου έχουν ήδη φυτρώσει τα άνθη του κακού που θα οδηγήσουν στην άνοδο του ναζισμού.
Ο «ανθρωπάκος» μας (Kleiner Mann), ο Γιοχάνες Πίνεμπεργκ, είναι  -αρχικά- λογιστής μικροϋπάλληλος σε μια επιχείρηση σιτηρών και η σύντροφός του Έμα Μέρσελ, κόρη εργάτη, είναι έγκυος όταν αποφασίζουν να παντρευτούν και να συζήσουν στο Ντούχεροβ (μικρή πόλη στη Β.Α. Γερμανία), παρά τις χίλιες δυο οικονομικές δυσκολίες. Δεν έχουν κοινωνικές φιλοδοξίες (δεν έχω κανένα ιδιαίτερο χάρισμα, Μανάρι. Δε θα φτάσω ψηλά. Θα έχουμε πάντα οικονομικά προβλήματα)∙ ο Γιοχάνες είναι ένας κανονικός άνθρωπος, κανονικά ήσυχος, κανονικά φοβιτσιάρης. Ο ενθουσιασμός τους για τον έρωτά τους και για το παιδί που έρχεται, η αγάπη τους που βλέπει με αισιοδοξία κάθε αναποδιά, η διάθεση για συγκατάβαση και συναίνεση έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα μηνύματα των καιρών που είναι ζοφερά και δυσοίωνα, ακόμα περισσότερο για μας που γνωρίζουμε τη λαίλαπα που θα ακολουθήσει. Όμως, οι οικονομικές δυσκολίες στραγγαλίζουν σιγά σιγά την αμεριμνησία του ζευγαριού, αν και η αναμενόμενη έλευση του Μπόμπιρα (μέσα σε χίλιες δυσκολίες) δίνει νέα κύματα ζωντάνιας και ενέργειας στο ζευγάρι.
Η αφήγηση είναι πάντα σε γ΄ενικό, αλλά ο συγγραφέας μάς επιτρέπει να κοιτάξουμε μέσα απ’ την… κλειδαρότρυπα, και βλέπουμε τα πιο βαθιά αισθήματα των δύο, που πάντα είναι θερμά, τρυφερά, γεμάτα αγάπη και θαυμασμό του ενός για τον άλλον. Άλλωστε, είναι πολύ νέοι, και κάθε τι είναι πρωτόγνωρο, καινούριο, μαγικό. Η αφήγηση είναι θεατρική, παραστατική, κι έτσι παίρνουμε μια ιδέα για την καθημερινότητα στη Γερμανία του 1930, την καθημερινότητα δύο φυσιολογικών ανθρώπων που δεν είναι ούτε κομμουνιστές (αν και ο πατέρας της Έμα είναι κομμουνιστής, με ταξική συνείδηση), ούτε ναζιστές. Θαυμάζουμε τη θετική σκέψη της Έμα που φτάνει στην καρδιά των απαντήσεων, χωρίς κοινωνικές προκαταλήψεις παρόλο που δεν είναι στρατευμένη πουθενά (ίσως γι’ αυτόν τον λόγο), όπως π.χ. τα λόγια που λέει στον Γιοχάνες όταν εκείνος τρομάζει από την σκαιά συμπεριφορά του πεθερού του: Και τι μας νοιάζει; Εμένα θα παντρευτείς, εμένα, μόνο εμένα, δίχως μάνα και πατέρα. Γενικά η Έμα  συμπαραστέκεται αβίαστα και με πολλή στοργή στον ήρωά της (τον «Μικρό» της), που έχει να παλέψει με τα θηρία της εργοδοσίας. Ποτέ δεν τον πιέζει και ποτέ δεν γκρινιάζει, αλλά προγραμματίζει ξανά και ξανά τα έξοδα και τις ανάγκες τους, μάρκο το μάρκο, ενώ με νεανικό ενθουσιασμό και καρτερία καταστρώνει ταπεινά σχέδια, όπως μια εκδρομή την Κυριακή.
Ενώ λοιπόν η πλοκή είναι εστιασμένη στο ζευγάρι, τις μικροέγνιες τους και τις μικροχαρές τους, αρχίζει σιγά σιγά και κερδίζει έδαφος στη ζωή τους ο κοινωνικός περίγυρoς, η οικονομική μέγγενη που σφίγγει λόγω κρίσης αλλά και τα εργασιακά που σκληραίνουν ολοένα. Κι αυτά τα βλέπουμε όμως μέσα απ’ τον μικρόκοσμο των δύο. Ήδη από τη σελίδα 40, όπου περιγράφεται η σκηνή γνωριμίας με τα πεθερικά του Γιοχάνες, παίρνουμε μια ιδέα για τις συγκρούσεις της εποχής (π.χ. εργάτες VS υπάλληλοι: κάνετε τζάμπα υπερωρίες, δέχεστε να πληρώνεστε λιγότερο απ’ τον συμφωνημένο μισθό, δεν απεργείτε ποτέ, συνδικάτα που συμβιβάζονται κλπ). Βλέπουμε σταδιακά τη στρατολόγηση κάποιων συναδέλφων στα Τάγματα Εφόδου -παραστρατιωτική οργάνωση, πρόδρομος των SS- (με λίγα λόγια ήταν ένας πιστός Νεύτων, εχθρός των Ιουδαίων, των τραπεζών, των Γάλλων, των πολεμικών επανορθώσεων, των Σοσιαλιστών και του Κομμουνιστικού Κόμματος), τους πιστούς της εργοδοσίας που δεν διστάζουν να «καταδώσουν» τους υπαλλήλους για πταίσματα. Το μίσος για τους Εβραίους, την προλείανση του εδάφους για απολύσεις (ποιον θα απολύατε εσείς αν ήσασταν στη θέση μου;), τον έλεγχο της προσωπικής ζωής των υπαλλήλων (που γίνεται όλο και στενότερη καθώς περνάει ο καιρός). Οι καταστάσεις όπως π.χ. ο αγώνας να διατηρηθούν οι συλλογικές συμβάσεις μέσα σε μια κρίση ανόδου του πληθωρισμού θυμίζουν τόσο πολύ τη σημερινή διάλυση των εργασιακών κεκτημένων, που σοκάρει. Και οι σύντροφοι που υπόσχονται ότι θα παραιτηθούν αν κάποιος απ’ όλους απειληθεί με απόλυση, στη δύσκολη στιγμή οπισθοχωρούν…
Η απόλυση του Γιοχάνες Πίνεμπεργκ τούς οδηγεί στο Βερολίνο, όπου ζει η ανεκδιήγητη μητέρα του, μια γυναίκα διεφθαρμένη που κοιτάζει να εκμεταλλευτεί ακόμα και τον ίδιο της τον γιο, και «συντροφεύεται» απ’ τον επίσης ανεκδιήγητο Γιάχμαν, τυχοδιώκτη αμφιβόλου ηθικής. Παρακολουθούμε λοιπόν την προσαρμογή του ζευγαριού στη μεγαλούπολη, και την οδύσσεια της πρόσληψης του Γιοχάνες στο «ανδρικό τμήμα ετοίμων ενδυμάτων καταστημάτων Μάντελ». Παρόλη την πρόσληψη, όμως, το αίσθημα της ασφάλειας γίνεται όλο και πιο απόμακρο (κάπου μέσα του ο Πίνεμπεργκ νιώθει ότι εξαιτίας αυτής της συναλλαγής, και παρόλο που βρίσκεται πάλι από την πλευρά εκείνων που βγάζουν τα προς το ζην, νιώθει πιο κοντά σ’ αυτούς που δεν κερδίζουν τίποτα παρά σ’ αυτούς που κερδίζουν πολλά είναι ένας απ’ αυτούς, μπορεί από τη μια μέρα στην άλλη να βρεθεί κι αυτός εδώ να περιμένει, δεν μπορεί να κάνει τίποτε γι’ αυτό, τίποτε δεν τον προστατεύει). Ο μισθός είναι πολύ πιο μικρός από το αναμενόμενο (αυτοί οι ληστές μήπως χολοσκάνε να μάθουν πως τα βγάζει πέρα κανείς;), αντίστοιχα οι απαιτήσεις από τους πωλητές είναι τέτοιες που αποκλείουν την αλληλεγγύη και τη συνεργασία μεταξύ τους (εκτός σπάνιων εξαιρέσεων), αντίθετα γίνονται ανταγωνιστικοί και εχθρικοί. Η απόλυση επικρέμεται σε οποιοδήποτε παράπτωμα όπως καθυστέρηση, «αυθάδη» συμπεριφορά, ακόμα κι όταν αφορά προσωπική σχέση (π.χ. ερωτική σχέση με συνάδελφο: εφόσον συμπεριφερθήκατε με τρόπο που αντιβαίνει στο συμφέρον της επιχείρησης, έχουμε το δικαίωμα, σύμφωνα με την παράγραφο επτά της συμβάσεως εργασίας, να σας απολύσουμε δίχως προειδοποιητική επιστολή!). Το άκρον άωτον είναι όταν επιβάλλεται όριο στις πωλήσεις κάθε υπαλλήλου, και μάλιστα είκοσι με εικοσιπέντε φορές όσο ο μισθός (όλοι τους ξετρελάθηκαν μ’ αυτό. Το ονομάζουν «συνετό» και «οικονομικό» ώστε να ξετρυπώνουν και του πωλητές που δεν αξίζουν»! Σ’ αυτή τη «νόρμα» που ισχύει για όλους, προστίθεται κι άλλο ποσόν από τον προσωπάρχη, κατά βούληση σαν τιμωρία, όπως συνέβη και με τον Γιοχάνες (100 μάρκα επιπλέον).
Η ασφυκτική αυτή πίεση δεν μπορεί παρά να επηρεάζει τους εργαζόμενους, που χάνουν την επιδεξιότητά τους και τη φυσικότητά τους (βασικά την αξιοπρέπειά τους), εφόσον, με το άγχος μήπως χάσουν τη δουλειά τους, βλέπουν τον πελάτη σαν πορτοφόλι. Πόσο μάλλον για τον Γιοχάνες, που  έχει και μικρό παιδί. Η πτώση γίνεται βαθμιαία μεν αλλά κατακόρυφα, ενώ παράλληλα οι δυο πρωταγωνιστές αναγκάζονται να μετακομίσουν σ’ ένα δώμα-πατάρι κινηματογράφου, όπου ανεβαίνουν από μια ανεμόσκαλα! Η γραφειοκρατία που συνοδεύει κάθε «δικαίωμα» που έχει μείνει (π.χ. επίδομα θηλασμού) είναι εξωφρενική, ενώ πολλά από τα δικαιώματά τους απλώς παραβιάζονται.
Ο Μικρός πρέπει να απαλλαγεί από το φόβο του, πρέπει να αισθανθεί ξανά ελεύθερος

Ενώ όμως βρισκόμαστε σε μια κοινωνία όπου η θέση του εργάτη/υπαλλήλου καταβαραθρώνεται μέρα με τη μέρα, το βιβλίο δεν είναι σκοτεινό και μεμψίμοιρο. Οι δυσκολίες συνεχίζονται, αλλά η χαρά της ζωής, του καινούριου, ο έρωτας/αγάπη και η έμφυτη αισιοδοξία της Έμας (μπορεί η ζωή να είναι σκατά, εκείνη όμως είναι πάντα λαμπερή) δίνουν δύναμη στους δυο ήρωες να υπερνικούν τα εμπόδια με αξιοπρέπεια, ενώ πολλές φορές πλημμυρίζουν από τρυφερότητα ο ένας για τον άλλον και νιώθουν ότι είναι ευτυχισμένοι. Μάλιστα κάποιες φορές προβαίνουν και σε αλόγιστες σπατάλες, με μεγάλο κόστος βέβαια… Δεν βλέπουμε δηλαδή μονοδιάστατα, μόνο τον αγώνα βιοπορισμού, αλλά και φωτεινά διαλείμματα όπως μια επίσκεψη στο… κέντρο γυμνιστών, ή μια βραδιά στα διάφορα καμπαρέ (όπου η αφήγηση είναι γλαφυρή και εκτεταμένη).
Παρόλ’αυτά, όσο περναει ο καιρός οι δυσκολίες πολλαπλασιάζονται. Ο Γιοχάνες είναι ένας «μέσος ανθρωπάκος» και το ξέρει (ναι, είναι ένας υπαλληλάκος που του’ δωσαν να καταλάβει από πολύ νωρίς ότι δεν είναι τίποτα το ξεχωριστό, παρά κάτι σαν ζωάκι, που του επιτρέπουν να ζήσει ή να ψοφήσει), δεν είναι όμως τόσο αφελής όσο πιστεύει. Συνειδητοποιεί σιγά σιγά με μεγάλη οξυδέρκεια όλο το παιχνίδι που παίζεται σε βάρος των εργαζομένων. Δεν οπισθοχωρεί, δε συμβιβάζεται, δεν αλλοιώνεται, κι αυτή είναι η δύναμή του.
Αυτή όμως είναι και η βαθιά αιτία που χάνει τη δουλειά του, για λόγους επιφανειακά ανεξιχνίαστους (στον φάκελό του υπήρχε μια συκοφαντική επιστολή ότι ο Γιοχάνες Πίνεμπεργκ ήταν μέλος διμοιρίας των Ταγμάτων Εφόδου των ναζί!). Ο επίλογος του βιβλίου τον βρίσκει όχι μόνο «έναν κουρελιασμένο άνεργο» να κάνει όλες τις σπιτικές δουλειές -εφόσον η Έμα μαντάρει σε σπίτια-, αλλά βαρύθυμο, χωρίς ελπίδα (μόνο να περιμένει μπορεί, αλλά τι; Τι, πείτε μου; Τίποτε απολύτως!/το πιο καταθλιπτικό είναι πως τα πράγματα συνεχίζουν να είναι έτσι, συνεχίζονται και συνεχίζονται, και πάει λέγοντας… αδύνατον να δεις την άκρη του τούνελ). Η περιθωριοποίησή του τον κάνει στόχο και της αστυνομίας που τον ξυλοφορτώνει δίχως λόγο και αιτία. 
Και τώρα, ανθρωπάκο;
Χωρίς να κάνει κοινωνιολογία ή ιστορία, ο συγγραφέας μάς δίνει για άλλη μια φορά την εικόνα του εκμηδενισμού των ανθρώπων (των «ανθρωπάκων»;) της  -μεσοπολεμικής εδώ- Γερμανίας.  Εστιάζει σε «μέσους ανθρώπους» που πασχίζουν να ζήσουν με αξιοπρέπεια όσο τους συνθλίβει το σύστημα. Ο Φάλαντα, αργά αργά και ανεπαίσθητα, καθώς περιγράφει  την καθημερινότητα μάς βάζει σ’ έναν κόσμο όπου ο κλοιός της ανασφάλειας, κοινωνικής και πολιτικής, σφίγγει ολοένα. Γι αυτό και θα τελειώσω την παρουσίαση μ’ ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα, όχι απ’ το τέλος του βιβλίου αλλά που αποδίδει όλο το πνεύμα του, και όπου φαίνεται αυτή η μετέωρη κατάσταση του εκμηδενισμένου ατόμου:
Σήμερα όλα έχουν καταρρεύσει, βουνά από θλιβερά συντρίμμια, και εν μέχσω όλων αυτών, πού και πού μια μικρή αναλαμπή. Κι ύστερα πάλι συντρίμμια. Και πάλι μια μικρή αναλαμπή. Είναι ακόμα νέοι, αγαπιούνται ακόμα, αχ, ίσως αγαπιούνται ακόμα περισσότερο από πρώτα, έχουν συνηθίσει ο ένας τον άλλο –όπως ο ουρανός είναι βαρύς και μαύρος, έχουμε το δικαίωμα να γελάμε εμείς οι άλλοι; Πώς μπορούμε να γελάμε, να γελάμε με την καρδιά μας σ’ έναν κόσμο σαν αυτόν, με τους οικονομικούς ηγήτορές του, που τόσα και τόσα λάθη διέπραξαν, να περισώζονται, και με τους μικρούς, τους ταπεινωμένους και ποδοπατημένους φουκαράδες, να δίνουν ό, τι έχουν και δεν έχουν. 

Πόσο πιο επίκαιρο, πια;  
Χριστίνα Παπαγγελή

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 25, 2017

Πόλεμος και πόλεμος, László Krasznahorkai

(…)
αλλά γεγονός είναι ότι, στα σαράντα τέσσερα του χρόνια, έβρισκε τον εαυτό του φοβερά ηλίθιο,
έναν πανηλίθιο που, επί σαράντα τέσσερα χρόνια, πίστευε πως κατανοούσε τον κόσμο,
ενώ στην πραγματικότητα, παραδέχτηκε εκεί, στην όχθη του ποταμού,
όχι μόνο δεν κατανοούσε τον κόσμο
αλλά δεν κατανοούσε τίποτα απολύτως

  Πόσο δύσκολο να μιλήσει κανείς γι’ αυτήν την μαγική ασυνάρτητη γραφή, που ωστόσο προχωράει στην ουσία μέσα από απροσδόκητα εσωτερική συνοχή! Με μακροπερίοδο λόγο, ή μάλλον με περιόδους που χωρίζονται με κόμματα αντί για τελείες, χωρίς παραγράφους αλλά με μικρά υποκεφάλαια σε κάθε ενότητα, το ύφος θυμίζει τον αγαπητό Σαραμάγκου, που σου επιβάλλει ξεχωριστό  -αργό- ρυθμό ανάγνωσης και ιδιαίτερη προσοχή σε κάθε λέξη. Ο αναγνώστης λοιπόν, πριν από κάθε αριθμημένο υποκεφάλαιο, παίρνει μια βαθιά ανάσα και βυθίζεται σ’ ένα είδος παραληρήματος, που το εκφέρει ένας από τους ήρωες σε προφορική αφήγηση (συνήθως ο Κόριμ, ο κεντρικός ήρωας), απευθυνόμενος σχεδόν πάντα σ΄ ένα αόριστο και απρόσωπο ακροατήριο (π.χ. στο αεροδρόμιο, στους υπαλλήλους εταιριών κλπ),όμως όχι σε ευθύ λόγο αλλά σε πλάγιο (του τύπου όπως εξήγησε αργότερα, είπε στο κινέζικο εστιατόριο κλπ)
   Είναι πράγματι μοναδικό το ύφος του Ούγγρου συγγραφέα, και όχι μόνο συναρπάζει όταν ξεπεράσει κανείς το πρώτο σοκ της σελίδας-χωρίς-κενά, αλλά νιώθεις ότι είναι το μόνο που ταιριάζει με το περιεχόμενο. Γιατί το περιεχόμενο είναι εξίσου φευγάτο, αντισυμβατικό και σχεδόν παραμυθένιο: ο κεντρικός ήρωας Κόριμ, που είναι αυτός που συνήθως αφηγείται, ένας μέσος συνηθισμένος υπάλληλος των Αρχείων του κράτους, κάποια μέρα  ανακαλύπτει ένα μυστηριώδες χειρόγραφο που του ανατρέπει όλη τη ζωή, κάθε βεβαιότητα, ακυρώνει κάθε παρελθόν. Δεν μαθαίνουμε βέβαια αμέσως εμείς τι ήταν αυτό το τόσο ανατρεπτικό που ανάγκασε τον Κόριμ να πουλήσει ή να καταστρέψει ΟΛΑ  του τα υπάρχοντα και να ετοιμάσει ένα ταξίδι –Γολγοθά για τη Νέα Υόρκη, όπου μέσα σ’ όλα τα εμπόδια που του θέτει η απειρία του μέτριου υπαλλήλου προστίθεται κι αυτό  της γλώσσας (είχε καταλάβει ότι στην ουσία είχε ήδη φύγει, εφόσον όλα έμπαιναν σε τάξη μπροστά του και όλα κατέρρεαν πίσω του, όπως συνήθως συμβαίνει πιθανώς μ’ αυτού του είδους τα «μεγάλα ταξίδια»). Όπως αποκαλύπτεται έμμεσα στην αρχή, και άμεσα καθώς προχωράει η πλοκή, ο Κόριμ έχει ξεκάθαρο σχέδιο, που του υπαγορεύεται από μια επιτακτικότατη ανάγκη.  
   Η πλοκή, είναι μεν παράδοξη, αλλά σχετικά απλή, χτισμένη σε εικόνες γοητευτικές και κάπως σουρεαλιστικές… Έτσι, βλέπουμε π.χ. αρχικά τον ήρωα πάνω σε μια γέφυρα, περιστοιχισμένο από εφτά πιτσιρικάδες που του έχουν μόλις επιτεθεί, για τους οποίους μαθαίνουμε ότι είναι αλητάμπουρες που περιμένουν το τρένο των 6 να περάσει για να δοκιμάσουν τις καινούριες τους σφεντόνες (!). Σ’ αυτό το απίστευτο ακροατήριο ο Κόριμ αρχικά ξεδιπλώνει τον ακατάσχετο μονόλογό του, βήμα βήμα το πώς άνοιξε η συνείδησή του μετά την ανακάλυψη που έκανε στα αρχεία του τρομερού ανώνυμου χειρογράφου, πώς μεταστράφηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε να τα σβήσει όλα και να ξεκινήσει τη μεγάλη αποστολή του (μια ώρα ήταν αρκετή για να είναι πανέτοιμος. (…) Είχε συνειδητοποιήσει ότι μια ώρα είναι αρκετή για να διαλυθούν τα πάντα και να βρεθούμε, πριν εξαφανιστούμε, στο κέντρο ενός εντελώς διαλυμένου διαμερίσματος, και ακριβώς εκείνη τη στιγμή, είπε ο Κόριμ, θα άναβε ευχαρίστως ένα τσιγάρο, θα κάπνιζε μια γερή γόπα, ήταν παράξενο, αλλά ξαφνικά είχε την επιθυμία να νιώσει αυτή τη γεύση, να τραβήξει μια γερή ρουφηξιά, μετά να φυσήξει αργά αργά τον καπνό, ήταν η μία και μοναδική φορά στη ζωή του που το αισθάνθηκε αυτό και ακόμη και τώρα δεν καταλάβαινε το γιατί).
Η ψυχική του διάθεση είναι τόσο οριακή που παρακολουθούμε μαζί του μαγεμένοι τη σαγήνη που του ασκούν πράγματα απλά, καθημερινά, όπως τα φώτα του σταθμού με φόντο τον ουρανό καθώς σουρουπώνει (ο ωκεανός των αστεριών και το δάσος των σηματοφόρων κοιτάζονταν μεταξύ τους σαν τυφλοί, όλες οι μεγάλες συνιστώσες της ύπαρξης ήταν τυφλές, οι μεν απέναντι στις δε, το σκοτάδι ήταν τυφλό, η γη ήταν τυφλή, ο ουρανός ήταν τυφλός, δημιουργώντας έτσι, μέσα στο χαμένο βλέμμα ενός ανώτερου όντος, μια νεκρή συμμετρία μέσα στην απεραντοσύνη, στο κέντρο της οποίας βρισκόταν, βεβαίως, μια μικροσκοπική κηλίδα, ο Κόριμ… στην πεζογέφυρα… και τα εφτά πιτσιρίκια), ενώ δεν φαίνεται να συνειδητοποιεί την απειλή από τα κλεφτρόνια που τον έχουν κυκλώσει. Έτσι, κάτι που συναρπάζει τον αναγνώστη είναι ότι σε μικροκλίμακα έχουμε απλές καθημερινές, ανθρώπινες στιγμές με τις άπειρες συναισθηματικές αποχρώσεις, ενώ στο σύνολο χτίζεται μια ιστορία ουσιώδης αλλά αν και εξωπραγματική.
Η αποστολή του Κόριμ περιγράφεται σε λίγες σειρές: να φτάσει στη Νέα Υόρκη (από την Ουγγαρία), γιατί στο μυαλό του εκεί τοποθετεί το «Κέντρο του κόσμου», ένα ταξίδι που αποβαίνει περιπετειώδες. Δυσκολεύεται αφάνταστα να προσαρμοστεί αλλά με γαργαλιστικά επεισόδια καταφέρνει αυτό που με τόση σιγουριά έχει απ’ την αρχή σχεδιάσει: να βρει ένα ασφαλές κατάλυμα χάρη στα χρήματα που κουβαλάει ραμμένα στο παλτό του(στο σπίτι ενός «διερμηνέα» της ουγγρικής που συζεί με μια γυναίκα πορτορικάνα), να αγοράσει έναν υπολογιστή, και να μάθει να τον χειρίζεται έτσι ώστε να περάσει στο Διαδίκτυο την εκπληκτική ιστορία που έφτασε στα χέρια του, να την «πολλαπλασιάσει» αφήνοντάς την ελεύθερη στο διαδίκτυο να διαδοθεί στην αιωνιότητα. Και ύστερα να… αποχωρήσει.
Αυτά είναι τα εξωτερικά στοιχεία της υπόθεσης, έχουμε όμως και την εγκιβωτισμένη ιστορία, αυτήν που συγκλόνισε τον Κόριμ… Που τη μαθαίνουμε κομμάτι- κομμάτι, καθώς εκείνος την αφηγείται στη γυναίκα του διερμηνέα όταν κάνει διάλειμμα από την ψυχαναγκαστική του ρουτίνα σε… ουγγρικά με διάσπαρτες λέξεις αγγλικές! Και χωρίς να ξεχνάμε ποτέ ότι πρόκειται για αφήγηση μέσα στην αφήγηση (εφόσον, όπως είπαμε, ο Κόριμ μιλά σε πλάγιο λόγο κι ο συγγραφέας μεταφέρει και το ύφος του) συμμετέχουμε σ’ ένα κείμενο-αποκάλυψη…
Όπως λέει ο Κόριμ, ο Ερμής (!), αυτό το όνομα βρίσκεται στο επίκεντρο εκείνου που θεωρεί ωε την πραγματική αφετηρία της ζωής του, τη βαθύτερη πηγή της πνευματικής του αφύπνισης. Τα αποσπάσματα που ακολουθούν, από τα πολλά παρόμοια σ’ όλο το βιβλίο, δείχνουν το μέτρο του πάθους που, με αφορμή ένα κείμενο του Walter.F. Otto αφιερωμένο στο θεό Ερμή, οδηγεί τον Κόριμ  (αφού διαλύει κάθε σιγουριά της ζωής του),  σ’ ένα ταξίδι που βασικά είναι πνευματικό, ενώ παράλληλα  αναδεικνύουν το μοναδικό ύφος του συγγραφέα:
Έψαχνε να βρει ποια είναι η πηγή, η αρχή της αναστάτωσης της ζωής του, η οποία τον έκανε ν’ αποτολμήσει αυτό το ταξίδι, αλλά αναζητούσε συνεχώς νέες πηγές, νέα ξεκινήματα, νέες ενάρξεις, έως ότου έφτασε σ’ ένα σημείο που μπορούσε να πει, ιδού, είναι το σημείο που έψαχνα, και το σημείο αυτό ονομαζόταν Ερμής, γιατί πραγματικά, ο Ερμής ήταν γι’ αυτόν η απόλυτη αρχή: η μέρα, η ώρα που τον συνάντησε και βρέθηκε πρώτη φορά αντιμέτωπος με τον Ερμή, όταν, τρόπος του λέγειν, τον γνώρισε και εισέβαλε μέσα στον ερμητικό κόσμο, έναν κόσμο που τον σμίλεψε ο Ερμής και στον οποίο κυριαρχούσε εκείνος, γιατί αυτός ο Έλληνας θεός, με τη μυστηριώδη πλευρά του, τον διφορούμενο χαρακτήρα του, τις πολλαπλές του όψεις, τα απόκρυφα χαρακτηριστικά του, τις σκιώδεις περιοχές με τη βαριά, υποβλητική σιωπή, γοήτευσε ή, ακριβέστερα, μάγεψε τη φαντασία του, τον βύθισε στην αγωνία, τον παρέσυρε στο εσωτερικό ενός κύκλου από τον οποίο δεν υπήρχε διαφυγή, (…) ο θεός Ερμής λοιπόν, αντί να τον καθοδηγήσει τον έκανε να χάσει τον δρόμο του, τον έβγαλε απ’ τον δρόμο του, τον αποσταθεροποίησε, τον γοήτευσε, τον σαγήνευσε  (…) και τίποτα πια δεν ήταν όπως πριν, έβλεπε πια τα πράγματα με άλλο μάτι, γιατί ο κόσμος είχε αρχίσει να του αποκαλύπτει μια τρομακτική όψη, ο Ερμής τον απελευθέρωσε απ’ όλα τα δεσμά του, μια απελευθέρωση με όλη τη φοβερή σημασία του όρου, γιατί ο Ερμής, είπε ο Κόριμ, σήμαινε να χάνεις όλα τα σημεία της αναφοράς σου, τα στηρίγματά σου, τους δεσμούς εξάρτησης, το αίσθημα σιγουριάς, (…) ο Ερμής ήταν η ενσάρκωση του προσωρινού και σχετικού χαρακτήρα των νόμων που διέπουν την ύπαρξη, ο Ερμής εισήγαγε και καταργούσε τους νόμους, με άλλα λόγια άφηνε ελεύθερο πεδίο.
            Να λοιπόν τι του έμαθε ο Ερμής, ο θεός των νυχτερινών μονοπατιών, της νύχτας (…):ακόμα κι αν όλα εξελίσσονταν σύμφωνα με τα σχέδια του Δία, ο Ερμής ψιθύριζε στο αυτί των δικών του υπηκόων ότι δεν ήταν ακριβώς έτσι, και τους οδηγούσε μέσα στη νύχτα, τους έδειχνε την περιπλοκότητα των δικών του μονοπατιών και τους έφερνε αντιμέτωπους με το τυχαίο, το απρόβλεπτο, το αβέβαιο, με την ανησυχητική βεβαιότητα του κινδύνου.
            Αυτό που ένιωσε ο Κόριμ όταν διάβασε το περιβόητο ανώνυμο χειρόγραφο ήταν ένας φόβος, φοβήθηκε όπως όταν μαθαίνει κανείς τη στιγμή της καταστροφής του ότι είναι ήδη κατεστραμμένος, δηλαδή όταν μαθαίνει κανείς κάτι που δεν επιθυμεί καθόλου να γνωρίζει. Συνειδητοποιώντας την περιπλοκότητα των πραγμάτων, παραιτήθηκε από την «παιδιάστικη αντίληψη» ενός κόσμου με νόημα, το νοσηρό όραμα του ιεραρχημένου κόσμου, σύμφωνα με το οποίο ο κόσμος σχημάτιζε ένα αδιαίρετο όλον, ένα όλον συνεχές και σταθερό, διεπόμενο εκ των έσω από μια ομοιογενή δομή της οποίας τα στοιχεία ήταν αυστηρώς αλληλοεξαρτώμενα, δίνοντας έτσι στο σύνολο του συστήματος μια κατεύθυνση, μια εξέλιξη, μια πρόοδο, μια σαφώς καθορισμένη ταχύτητα, δηλαδή, ένα όμορφο, απολύτως ορθολογικό περιεχόμενο, να λοιπόν από τι έπρεπε να παραιτηθεί (…)
            Είναι τόσο δύσκολο να μιλήσω για το εγκιβωτισμένο βιβλίο χωρίς να αποκαλύψω με γενικότητες αυτό που έτσι κι αλλιώς αποκαλύπτεται σιγά σιγά και χτίζεται με μαεστρία από τον συγγραφέα, φιλτράροντας όσο το δυνατόν λιγότερο μέσα απ’ το δικό μου πρίσμα πρόσληψης την ουσία του (που φυσικά είναι αναπόφευκτο). Και είναι φυσικό να αναρωτιέται ο αναγνώστης για τη σημασία αυτού του χειρογράφου.  Γιατί βέβαια, βλέποντας την υπερένταση στην οποία βρίσκεται διαρκώς ο ήρωας ευθύς μόλις το διάβασε, μια υπερδιέγερση που τον κάνει να παραβλέπει αν οι άλλοι τον θεωρούν τρελό, βλέποντας την «τρεμώδη» κατάσταση στην οποία έρχεται και επανέρχεται από την ένταση των συναισθημάτων, αναρωτιέται κανείς για το χειρόγραφο, γιατί τέλος πάντων είναι τόσο βαθιά συγκλονιστικό και αν όντως επιφέρει τέτοια «διάνοιξη της συνείδησης».          
            Το χειρόγραφο
Αν και το έγγραφο αυτό βρέθηκε ανάμεσα στους φακέλους των Αρχείων,  δεν επρόκειτο ούτε για σημειώσεις ούτε για επιστολές ούτε για τίτλους ιδιοκτησίας ούτε για καμιά συμβολαιογραφική πράξη ή επίσημο έγγραφο (…) όταν αναζήτησε ένα στοιχείο ή ένα όνομα, που θα τον βοηθούσε να το ταυτοποιήσει, είχε διαπιστώσει πως ήταν μάταιος κόπος, το χειρόγραφο δεν περιείχε τίποτε εκτός από το ίδιο, κανέναν τίτλο, καμιά ημερομηνία, καμιά σημείωση στο τέλος.  Μετά από ώρα μελέτης ο Κόριμ συνειδητοποιεί ότι κρατούσε ένα όχι και τόσο συνηθισμένο έγγραφο, απολύτως συναρπαστικό, συγκλονιστικό, οικουμενικής εμβέλειας, και γύρω στις έξι το πρωί είχε καταλάβει ότι έπρεπε να κάνει κάτι. Όπως λέει και ο ίδιος, «αυτό το εξαιρετικά ποιητικό κείμενο» έπρεπε να το μεταφέρει στην αιωνιότητα, γιατί τότε ο θάνατός του θα είχε νόημα, τη στιγμή μάλιστα, είπε ο Κόριμ χαμηλώνοντας τη φωνή του, καθισμένος πάντα στο τραπέζι της κουζίνας, που η ζωή του δεν είχε κανένα.
Είναι ένα κείμενο χειμαρρώδες, όπως και η αφήγηση του Κόριμ  με την οποία μεταφέρει (στην αμίλητη γυναίκα του διερμηνέα που τον φιλοξενεί), σε πλάγιο πάντα λόγο διαμεσολαβημένο, το αποτύπωμα που η αφήγηση αυτή αφήνει στη συνείδησή του. Είναι ένα ταξίδι ή μάλλον πολλά ταξίδια μοιρασμένα στα έξι κεφάλαια του βιβλίου, ταξίδια τεσσάρων φίλων μέσα στο χρόνο. Ταξιδεύουμε κι εμείς μαζί με τους τέσσερις  (και με τον Κόριμ και την ακροάτρια) στην αρχαία Κρήτη λίγο πριν την καταστροφή που επέφερε το ηφαίστειο της Θήρας∙ στην Κολωνία την εποχή όπου χτίζεται ο περίφημος καθεδρικός ναός Ντομκλόστερ (παρακολουθούμε ασθμαίνοντας όλη την ιστορία ενός έργου που ξεκίνησε το 1248 και ολοκληρώθηκε του 1814), ενώ επίκειται «η κόλαση του Καίνιχγκρεντζ» και -μάλλον- ο φοβερός γαλλοπρωσσικός πόλεμος του 1871, οπότε οι τέσσερις φίλοι δραπετεύουν ∙ στο Μπασάνο απ’ όπου οι ετοιμάζονται να πάνε στη Βενετία στα μέσα του 15ου αιώνα, όταν η Βενετία μεσουρανούσε και συνήψε συμμαχία ειρήνης με την Φλωρεντία∙ στην Αγγλία την εποχή που ο αυτοκράτορας Αδριανός έχτιζε το περίφημο τείχος Corstopitum (στο σημερινό Corbridge) όπου οι τέσσερις φίλοι περιδιαβαίνουν τα ρωμαϊκά οχυρά.
 Αλλά βέβαια, αυτό είναι το εξωτερικό περίγραμμα. Γρήγορα κι εμείς, μαζί με τον Κόριμ, αρχίζουμε και καταλαβαίνουμε σιγά σιγά τον απώτερο στόχο του συγγραφέα του χειρόγραφου, την επιλογή των φίλων να διεισδύσουν, να εισβάλουν σ’ αυτούς τους συγκεκριμένους διαφορετικούς κόσμους ομορφιάς, ορθολογισμού και ειρήνης, κι όπως λέει ο Κόριμ στην κατάπληκτη και βουβή πάντα ακροάτρια ο άγνωστος συγγραφέας διατρέχοντας την οδό που χάραξε η Ιστορία μας, αναζήτησε ένα σημείο της, απ’ όπου θα τους έκανε να βγουν, ναι είπε ο Κόριμ και τα χέρια του, είχαν αρχίσει να τρέμουν, τα μάτια του να τσούζουν, μια θύρα εξόδου, ιδού τι έψαξε εκείνος ο Βλάσιχ, ή όποιο κι αν είναι το όνομά του, έψαξε ένα υπερφυσικό μέσον για να τους κάνει να βγουν, αλλά δεν μπόρεσε να το βρει κι έτσι έστειλε τους τέσσερις άνδρες στον πραγματικό κόσμο, μέσα στην Ιστορία, δηλαδή στην κατάσταση του διαρκούς πολέμου, και προσπάθησε να τους εγκαταστήσει σε διάφορα μέρη που υπόσχονταν την ειρήνη, μια υπόσχεση που δεν τηρήθηκε ποτέ.  
Μέσα από τις αναλυτικές περιγραφές αυτών των κόσμων (πάντα φιλτραρισμένες από τον Κόριμ) καταλαβαίνουμε ότι αυτό που αναστατώνει τον ήρωά μας είναι η σχέση των τεσσάρων, αγαπητών του ηρώων του βιβλίου, με ένα είδος «υπέρτατης ελευθερίας», η αναζήτηση ενός κόσμου δίκαιου, ορθολογικού  και ειρηνικού όπως η μινωική Κρήτη, η Βενετία του 15ου αιώνα ή η Pax της εποχής του Αδριανού, η ανάγκη για αγάπη και ελευθερία (ο ερωτευμένος άνθρωπος είναι ο πιο επικίνδυνος απ’ όλους, γιατί είναι εκείνος που αποστρέφεται βαθύτατα το ψέμα, θα ήταν ανίκανος να πει ψέματα και αυτό δεν σήμαινε πως η αγάπη ήταν η ενσάρκωση της απόλυτη ελευθερίας, αλλά ότι αυτή η αγάπη έκανε ανυπόφορη την έλλειψη ελευθερίας).
Όμως αυτό που φέρνει τα απάνω κάτω κυρίως είναι η ομορφιά, μια ομορφιά που πονάει (και καταφέρνει να μας τη μεταδίδει ο συγγραφέας) π.χ. όλο αυτό το απόσπασμα, είπε ο Κόριμ στη γυναίκα, φαινόταν να αναφέρεται στον Κήπο της Εδέμ, κάθε φράση του χειρογράφου που περιέγραφε αυτό το χωριό, την κάθε ακτή, και την απαράμιλλη ομορφιά αυτής της περιοχής, αντί να κοινοποιήσει κάποιες πληροφορίες, φαινόταν να θέλει να βρει ένα δρόμο για τον παράδεισο, δεν αρκούνταν να περιγράψει ή να ανακοινώσει αυτή την ομορφιά, αλλά χρονοτριβούσε πολύ σ’ αυτήν, επινοώντας με τον τρόπο του αυτή την ομορφιά, beauty, την τόσο ιδιαίτερη, που δεν ανάβλυζε μόνο απ’ το τοπίο, αλλά και απ’ αυτό που απέκρυπτε, τη γαλήνη, την ευφορία, μια ακτινοβολούσα ειρήνη που υπαινίσσονταν ότι ό, τι ήταν καλό ήταν αναγκαστικά και αιώνιο. Έτσι, βλέπουμε πίσω από κάθε στοιχείο ομορφιάς, πίσω από ένα ηλιοβασίλεμα (μια θαυμάσια νωπογραφία που αναπαριστά κάτι το οποίο δεν υπήρχε, αλλά απεικόνιζε, με τον τρόπο του, τη βαθμιαία εξαφάνιση, την περατότητα, το αργό σβήσιμο και την πανηγυρική είσοδο στην σκηνή των χρωμάτων, επενέβη ο Κάσερ, εκείνη τη συναρπαστική τελετουργία του κόκκινου, του λιλά, του κίτρινου κλπ), ή πίσω από μια αυγή υπάρχει κάτι πνευματικό, κόσμοι απίθανοι που είναι υπαρκτοί και χαρίζουν την αίσθηση του συνόλου.
Πρόκειται για «τρύπες» μέσα στον ιστορικό χρόνο όπου φαίνεται να διαρρέει κάποιο έσχατο νόημα, κάποια ουσία μέσα στο διασπασμένο σύνολο, που φτάνει θραυσματικά μέχρι τον Κόριμ, και έτσι λαχανιαστά που τα αφηγείται εκείνος στην Μαρία (ανακατεύοντας και αγγλικές λέξεις, τα ωραίο τέχνασμα για να θυμόμαστε την υπερδιέγερσή του!) η αναστάτωση αγγίζει μέχρι και μας. Οι φίλοι λοιπόν ψάχνουν μια θύρα εξόδου από την Ιστορία, όμως στο 5ο και 6ο κεφάλαιο του βιβλίου η αφήγηση γίνεται πιο θολή, γιατί  απλούστατα, δεν υπάρχει διέξοδος…
Γιατί όλες αυτές οι επιλεγμένες ιστορικές στιγμές φαίνεται να καταλήγουν στον πόλεμο, να η ιστορία του ανθρώπου (κι ο Κόριμ, διαβάζοντας ξανά και ξανά το χειρόγραφο και αντιγράφοντάς το στον υπολογιστή σιγά σιγά το συλλαμβάνει), ο πόνος ήταν απερίγραπτος, εκείνοι οι τέσσερις άνδρες, ο Μπεγκάντζα, ο Φάλκε, ο Τοότ και ο Κάσερ ζούσαν τόσο έντονα μέσα του, που δυσκολευόταν να βρει λόγια για να το εκφράσει,  είπε ο Κόριμ κοιτάζοντας τη γυναίκα με ύφος απελπισμένο, δεν είχαν πια Θύρα Εξόδου, δεν υπήρχε 
παρά πόλεμος και πόλεμος.
Χριστίνα Παπαγγελή 

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 08, 2017

H καρδιά των πραγμάτων, Graham Green

Τι παράλογο πράγμα, να περιμένει κανείς χαρά
σε έναν κόσμο τόσο γεμάτο δυστυχία.

Στον ζοφερό κόσμο του οίκτου και της αμφιβολίας μάς οδηγεί για άλλη μια φορά ο Γκράχαμ Γκρην, που η θητεία του ως πράκτορα των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών κατά τη διάρκεια του β’ παγκόσμιου πολέμου φαίνεται να επηρέασε ιδιαίτερα το συγκεκριμένο έργο.
Βρισκόμαστε στη δυτική Αφρική, σε μια βρετανική αποικία που δεν κατονομάζεται (ίσως είναι η Σιέρα Λεόνε[1]) και, με βασικό πρωταγωνιστή τον αστυνομικό Σκόμπι παρακολουθούμε την αποικιακή ζωή σ΄αυτή τη γωνιά της γης όπου ανθεί το λαθρεμπόριο (διαμαντιών), κι όπου μαζί με τους ντόπιους συμβιώνουν Άγγλοι, Γάλλοι, Σύριοι.
Δεν πρόκειται παρόλ’ αυτά για αστυνομικό μυθιστόρημα, κι ας είναι μπλεγμένος ο Σκόμπι και σε σκοτεινές υποθέσεις. Όπως και τα άλλα δυο βιβλία της «Καθολικής τριλογίας» (Η δύναμις και η δόξα και Το τέλος της υπόθεσης), το κέντρο βάρους πέφτει  στα ηθικά διλήμματα που δημιουργούν οι πολύπλοκες σχέσεις (ιδιαίτερα σ΄αυτές τις κοινωνίες με τις πολλές αντιθέσεις), η ανάγκη επιβίωσης αλλά και η συνείδηση του καθολικού, θρησκευόμενου ανθρώπου (πρέπει να πούμε ένα από τα θέματα του Γκρην είναι η αμφισβήτηση της θρησκείας και του θεού ακόμα, μέσα από τις αντιφάσεις που εντοπίζει στην κοινωνική πραγματικότητα).
Βλέπουμε τον κεντρικό ήρωα να διχάζεται από την αγάπη του για δυο γυναίκες, ενώ αναρωτιόμαστε τι είδους αγάπη είναι αυτή, τη στιγμή που από τη μια η -ψιλοϋστερική- γυναίκα του τον κουράζει απίστευτα (πόσες φορές δεν νιώθει ότι κάνοντας μερικές ασήμαντες ερωτήσεις ανοίγει την πόρτα στη δυστυχία), τον πιέζει ποικιλοτρόπως και νιώθει καταρρακωμένη επειδή…  ο άντρας της δεν έχει την αίγλη που εκείνη θα ήθελε, π.χ. δεν γίνεται Αρχηγός της αστυνομίας. Από την άλλη, η ερωμένη που αποκτά κάποια στιγμή γίνεται κι αυτή απαιτητική και  φορτική. Έτσι, μπαίνουμε σε μια ψυχολογία ιδιαίτερη, ενός ανθρώπου που από οίκτο κι από υπερβολικό αλτρουισμό ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των άλλων και φτάνει στο σημείο να θυσιάζει τελείως τη δική του προσωπική γαλήνη για να μην προκαλεί δυστυχία στους αγαπημένους του. Ο ήπιος και συγκαταβατικός Σκόμπι βασανίζεται απ’ τον ίδιο του τον εαυτό γιατί του ήταν αδύνατον να κλείσει τα μάτια σε οτιδήποτε μπορεί να είχε κανείς ανάγκη από κείνον. Δεν υπάρχει δηλαδή κάποιο αχαλίνωτο πάθος που να φέρνει σε σύγκρουση τον αστυνόμο Σκόμπι, αλλά μια αφοσίωση που ξεκινά από την ηθική του συνείδηση (τον κρατούσε δεμένο το πάθος της ανύπαρκτης γοητείας  της). Το αίσθημα ευθύνης αλλά και ενοχών που είναι ενισχυμένα στον ήρωα, τον ωθούν να μη συγκινείται από την ομορφιά ή την ευφυΐα,  αλλά στρέφει τη φροντίδα και την προσοχή του  σε πρόσωπα που κανείς δεν θα έμπαινε σε κανένα κόπο για χάρη τους, τα πρόσωπα που ποτέ δε θα εισέπρατταν κρυφά βλέμματα, τα πρόσωπα που αργά ή γρήγορα θα δέχονταν την απόρριψη ή την αδιαφορία. Ο Γκράχαμ Γκρην, όπως και σε άλλα του έργα, επισημαίνει και εμβαθύνει στους στοχασμούς που προκαλεί αυτού του είδους τη συμπεριφορά διατυπώνοντας πρωτότυπες σκέψεις, γεμάτες απελπισία και αδιέξοδες (η αλήθεια, σκέφτηκε, ποτέ δεν χρησίμεψε πραγματικά σε κανένα ανθρώπινο πλάσμα -δεν είναι παρά ένα σύμβολο για τις αναζητήσεις μαθηματικών και φιλοσόφων. Στις ανθρώπινες κοινωνίες, η καλοσύνη και τα ψέματα αξίζουν όσο χίλιες αλήθειες. Είχε εμπλακεί σε κάτι που ανέκαθεν ήξερε πως ήταν ένας μάταιος αγώνας για να διασώσει τα ψέματα). Είχε παρόλ αυτά μπει βαθιά στην επικράτεια του ψεύδους, ενώ αυτό που κυρίως ήθελε μέσα του  ήταν ευτυχία για τους άλλους και μοναξιά και ειρήνη για τον εαυτό του.
Ο Σκόμπι έχει ορκιστεί ότι θα εξασφαλίζει, σ’ όλη του τη ζωή την ευτυχία της Λουίζ, αλλά γρήγορα δεσμεύεται με τον ίδιο τρόπο και με την ερωμένη του, την Έλεν. Παλεύει σκληρά με τις αυστηρές ηθικές αρχές του καθολικισμού και σύντομα έρχεται σε αντίθεση με τα συναισθήματα που του δημιουργεί ο οίκτος (αν ήξερε κανείς, αναρωτήθηκε, τα δεδομένα, μήπως θα ένιωθε οίκο ακόμα και για τους πλανήτες; Αν έφτανε σ΄αυτό που λένε καρδιά των πραγμάτων;/δείξε μου τον ευτυχισμένο άνθρωπο, κι εγώ θα σου δείξω είτε εγωισμό και κακία –ή αλλιώς την απόλυτη άγνοια). Κι αυτό δεν αφορά μόνο τη σχέση του με τις γυναίκες, αλλά και με τους απατεωνίσκους του λαθρεμπορίου διαμαντιών. Υποκύπτει, από λύπηση, σε εκβιασμούς που τον εκθέτουν κάποια στιγμή ανεπανόρθωτα,  ενώ τα ψέματα που λέει από τη θέση του υπαρχηγού της αστυνομίας είναι απλώς η απόκρυψη της αλήθειας. Εδώ θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι ο Γκρην βάζει σε δοκιμασία αυστηρές ρατσιστικές αρχές που χαρακτήριζαν την αστυνομική εξουσία στις αποικίες.
Καταλυτικά στην χλιαρή και μετριοπαθή ζωή του Σκόμπι δρα και ο άλλος βασικός ήρωας, ο νεαρός Ουίλσον, που διορίστηκε στην ΗΑΕ (Ηνωμένη Αφρικανική Εταιρία, εμπορικός κολοσσός από συγχώνευση τριων εταιριών) και  ενώ φαίνεται αρχικά άπειρος και αμέτοχος, χώνεται σφήνα στη ζωή του ζευγαριού, παρακολουθεί, καρφώνει και ανατρέπει ουσιαστικά την ασφαλή και ήρεμη ζωή του Σκόμπι.
Ο Σκόμπι οδηγείται μοιραία σε αδιέξοδο, όμως δεν έχουν τόση σημασία τα γεγονότα όσο ο τρόπος που τα βιώνει προσπαθώντας να δώσει λύσεις (του φαινόταν πως μόνο η περιοχή της απόγνωσης του είχε απομείνει προς εξερεύνηση). Η σχέση του με τον θεό κλονίζεται, δοκιμάζεται, και φτάνει στο σημείο να τη θυσιάσει προκειμένου να μην προκαλέσει ο ίδιος τη δυστυχία των ανθρώπων για τους οποίους νοιάζεται. Είναι θρήσκος κι επιλέγει να προδώσει τον θεό για να μην πληγώσει τους ανθρώπους (να τι του είχε κάνει η ανθρώπινη αγάπη –του είχε στερήσει την αγάπη για την αιωνιότητα). Πιστεύει στην κόλαση, όπως λέει, εννοώντας την ως μια μόνιμη αίσθηση απώλειας, αλλά δεν μπορεί να μετανοήσει, απερίφραστα δεν μπορεί να μετανοήσει για τον έρωτα. Ο συγγραφέας επομένως αμφισβητεί έμμεσα την πίστη, που κρίνεται στη δοκιμασία της εξομολόγησης (είναι πραγματικά κακό. Είναι σαν να κλέβεις τα μυστήρια για να τα βεβηλώσεις. Είναι σαν να χτυπάω τον Θεό ενώ είναι πεσμένος –στο έλεός μου). Στην επισήμανση του εξομολόγου  ότι δεν γίνεται να επιθυμείς τον σκοπό χωρίς να επιθυμείς τα μέσα, εκείνος αντιτείνει ότι μπορείς να επιθυμείς την ειρήνη της νίκης χωρίς να επιθυμείς τις ρημαγμένες πόλεις.
Τέλος, μεγαλειώδης είναι προς το τέλος ο «διάλογος»  με το θεό (κανένας δε μπορεί να μονολογεί για πολύ∙ πάντα θα ακουστεί και μια άλλη φωνή∙ αργά η γρήγορα, κάθε μονόλογος μετατρέπεται σε συζήτηση), θα έλεγε κανείς διάλογος με τη συνείδησή του, ένας διάλογος που λίγο πριν το τέλος παγιώνει μια πρωτότυπη κάθαρση. Αυτός που μιλά είναι ο άνθρωπος που παραδέχεται τη δυσπιστία/αθεΐα του (όχι, δεν σε εμπιστεύομαι. Σε αγαπώ, αλλά ποτέ δεν σε εμπιστεύτηκα/δεν μπορώ να μεταθέσω τις ευθύνες μου πάνω σου/δεν μπορώ να κάνω μία από τις δυο να υποφέρει ώστε να σώσω τον εαυτό μου) για να ακούσει την εσωτερική φωνή (του θεού), ως απάντηση, να λέει φύτεψα μέσα σου τη λαχτάρα για ειρήνη μόνο και μόνο για να μπορέσω μια μέρα να την ικανοποιήσω και να δω την  ευτυχία σου (…).
Όσο ζεις, έχω ελπίδα.
Χριστίνα Παπαγγελή




[1] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CE%B9%CE%AD%CF%81%CE%B1_%CE%9B%CE%B5%CF%8C%CE%BD%CE%B5

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 04, 2017

Ο Στόουνερ, John Williams

Διαβάζοντας  στο οπισθόφυλλο ότι πρόκειται για τη ζωή και τη σταδιοδρομία ενός βοηθού καθηγητή της Αγγλικής Φιλολογίας  περιμένει κανείς ένα είδος «campus novel».  Ωστόσο, ο μέσος αναγνώστης όπως εγώ, αν περιμένει  -αποπροσανατολισμένος από το συνοπτικό αυτό σημείωμα του εκδότη-  να ζωντανέψουν μέσα στις σελίδες συναισθήματα και χαρακτηριστικά επεισόδια από τον εκπαιδευτικό χώρο, μάλλον θα απογοητευτεί. Γιατί δεν είναι η ιδιότητα του καθηγητή το βασικό στοιχείο της βιογραφίας που διαβάζουμε  στο βιβλίο. Είναι η τραγική πορεία ενός μέσου ανθρώπου, μάλλον παθητικού (ιδιαίτερα στις… πρώτες δεκαετίες της ζωής του), με τετράγωνες επιθυμίες και χωρίς συγκρούσεις στις επιλογές του, σταθερού και αφοσιωμένου στις αρχές του, που το σύστημα τον απομονώνει όταν αυτές έρχονται σε αντίθεση με τα κοινωνικά ήθη.
Ο συγγραφέας μάς προϊδεάζει γι’ αυτήν την κατάληξη ήδη απ’ την πρώτη σελίδα, όπου έχουμε το ψυχρό ύφος του βιογραφικού σημειώματος ενός ανθρώπου που έζησε χλιαρά στην Αμερική των αρχών  του 20ου αιώνα, έδρασε στο πανεπιστήμιο και πέθανε αφήνοντας ελάχιστα ίχνη πίσω του.  Στη συνέχεια δίνονται ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες αλλά με συνοπτική γραφή, όπως ότι ήταν μοναχοπαίδι μιας οικογένειας που μοχθούσε σ’ ένα αγρόκτημα κοντά στο χωριό Μπούνβιλ κοντά στην Κολόμπια, από πολύ μικρό παιδί πήγαινε σχολείο δουλεύοντας ταυτόχρονα σκληρά στο αγρόκτημα, και αιφνιδιάστηκε απ’ την απόφαση των γονιών του να τον στείλουν να σπουδάσει στη Γεωπονική Σχολή της Κολόμπια καθώς θα δουλεύει παράλληλα στο κτήμα κάποιου συγγενή.  Πρόκειται επομένως για ένα άτομο που με δυσκολία κατέκτησε  τον κόσμο των γραμμάτων. Αιφνιδιαζόμαστε  όταν αλλάζει την αρχική επιλογή και επιλέγει τη μελέτη της λογοτεχνίας, γιατί την πορεία αυτήν  την παρακολουθούμε από απόσταση, χωρίς να μας επιτρέπει ο συγγραφέας να διεισδύσουμε στον εσωτερικό του κόσμο. Έτσι, δεν γνωρίζουμε τι πραγματικά ήταν αυτό που έσπρωξε τον ήρωα να αλλάξει κατεύθυνση στις σπουδές του και να ακολουθήσει την αγγλική φιλολογία, πέρα απ’ το ότι ο ιδιόρρυθμος καθηγητής της Επισκόπησης της Αγγλικής Λογοτεχνίας (υποχρεωτικό στο πρώτο έτος της Γεωπονικής Σχολής) Άνταμ Σλόουν επέπληξε όλους τους μαθητές του τμήματος γιατί δεν είχαν καταλάβει το 73ο σονέτο του Σαίξπηρ. Το αποστασιοποιημένο ύφος σε συνδυασμό με την χαμηλή αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση του ήρωα (αναρωτιόταν αν και στους άλλους φαινόταν τόσο γελοίος όσο στον εαυτό του) δίνουν, στην αρχή τουλάχιστον (περίπου στο 1/3 του βιβλίου) την αίσθηση ότι κάποια γεγονότα απλώς συμβαίνουν, δεν υπάρχει συναισθηματική συμμετοχή, ή μάλλον, δεν υπάρχει συναισθηματική σύγκρουση.  
Έτσι μονοδιάστατα  βλέπουμε την αφοσίωση στους δυο φίλους του στο πανεπιστήμιο, τη μετριοπαθή παθητική θλίψη του όταν ο ένας απ’ τους δυο σκοτώθηκε στον πόλεμο, και τον κεραυνοβόλο έρωτα προς την ψυχρή κούκλα Ίντιθ που για κείνον έγινε μονόδρομος/εμμονή χωρίς ουσιαστική ανταπόκριση. Η επικοινωνία των δύο νέων είναι προβληματική και η παράδοξη συμπεριφορά της Ίντιθ δίνεται σαν αστυνομική αναφορά, με ελάχιστα βιογραφικά στοιχεία ώστε να εξηγηθεί κάπως η ιδιορρυθμία της. Ίσως για να βιώσουμε και μεις τον αιφνιδιασμό και την αμηχανία του ήρωα. Ακόμα περισσότερο μας παραξενεύει η απόφαση της Ίντιθ να παντρευτεί, και παρά την σεξουαλική της αγκύλωση, να κάνει παιδί.
Ωστόσο, καθώς προχωράει η εξιστόρηση υπάρχει εξέλιξη, υπάρχει ωρίμανση. Ο Στόουνερ, ο μαυρόασπρος αυτός άνθρωπος, που αντιδρά σε όλα με απάθεια, στην πορεία αποκτά χρώμα, αποκτά πάθος και συναισθήματα (ή τουλάχιστον μας επιτρέπει ο συγγραφέας να τα δούμε), χωρίς να πάψει ποτέ να είναι κατά βάση αμήχανος και παραχωρητικός. Μαζί μ’ αυτόν αλλάζει κάπως και το ύφος, που γίνεται πιο παραστατικό, πιο διεισδυτικό (παρόλο το ψυχρό γ’ ενικό), χωρίς τη χρήση παρατατικού που συνοψίζει  σωρηδόν ολόκληρες χρονικές περιόδους δίνοντας στον αναγνώστη έτοιμα συμπεράσματα. Αυτό που γοητεύει είναι η επισήμανση σπάνιων ψυχολογικών αποχρώσεων,  δεδομένου ότι οι πρωταγωνιστές είναι  πολύ ιδιαίτερες προσωπικότητες και σχεδόν αντι-ήρωες. Καθώς λοιπόν προχωρά η αφήγηση, φωτίζεται περισσότερο ο εσωτερικός κόσμος του Στόουνερ, που δεν είναι τόσο φτωχός όσο φαινόταν εξωτερικά. Φωτίζεται κάπως και η Ίντιθ, που φαίνεται ότι ψυχικά είναι στραγγαλισμένη από τον πατέρα, πράγμα που ο σύζυγός της φαίνεται να διαισθάνεται, γι αυτό και είναι τόσο υποχωρητικός.
Οι άνθρωποι που επηρέασαν τον πρωταγωνιστή μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού. Απ’ τους δυο φίλους του, ο Ντέιβ ο πιο αγαπημένος, ήταν αυτός που αστόχαστα σκοτώθηκε στον πόλεμο (τον πρώτο παγκόσμιο) όπου «πήγε για πλάκα» (να σου πω την αλήθεια μάλλον το κάνω γιατί δεν έχει σημασία αν θα το κάνω ή όχι. Και μπορεί να έχει πλάκα να κάνω ένα πέρασμα στον κόσμο για μια φορά προτού γυρίσω στον περίκλειστο και αργό εκμηδενισμό που μας περιμένει όλους). Ήταν κι ο πιο οξυδερκής (λέει π.χ.για τον Γουίλι: είχες ανέκαθεν την ασκητική όψη του ανθρώπου που είναι ταγμένος σ’ έναν σκοπό/κι εσύ είσαι φτιαγμένος για να αποτύχεις, όχι πως θα κονταροχτυπηθείς με τον κόσμο. Θα τον αφήσεις να σε μασήσει και να σε φτύσει και θ’ απομείνεις να σκέφτεσαι τι πήγε στραβά).
Μεγάλη επιρροή φαίνεται εκ των υστέρων ότι του άσκησε και ο ιδιόρρυθμος καθηγητής του, Σλόουν, που ήταν ενάντια στην εθελοντική επιστράτευση των νέων στον πόλεμο, ένα «καθήκον» που διαδόθηκε σαν μόδα ανάμεσα στους φοιτητές (Σλόουν: δεν είναι απλώς ότι στον πόλεμο σκοτώνονται μερικοί χιλιάδες ή μερικές εκατοντάδες χιλιάδες νέοι. Ο πόλεμος σκοτώνει κάτι σ’ έναν λαό το οποίο δεν ανακτάται ποτέ. Κι αν τύχει και ο λαός αυτός περάσει από αρκετούς πολέμους, αυτό που απομένει είναι το ανθρώπινο κτήνος). Η σκληρότητα και ταυτόχρονα ευαισθησία του Σλόουν προέρχονται από τις ακλόνητες αρχές του, και αποτελεί ένα είδος «προτύπου» για τον Στόουνερ, όπως φαίνεται πολύ αργότερα (θυμήθηκε, ύστερα από σχεδόν είκοσι χρόνια, την αγωνία που χυνόταν σιγά-σιγά στο ειρωνικό πρόσωπο, τη διαβρωτική απελπισία που είχε διαλύσει εκείνη τη σκληρή προσωπικότητα –σκεφτόταν ότι τώρα πια γνώριζε και ο ίδιος, ως ένα βαθμό, αυτή την αίσθηση φθορά που τρόμαζε τον Σλόουν).
Η Ίντιθ, η πιο όμορφη γυναίκα που είχε δει ποτέ του, με τα μεγάλα ανοιχτόχρωμα μάτια (το πιο αχνό γαλάζιο που μπορούσε να φανταστεί, όμως… μάτια άδεια σαν θραύσματα γυαλιού) τον οδηγεί σ’ ένα ήρεμο πάθος που ολοένα φουντώνει. Όμως ήταν ξένοι μ’ έναν τρόπο που δεν τον είχε φανταστεί, η ζωή της ήταν προγραμματισμένη και αμετάβλητη, σχεδόν κολοβωμένος ο ψυχισμός της, απίστευτες οι σκηνές περίπτυξης (στην καλύτερη περίπτωση «ναρκωμένη συναίνεση»)∙ η μόνη περίοδος «πάθους» που βίωσαν η περίοδος που χρειάστηκε για τη σύλληψη της Γκρέις  (αυτό που ωθούσε τα κορμιά του να ενώνονται ελάχιστη σχέση είχε με την αγάπη).
Η Ίντιθ είναι εξωπραγματική και απρόβλεπτη (ντιπ βλαμμένη να το πω λαϊκά), και απαράδεκτη ως μάνα (π.χ. δεν αντέχει τη μυρωδιά απ τις πάνες!!!). Τα πρώτα χρόνια μάνα και πατέρας μαζί είναι ο παραχωρητικός  Γουίλι που κάνει όλες τις δουλειές, και  δένεται με την κορούλα του ενώ συνεχίζει τον αγώνα του ως πανεπιστημιακός στο Πανεπιστήμιο της Κολούμπια. Μετά το θάνατο του πατέρα της όμως η Ίντιθ μεταμορφώνεται, παθαίνει κρίσεις ενεργητικότητα και παρεμβαίνει, και πάλι χειραγωγεί όλη την οικογένεια  σύμφωνα με τα καπρίτσια της ενώ ο Γουίλι, απομονωμένος από σύζυγο και κόρη, συστρέφεται γύρω από τον εαυτό του και τα καθήκοντά του στη δουλειά, γύρω από μια ζωή τάξης και μοναχικής ρουτίνας.
 Καθώς προχωράει η ζωή του πρωταγωνιστή οι σχέσεις εξελίσσονται, ωριμάζουν. Αλλάζει και ο δυναμισμός του Στόουνερ στο Πανεπιστήμιο όπου βλέπουμε να έχει βρει τον εαυτό του. Ένα κεντρικό όμως επεισόδιο, που περιγράφεται αρκετά αναλυτικά, τον φέρνει σε αντιπαράθεση με συνάδελφο, κι όταν ο τελευταίος γίνεται Δ/ντής του τμήματος, ο Στόουνερ αντιμετωπίζει τις γνωστές δυσκολίες. Σ αυτό το μέρος παίρνουμε μια γεύση από τις ίντριγκες και τις σχέσεις εξουσίας γενικά στον πανεπιστημιακό χώρο.
Τότε όμως θα τον βρει ο έρωτας. Πρόκειται για τις πιο θερμές σελίδες του βιβλίου, γεμάτες εικόνες, χρώμα, πάθος, λαγνεία. Πρόκειται για έναν απ αυτούς τους απελπισμένους έρωτες της ώριμης ηλικίας, κρυφούς και χωρίς μέλλον, πράγμα που δίνει μια ξεχωριστή ποιότητα και γνώση (στα 43 του χρόνια ο Γ. Στόουνερ έμαθε αυτό που άλλοι, πολύ νεότεροι, είχαν μάθει πριν απ’ αυτόν: ότι το πρόσωπο που αγαπάς στην αρχή μιας σχέσης δεν είναι το ίδιο που αγαπάς στο τέλος της σχέσης, και ότι η αγάπη δεν είναι ένα τέρμα αλλά μια διαδικασία μέσα από την οποία το ένα πρόσωπο προσπαθεί να γνωρίσει το άλλο/έκαναν έρωτα, μετά έμεναν γα λίγο ξαπλωμένοι, σιωπηλοί και ξανάπιαναν τα διαβάσματά τους, λες και ο έρωτας και η μάθηση ήταν η ίδια διαδικασία).
Ο Στόουνερ δεν είναι πια, έτσι κι αλλιώς, αμήχανος, άπραγος και παθητικός. Παίρνει τη ζωή σχεδόν στα χέρια του, παρόλο τον πόλεμο που του επιφυλάσσει η πανεπιστημιακή κοινότητα. Άλλωστε και η κόρη του Γκρέις, που είναι μεγάλη πια, έχει αρχίσει να παίρνει σάρκα και οστά, να είναι δίπλα του, να τον νιώθει. Όμως έχει αρχίσει η πτώση: μαζί με τη μοιραία αρρώστια αρχίζει ο εκβιασμός του γνωστού συναδέλφου όσο αφορά τη σχέση με τη μαθήτριά του. Θα περίμενε κανείς μέσα από τη σοφία του ο ήρωας να βρει τη δύναμη να αντισταθεί στον κοινωνικό εκφοβισμό. Δεν είναι όμως δειλία η αιτία που δεν αποφασίζουν να τα παρατήσουν όλα και να φύγουν και τελικά χωρίζουν, αλλά ένα σπάνιο είδος ωριμότητας: αυτό που με κρατάει εδώ δεν είναι η Ίντιθ ούτε καν η Γκρέις∙ δεν είναι το σκάνδαλο ούτε η ζημιά που θα πάθουμε εσύ κι εγώ∙ δεν είναι ότι θα δεινοπαθήσουμε ούτε καν ότι μπορεί να έρθει η ώρα που θα διαπιστώσουμε ότι δεν αγαπάμε ο ένας τον άλλον. Είναι απλά, η καταστροφή του εαυτού μας κι αυτού που κάνουμε.
Καθώς οι δυνάμεις του Στόουνερ λιγοστεύουν, καθώς δηλαδή προχωρά προς τον θάνατο, οι στιγμές αυτοσυνειδησίας  πληθαίνουν.  Συνειδητοποιεί ότι πίσω από την  ενδοτικότητά του και την αμηχανία του κάτω από το μούδιασμά του, την αδιαφορία, την απομάκρυνση παραμόνευε πάντα ένα πάθος παράφορο και ακλόνητο. Ξεχωρίζω όμως σαν σπάνια κατάκτηση ψυχής τη στιγμή, μετά από τόσα χρόνια βασάνων, που αντικρίζει την Ίντιθ με τη φρέσκια ματιά που χαρίζει η αίσθηση της αιωνιότητας:
Την κοίταζε πια σχεδόν χωρίς τύψεις∙ στο γλυκό φως του δειλινού το πρόσωπό της έδειχνε νεανικό και αρυτίδωτο. Να’ μουνα πιο δυνατός, σκεφτόταν∙ να είχα περισσότερη πείρα∙ να την είχα καταλάβει. Και τελικά, η αμείλικτη σκέψη, Να την είχα αγαπήσει περισσότερο.
Χριστίνα Παπαγγελή


Τρίτη, Αυγούστου 29, 2017

Ματωμένη ταυτότητα, Αντρέας Ρήγας

Ευχάριστη έκπληξη ήταν για μένα το -πρώτο- αυτό βιβλίο του αγαπητού παλιού συμφοιτητή και συνάδελφου Αντρέα: μια συναρπαστική ιστορία αστυνομικού μυστηρίου με πολλά επί μέρους ερωτηματικά, που κρατάνε σε διαρκή αγωνία τον αναγνώστη. Κι ενώ το κουβάρι μπλέκεται όλο και περισσότερο μέχρι τα 4/5 περίπου του βιβλίου, και αναρωτιέται ο αναγνώστης για τη λύση/λύσεις, οι απαντήσεις προκαλούν με τη σειρά τους κι άλλα υποερωτήματα που διατηρούν αμείωτο το ενδιαφέρον  μέχρι την τελευταία σελίδα. 
Στα λίγα λόγια που ακολουθούν θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω την εντύπωση που μου άφησε, χωρίς να προδώσω το περιεχόμενο, δηλαδή την υπόθεση του μυστηρίου. 
Πρόκειται για μια έξυπνη πλοκή, αρκετά σύνθετη, που αναδεικνύεται όχι τόσο από το στυλ της γραφής (που είναι απλό, καθημερινό, καθόλου περίτεχνο) αλλά από την ευρηματική δομή –κάτι που έχει βέβαια πολύ μεγάλη σημασία στα αστυνομικού τύπου μυθιστορήματα. Η πρώτη σκηνή, ένας άνθρωπος που πέφτει στο κενό (και υποθέτουμε πως σκοτώνεται) δεν εξηγείται  παρά πολύ-πολύ αργότερα και πρόκειται για το πρόσωπο που ποτέ δεν θα φανταζόταν ο αναγνώστης (ομολογώ ότι πίστευα για πολλές σελίδες ότι θα… ζωντανέψει, κάτι βέβαια που θα ήταν «φτηνό τέχνασμα»). Η ενότητα που ακολουθεί (Απρίλιος 1980, μερικούς μήνες νωρίτερα) μάς μεταφέρει σε μια σκηνή κλοπής με δυσάρεστα επακόλουθα και δε φαίνεται να έχει καμιά απολύτως σχέση με το πρώτο περιστατικό, ενώ από τη σελίδα 90 και μετά (κεφ. 16, Λίγους μήνες αργότερα) ξεκινά μια διαφορετική ιστορία, που καμιά σχέση δεν έχει με τα προηγούμενα (άλλοι ήρωες- πρωταγωνιστές, τελείως διαφορετικοί χαρακτήρες, άλλο σκηνικό). Δεν ακολουθείται επομένως η συνηθισμένη δομή (δηλαδή παράλληλες ιστορίες σε χωριστά εναλλάξ κεφάλαια που σταματούν όταν η πλοκή φτάνει σε αγωνία, αυτό που εγώ ονομάζω «σαπουνόπερα-στυλ»). Από ένα σημείο και μετά, ο αναγνώστης που έχει απορροφηθεί από τη δεύτερη ιστορία, αναρωτιέται πώς μπορεί να μπλεχτούν τα δυο, τόσο διαφορετικής φύσης μυστήρια. Άλλωστε, και ο χώρος δράσης διαφέρει κατά πολύ: από την Αθήνα της δεκαετίας του ΄80 έχουμε μεταφερθεί στο «Μικρονήσι», ένα τυπικό μικρό κυκλαδίτικο νησί, όπου ο συμπαθής πρωταγωνιστής τοποθετείται ως δάσκαλος, αλλά βασικά αναζητά τον πατέρα που τον εγκατέλειψε. Το καλοκαιρινό νησιώτικο τοπίο, η ζωή στο μοναστήρι του νησιού καθώς και η μικρή ερωτική ιστορία με τη δασκάλα του νησιού σε κάνουν να ξεχνάς ότι διαβάζεις, αν όχι ένα τυπικό αστυνομικό μυθιστόρημα, μια ιστορία μυστηρίου/ων. Οι έντονες εικόνες, οι ιδιαίτερες κοινωνικές σχέσεις στο νησί και τα έντονα συναισθήματα του ήρωα καθώς αναζητά τις  απαντήσεις του οικογενειακού του δράματος προσφέρουν μια διαφορετικού είδους απόλαυση, ένα διάλειμμα στην αστυνομικού τύπου υπόθεση.
 Μια ιστορία κλοπής που καταλήγει σε έγκλημα, λοιπόν, συναντιέται με μια ιστορία αναζήτησης ταυτότητας. Κάποιες συμπτώσεις φαντάζουν υπερβολικές αλλά όχι απίθανες φυσικά (πόσες φορές η πραγματικότητα δεν ξεπερνάει τη φαντασία;), και οπωσδήποτε δεν πρόκειται για μια συνηθισμένη πλοκή. Όταν προσπερνάς τη μέση του βιβλίου λες ότι δεν μπορεί, τώρα θα αρχίσει η «λύση». Όμως όχι. Πιστεύεις επίσης ότι έχει εξαπατηθεί ο κεντρικός ήρωας στα συμπεράσματά του, ότι κάπου αλλού βρίσκονται οι απαντήσεις, όχι εκεί που ψάχνει. Τα βήματα όμως είναι σωστά, δεν υπάρχει το εύκολο τέχνασμα της εξαπάτησης∙  το στοιχείο της τραγικής ειρωνείας  (να γνωρίζει ο αναγνώστης αυτό που δεν γνωρίζει ο ήρωας), που είναι τόσο συνηθισμένο στις ιστορίες μυστηρίου, υπάρχει σε ελάχιστο βαθμό. Οι αλλεπάλληλοι θάνατοι  επαυξάνουν την περιέργεια ενώ μ’ ένα απίστευτο κρεσέντο στις τελευταίες σελίδες  όλες οι επί μέρους υποθέσεις κλειδώνουν σε μια ικανοποιητική κατάληξη.
 Χριστίνα Παπαγγελή

Παρασκευή, Αυγούστου 25, 2017

λίγες και μία νύχτες, Ισίδωρος Ζουργός

- Βλέπετε, η αλήθεια του μυθιστορήματος είναι αυτή που μένει,
αυτή που κρατάει την αξία της.
- Όμως τι γίνεται όταν μου καταπίνει τη δικιά μου τη ζωή, την πραγματική;
Εγγύηση πια θα μπορούσε να πει κανείς ότι αποτελούν τα μυθιστορήματα του Ισίδωρου Ζουργού, που, αν και τόσο διαφορετικά μεταξύ τους  είναι τόσο απολαυστικά και τόσο αξιόλογα.  Πατώντας πάντα σ’ ένα ιστορικό υπόβαθρο που εξιτάρει τον αναγνώστη, ξεφεύγουν απ’ το τυπικό ιστορικό μυθιστόρημα∙  παρόλο που, λόγω της πλούσιας βιβλιογραφίας με τις ιστορικές -και όχι μόνο- πηγές, ο αναγνώστης προετοιμάζεται ότι θα γνωρίσει «από μέσα» κάποια σελίδα της ιστορίας, είναι σαφές ότι ο συγγραφέας θέλει να εκφράσει κάτι παραπάνω από μια απλή αναπαράσταση/ξαναζωντάνεμα  της  περιόδου όπου τοποθετεί τους ήρωές του.
Η αλήθεια είναι ότι στην αρχή οι περιγραφές της Θεσσαλονίκης του 1909, των κήπων όπου κατέφυγε ο εκθρονισμένος σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ, των φτωχογειτονιών της πολυπολιτισμικής πόλης κλπ.  με κούρασαν, αλλά το αποδίδω στο ότι μόλις είχα τελειώσει την εκπληκτική 1000σέλιδη «Ρεαλιστική τριλογία» του Machado de Assis, όπου οι περιγραφές είναι οργανικά δεμένες με την αφήγηση, κατά κάποιο τρόπο αναγκαίες κι όχι απλά στολίδια για να σχηματίσουμε ένα ζωγραφικό πίνακα.  Στον Ζουργό το σκηνικό στήνεται πιο κλασικά,  χωρίς αυτό να σημαίνει ότι  δεν είναι απαραίτητο και συναρπαστικό.
Ποιο είναι λοιπόν το σκηνικό; Όπως είπαμε, αρχικά η Θεσσαλονίκη του 1909 (το κομιτάτο του Κεμάλ «Ένωση και Πρόοδος» έχει πάρει την εξουσία μετά την επανάσταση των Νεότουρκων) όπου βρίσκεται ο έκπτωτος, γέρος πια Αβδούλ Χαμίτ ο Β΄, η «Σκια του Θεού επί της γης».  Είναι φυλακισμένος στην Έπαυλη Αλλατίνι, όπου κηπουρός είναι εδώ και χρόνια ο πατέρας του εντεκάχρονου Λευτέρη Ζεύγου, του πρωταγωνιστή.  Η πρόσβαση στην κατοικία όπου διαμένει ο πατισάχ είναι εύκολη για τον Λευτέρη, που εκτός του ότι πουλάει γαζέτες, βοηθά τον πατέρα του στην κηπουρική. Στην έπαυλη Αλλατίνι  θα αποκτήσει και τις καθοριστικές για τη ζωή του εμπειρίες: τον παθιασμένο έρωτα προς τη μουσουλμάνα Μίρζα (λατρεύει ένα κορίτσι που φύτρωσε τυχαία σ’ έναν κόσμο αλλιώτικο απ’ τον δικό του. Άλλος κόσμος δεν είναι  το Κοράνι αλλά ο παράς και η αριστοκρατία, κι αυτό ο γιος του κηπουρού το ξέρει), την προδοσία από τον πατέρα της τον Αλπερέν Μπέη, και τέλος τη φιλοδοξία να μπει και να παραμείνει στον κόσμο των πλούσιων –αυτή η τελευταία είναι που τον οδήγησε να έχει μια πολυτάραχη πορεία.
Η ζωή του Λευτέρη, που μετέπειτα θα γίνει Ευγένιος Ζιρντό, είναι λοιπόν ο βασικός άξονας του βιβλίου. Διατρέχουμε μια περίοδο που ξεκινά από το 1909, όσο ο Λευτέρης είναι μικρό παιδί, και φτάνει μέχρι τη δεκαετία του ’60∙ μια περίοδο που από μόνη της έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, ενώ ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει ο τρόπος που φτάνουν σε μας τα γεγονότα: δεν υπάρχει το καθησυχαστικό και βολικό α’ ενικό, δεν είναι δηλαδή αφηγητής ο Λευτέρης/Ευγένιος. Αντίθετα, διαμεσολαβεί ένας νεαρός «συγγραφέας», ο Ορέστης, στον οποίο ο τυφλός πια γέρος Λευτέρης/κ. Ζιρντό εμπιστεύεται την καταγραφή του βίου του. Έτσι, η κυρίως αφήγηση είναι στο γ’ ενικό, ενώ κεφάλαιο παρά κεφάλαιο έχουμε τη μεταφορά στο «σήμερα» (δεκαετία του ‘60), όπου στα «στάσιμα» αυτά συγγραφέας και πρωταγωνιστής  αψιμαχούν για τα μυστικά της συγγραφής, για τις προδοσίες της αλήθειας στις οποίες προσχωρεί κάποιες φορές η γραφή, για το πώς μια παλλόμενη ζωή γίνεται λογοτεχνία/μύθος. Ίσως αυτό το τέχνασμα έδωσε μια λύση στον πραγματικό συγγραφέα, δηλαδή στον Ζουργό, να μιλήσει για βιώματα που δεν έζησε ο ίδιος (όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία, η πυρκαγιά στη Θεσσαλονίκη), εφόσον, όπως αναφέρεται και στο ίδιο το βιβλίο, για όποιον δεν έχει πολεμήσει είναι δύσκολο να μιλήσει για τον πόλεμο. Διασώζει έτσι κατά κάποιο τρόπο μιαν αληθοφάνεια.  Βασικά, όμως,  πρόκειται για ένα -μεταμοντέρνο- εύρημα που απογειώνει το περιεχόμενο του βιβλίου, γιατί ξεφεύγει από τα γεγονότα και εστιάζει στη μνήμη των γεγονότων, και πώς αυτά αναπαράγονται/διασώζονται.
Καθώς ο Ορέστης διαβάζει στον Λευτέρη το μύθο του ίδιου του του βίου, παρακολουθούμε και την αγωνία του συγγραφέα την ώρα της γραφής (ήταν άραγε έτσι όπως τα’ βαλα στο βιβλίο; Αυτή η λεωφόρος που ακούμε τώρα τα αυτοκίνητα μοιάζει με τότε έστω για λίγο;/δεν είδα ούτε μια σύσπαση στο πρόσωπό σας, μια εκδήλωση ευαρέσκειας ή δυσαρέσκειας) αλλά και αντίστοιχα την αμηχανία του ήρωα- πρωταγωνιστή  που η ζωή του αποκτά σχήμα και γίνεται «κοινοποιήσιμη» (δεν ξέρω αν έγιναν τότε έτσι ακριβώς τα πράγματα, όμως εγώ ένιωσα τώρα και πάλι εκείνη τη στενοχώρια, κάτι να με θυμώνει και να μου ανεβάζει τους παλμούς της καρδιάς. Δεν ξέρω όμως ποιος απ’ τους δυο στάθηκε τότε πιο δυστυχισμένος, εκείνος ο Λευτέρης ή εγώ ο Ευγένιος;). Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα ο κ. Ευγένιος/Λευτέρης αμφισβητεί και την αλήθεια των γραφομένων (αυτό που άκουσα ήταν πολύ μυθιστόρημα, στη ζωή είναι αλλιώς/τα πράγματα δεν έγιναν έτσι όπως τα περιγράφεις/τι να την κάνεις την αλήθεια αφού είσαι συγγραφέας και φτιάχνεις μόνος σου όσες αλήθειες θέλεις;) για να εισπράξει την  εξαιρετική απάντηση απ’ τον νεαρό συγγραφέα: ως συγγραφέας δε θεωρώ επιτυχία μόνο ό, τι ταιριάζει στις αναμνήσεις σας. Το βιβλίο μου βάζει ένα σωρό στοιχήματα.
Πρόκειται λοιπόν για έναν πανέξυπνο τρόπο να αναδειχθούν οι λογοτεχνικές συμβάσεις («συγγραφική οικονομία», «αφηγηματικά κενά», κλπ κλπ), που προσομοιάζουν τόσο με το μηχανισμό της μνήμης, και κυρίως βλέπουμε καθαρά αυτό που στη θεωρία της λογοτεχνίας λέμε ότι το έργο αυτονομείται, όχι μόνο απ’ τον συγγραφέα του αλλά και απ’ τους ήρωές του (έτσι κι αλλιώς, η ζωή μου ήταν άλλη απ’ αυτήν που γράφεις (!)).
Στα «στάσιμα» επίσης, οι δυο κεντρικοί ήρωες σχολιάζουν το κείμενο, αναμασούν τα γεγονότα αναπλαισιώνοντας κάποιες λεπτομέρειες και δίνοντας μια πιο «πραγματική διάσταση» εφόσον δίνεται η ευκαιρία, έστω για λίγο, να μιλήσει ο ήρωας πρωτοπρόσωπα. Η συναισθηματική διάσταση δίνεται σε κάποια σημεία με αμεσότητα και μέσα από επιστολές που ανταλλάσσουν οι ήρωες. Έτσι, εμείς οι αναγνώστες συμπληρώνουμε κάπως άναρχα, πάντως όχι ακριβώς γραμμικά, τη ζωή και την πολιτεία του Ευγένιου Ζιρντό, ή καλύτερα, του Λευτέρη Ζεύγου (παρεμπιπτόντως, η ομοιότητα με το όνομα του Ζουργού είναι σύμπτωση;).

Ο βίος και η πολιτεία του Λευτέρη Ζεύγου
Ο ήρωας του Ζουργού είναι ένας Οδυσσέας του 20ου αιώνα∙  πανούργος, θαρραλέος, φιλόδοξος, όχι και πολύ ηθικός. Δυο πάθη φαίνεται να καθοδηγούν τη ζωή του: η πρώτη του αγάπη (η Μίρζα) από την οποία έφυγε διωγμένος και προδομένος και στην οποία μετά από χρόνια θα επιστρέψει πάλι (χωρίς πολλές ελπίδες να τη βρει) και το χρήμα (το χρήμα μού έλειπε, Ορέστη. Το χρήμα είναι η ίδια απάντηση σ’ αυτές τις ερωτήσεις κι άλλες τόσες). Η ανάγκη του να ανήκει στους κύκλους των πλουσίων είναι που θα τον στρέψει στο εμπόριο, αλλά είναι ο άνθρωπος που εν μια νυκτί θα τα πουλήσει όλα και θα αλλάξει τελείως ζωή για να αποφύγει ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη και οικογενειακή δέσμευση με μια γυναίκα που δεν αγαπά τόσο πολύ.
Πανέξυπνος, τυχοδιωκτικός, θαρραλέος ως θρασύς αρπάζει κάθε ευκαιρία σχεδόν με αποκοτιά, έχοντας και ως πασαπόρτι τη γαλλική γλώσσα που την ήξερε από τη μητέρα του (που πέθανε νωρίς). Μέσα από τις ευκαιρίες που αρπάζει ο Λευτέρης, ο συγγραφέας μάς δίνει μια εικόνα των καιροσκόπων που υπάρχουν πάντα, και επωφελούνται ακόμα και στις πιο ακραίες συνθήκες. Γίνεται πληροφοριοδότης του Αλπερέν πασά, μπλέκεται σε κυκλώματα μαύρης αγοράς που εκμεταλλεύονται την παραμονή συμμαχικών στρατευμάτων στη Θεσσαλονίκη πριν τη συμμετοχή της Ελλάδας στον α΄ παγκόσμιο (οι άνθρωποι της πιάτσας είχαν βρει χίλιους τρόπους να ξαφρίζουν παρά απ’ το στρατό, κι αυτό ήθελαν να συνεχιστεί),[1]και καταφέρνει να μη στρατευτεί στο Μεγάλο Πόλεμο παρά προς το τέλος του.  Αναγκάστηκε όμως να καταταχτεί στο τάγμα  των Ελλήνων που έστειλε ο Βενιζέλος κατά των μπολσεβίκων το 1919. Έτσι, τα χάνει όλα και από τη Θεσσαλονίκη βρίσκεται στο λιμάνι του Σταυρού, στο 34ο Σύνταγμα του Στρυμονικού για το μακεδονικό Μέτωπο, κι από κει μέσω των Στενών στην Οδησσό και στην Ουκρανία (θα σου μιλήσω Σαλονικιέ έξω απ’ τα δόντια, γιατί νομίζω ότι έχεις τιμή και κρατάς το στόμα σου κλειστό. Πάμε εκεί που δείχνει η γαλλική πολιτική γιατί επείγεται να προστατεύσει τα συμφέροντα των Γάλλων κεφαλαιούχων στη Ρωσία. Είναι τόσο απλό και τόσο απαίσιο μαζί. Εκεί στην Ουκρανία που θα περπατάς, ίσως σε κομματιάσει καμιά οβίδα μόνο και μόνο για να μην υπάρξει αταξία στη μεγάλη εισαγωγή σε χαβιάρι και γούνες που κάνει το Παρίσι).
Νομίζω ότι οι σελίδες που αφορούν τον πόλεμο αυτό όπως και τη λιποταξία του Λευτέρη, που συνάντησε και τακίμιασε μ’ έναν άλλο Γάλλο λιποτάκτη, τον Νατόν, και κατέφυγαν στο Βασιλίνοβο (Μεσημβρινή Ρωσία, τόποι αχαρτογράφητοι) όπου τους έκρυψε η Γιορντάνκα, μια περίεργη γιαγιά που αποδείχτηκε μάνα του αρχηγού του στρατού του Μαχνό (αναρχικοί αντάρτες που είχαν συμμαχήσει πρόσφατα με τους μπολσεβίκους ενάντια στους λακέδες των γαιοκτημόνων, που πολεμούσαν στο πλευρό του στρατηγού Ντενίκιν), είναι από τις πιο γλαφυρές. Μόνο η περιγραφή των σπιτιών (ήταν κυριολεκτικά βυθισμένα μέσα στη γη. Έμπαινες, κι ύστερα από λίγα μέτρα υπήρχαν καμιά δεκαριά σκαλιά που σε οδηγούσαν κάτω απ’ το έδαφος. Εκεί έβρισκες ανέλπιστα ζέστη, καθώς υπήρχε ένας μεγάλος φούρνος σε ξεχωριστό δωμάτιο που έκαιγε συνέχεια/τέτοιο ήταν το σπίτι της γριάς Γιορντάνκα: μια ζεστή τρύπα της γης) σε μεταφέρει σ’ έναν κόσμο τόσο διαφορετικό.  
Ο Λευτέρης, μετά την ήττα των Γάλλων στον πόλεμο της Ουκρανίας εξαφανίστηκε  και επέστρεψε στο Παρίσι με άλλο όνομα, ως Ευγένιος Ζιρντό. Η φιλοδοξία του (τι έχουν αυτοί παραπάνω από μας, μου λες;) τον απομακρύνει απ’ τον φιλήσυχο σύντροφό του στη λιποταξία, τον Νατόν (με την κλαψιάρικη ηθικολογία του), και τον οδηγεί σε συνεργασία με σκοτεινά κυκλώματα (π.χ. εμπόριο όπλων). Η ιδεολογία του γίνεται εξίσου σκοτεινή: όλος ο κόσμος είναι μια στέπα∙ για να σώσεις το τομάρι σου, πρέπει να γίνεις λύκος/γίνε λύκος για να ζήσεις, πόσες φορές θα στο πω;    
Οι αντισημιτικές  και αντικομμουνιστικές πινελιές που πετάει ο Ευγένιος Ζιρντό  ζωγραφίζουν έναν αντι- ήρωα, ωστόσο με πολλή αληθοφάνεια. Δεν είναι συμπαθής ο πρωταγωνιστής, τουλάχιστον σ’ αυτή τη φάση. Ταυτίζεται με την ιδεολογία του Ζαχάρωφ (τον «πιο ισχυρό άντρα της Γαλλίας) στον οποίο διατυμπανίζει: αυτά τα όνειρα των εργατών και των αγροτών είναι παραμύθια που τα έφτιαξαν κάποιοι ευφάνταστοι Εβραίοι και τα σερβίρουν στον κοσμάκη. Συστήνεται ως «επιχειρηματίας εκ Παρισίων», γίνεται άδικος και μωροφιλόδοξος.  Στο επαναλαμβανόμενο ερώτημα «τι φοβάσαι Λευτέρη;» θα δώσει κάποια στιγμή την απάντηση «τη φτώχεια», και ο φόβος αυτός θα τον πάει στη, Μασσαλία, στην Αμβέρσα, ενώ η συμπάθειά μας επιστρέφει όταν θα επιδιώξει να συναντήσει την πρώτη του αγάπη (είχε την κούραση μιας χαράς που άργησε πολύ). Στο μεταξύ θα αγαπήσει τρεις τέσσερις γυναίκες, με διαφορετική ένταση και τρόπο την καθεμιά, όμως ο συγγραφέας Ορέστης είναι λακωνικός, συμφωνώντας εδώ με τον εργοδότη του (στην πραγματικότητα, ποτέ δεν είναι αρκετά. όσα γράφει Στον έρωτα η αίσθηση του χρόνου φουσκώνει και ξεφουσκώνει σα σωσίβιο). Ενώ το έγκλημα που θα διαπράξει προς το τέλος είναι μάλλον υπερβολικό, ιδιαίτερα ο τρόπος με το οποίο  δικαιολογείται  ο ίδιος στο θύμα.
Δεν είναι τυχαίο που ο πλαστός συγγραφέας, ο Ορέστης, μπλέκει στην πλαστή βιογραφία με δική του πρωτοβουλία (παρά τη δυσαρέσκεια  του αφεντικού του) τον… Γιούγκερμαν, μια περσόνα του ήρωα αλλά όπως φαίνεται και του Ζουργού. Το βαθύτερο στοιχείο που συνδέει τους δυο «δια-μυθιστορηματικούς» ήρωες, πέρα απ’ το ότι κι οι δυο πήραν μέρος στην εκστρατεία στην…. Ουκρανία,  είναι ένας ιδιότυπος αμοραλισμός, μια ξεχωριστή αντίληψη για την «ελευθερία» που τους κάνει να τα τινάζουν όλα στον αέρα. Μεγάλα ελαττώματα σε συνδυασμό με μεγάλες αρετές. Έτσι, όπως κι ο ατίθασος Γιούγκερμαν, ο ώριμος πια Λευτέρης/Ζουργός της δεκαετίας του ΄40 θα απαλλαγεί από τα στερεότυπά του, θα φτάσει στο σημείο μέχρι και να κρύψει και να μεγαλώσει μια εβραιοπούλα κάτω απ’ τη μύτη του Γερμανού που είχε κάνει επίταξη στο σπίτι του. Ο θάνατος του Βάσια το 1942 θα δώσει την ευκαιρία στον πλαστό Ζιρντό να του απευθύνει εξομολογητικές επιστολές, εκφράζοντας άμεσα κάθε φορά τη συναισθηματική του κατάσταση (αγαπητέ μου Βάσια, θέλω πολύ να σε ρωτήσω, αν και ξέρω ότι οι απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα αργούν, πώς είναι κάποιος να μην είναι; πώς είναι η ανυπαρξία; πώς είναι να μην είσαι;).
Τέλος, η παράφραση του «Χίλιες και μια νύχτες» του τίτλου μεταφέρουν το παραμυθένιο κλίμα του έρωτα που κυριαρχεί στη ζωή του ήρωα και σ’ όλο το βιβλίο, και τονίζουν την εστίαση στις «λίγες νύχτες» της ερωτικής έξαψης  και τη μία, μοναδική νύχτα του τέλους.

Χριστίνα Παπαγγελή

[1] Γαργαλιστική ιστορική λεπτομέρεια: τα συμμαχικά στρατεύματα που περίμεναν στη Θεσσαλονίκη την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο, ο Κλεμανσό τα  αποκαλούσε «οι κηπουροί της Θεσσαλονίκης (!), γιατί σκάβουν όλη μέρα γύρω απ’ την πόλη κι ολοένα στήνουν πασσάλους, αντίσκηνα κι ανοίγουν τάφρους.

Τρίτη, Ιουνίου 27, 2017

Η κρύπτη των Καπουτσίνων, Joseph Roth

Η αγάπη στην Παλιά Αυτοκρατορία και η κατάρρευση της πολυεθνικής Αυστροουγγαρίας των Αψβούργων είναι πάλι το θέμα του νοσταλγού του παρελθόντος  Γιόζεφ Ροτ, που στο βιβλίο αυτό συμπληρώνει κατά κάποιο τρόπο το αριστουργηματικό «Εμβατήριο του Ραντέτσκι», δίνοντας όμως αυτή τη φορά κάτι πιο ευσύνοπτο, πιο ανάλαφρο και συγκροτημένο.  Τα δυο βιβλία άλλωστε επικοινωνούν εσωτερικά, εφόσον ο κύριος πρωταγωνιστής στην «Κρύπτη των Καπουτσίνων» ανήκει κι αυτός στη σλοβενική οικογένεια Τρόττα, που για τρεις γενιές πρωταγωνίστησαν στο Εμβατήριο του Ραντέτσκι.
Ο γνωστός φιλομοναρχισμός του Ροτ  βρίσκεται και πάλι στο παρασκήνιο, και αναρωτιέται κανείς, όπως και στην περίπτωση του Σελίν, τι είναι αυτό που κάνει αυτούς τους τόσο συντηρητικούς ιδεολογικά λογοτέχνες (ο Σελίν μάλιστα ήταν και απαράδεκτα σφοδρός αντισιμίτης) να υπερβαίνουν με το γράψιμό τους την αντιδραστική και  κοντόφθαλμη πολιτική τους στάση. Και δεν είναι βέβαια το «λογοτεχνικό γράψιμο», η τεχνική, τα καλολογικά στοιχεία οι εύστοχες ωραίες διατυπώσεις!!!  Είναι ότι στη βαθύτερή του ουσία, το περιεχόμενο αυτονομείται, έρχεται σε αντίθεση με την οπισθοδρομική (φασιστική στην περίπτωση του Σελίν) πολιτική επιλογή, σα να υπονομεύει, σα να σαρκάζει από μέσα (π.χ. ενώ ο αφηγητής- ήρωας εκφράζει απερίφραστα την αγάπη του για τον παλιό κόσμο, λέει: μόνο αυτός (ο Χοζνίτσκι) ήταν σε θέση να υπερνικήσει την πανάρχαιη, παραδοσιακή και τόσο αποτελεσματική αντίσταση που ήταν ικανοί να προβάλουν οι υπάλληλοι της αυστριακής αυτοκρατορίας: με απειλές, με τη βία, με πονηριά και δόλο, με τα όπλα δηλαδή ενός παλαιού κι από καιρό βουλιαγμένου κόσμου, του δικού μας). Έτσι, στην περίπτωση τουλάχιστον του Ροτ, μπαίνουμε στην καρδιά ενός κόσμου που καταρρέει, και συνειδητοποιούμε με ποιον τρόπο ακριβώς αυτός ο πολυδιασπασμένος (σε έντεκα εθνότητες) κόσμος κρατιόταν στέρεος από έναν μύθο, τον ρομαντικό μύθο του απόλυτου μονάρχη. Φαίνεται άλλωστε ξεκάθαρα, σε πολλά σημεία του κειμένου, μια κοινωνική ευαισθησία που εντοπίζει τις κοινωνικές ανισότητες σαφώς υπέρ των φτωχών τάξεων (στους βιεννέζους συνομήλικους του ο αφηγητής αναφέρεται με τον χαρακτηρισμό: βουτυρόπαιδα της κακομαθημένης, της πολυτραγουδισμένης βασιλικής και αυτοκρατορικής μας πόλης, που σαν λαμπερή πλανεύτρα αράχνη καθόταν θρονιασμένη στη μέση του πελώριου μαυροκίτρινου ιστού της και ρουφούσε ασταμάτητα δύναμη και χυμούς και λάμψη από τις χώρες της επικράτειάς της. Με τους φόρους που πλήρωνε ο φτωχός μου ξάδερφος, ο καστανάς Γιόζεφ Μπράνκο Τρόττα από το Σιπόλιε. Με τους φόρους που πλήρωνε ο φουκαράς Εβραίος αμαξάς Μάνες Ράιζινγκερ από το Ζλότογκροντ κλπ κλπ). Ο Ροτ αναδεικνύει με πάθος όλες αυτές τις εθνικές ομάδες που πιστεύει ότι «συντηρούν γενναιόδωρα την Αυστρία». Γράφει μάλιστα χαρακτηριστικά: όσο πιο φτωχοί, τόσο πιο γενναιόδωροι. Τόση στέρηση, τόσος πόνος –θυσία, χάρισμα και δώρο, με τη θέλησή τους, σαν να’ ταν κάτι αυτονόητο. Χωρίς αυτή την απίστευτη κι ασταμάτητη αυτοθυσία το Κέντρο της Μοναρχίας δεν θα’ χε αναγνωριστεί από τον κόσμο όλο ως η πατρίδα της χάρης, της χαράς και του πνεύματος.
Η ρομαντική αυτή αντίληψη βασίζεται σ’ ένα γεγονός που φαίνεται πολύ ξένο στη δική μας -ελληνική- κουλτούρα, αλλά απ’ ό, τι φαίνεται χαρακτήριζε όλους αυτούς τους υπήκοους του αυστροουγγρικού/γερμανικού κράτους: η υπακοή στο Κράτος, η προσήλωση στον βασιλιά. Η προσήλωση του Ροτ άλλωστε  στο ρομαντικό ιδεώδες είναι συνειδητή και καταγεγραμμένη (αν και δεν παραδέχεται αυτούς τους «ξεπερασμένους χαρακτηρισμούς», αλλά «αν κάποιος επιμένει να τους ασπάζεται…»): πιστεύω και το’ χω διατυπώσει πολλές φορές ότι ο λεγόμενος ρεαλιστής άνθρωπος στέκει πάντα σαν πύργος κλειστός στη μέση του κόσμου τούτου, σαν τσιμεντένιο τείχος δίχως χαραμάδες. Ενώ αυτός που τον λέμε ρομαντικό, μοιάζει με κήπο ανοιχτό, όπου η αλήθεια μπαινοβγαίνει όποτε θέλει και της αρέσει…
Επίσης, ο συντηρητισμός του Ροτ περιορίζεται στην εμμονή του στη μοναρχία των Αψβούργων, ενώ δεν φαίνεται πουθενά αντίστοιχη προσήλωση στη θρησκεία (ο Σέρβους μάλιστα δηλώνει άθεος) και φαίνεται και αρκετά ενημερωμένος ως προς το γυναικείο κίνημα που μόλις είχε αρχίσει να ξυπνά.

Ο ήρωάς μας λοιπόν, ο Φραντς Φερντινάντ (καθόλου τυχαίο το όνομα Φραγκίσκος Φερδινάνδος, τον φωνάζουν μάλιστα «Σέρβους»!), μιλώντας σε μεταγενέστερο χρόνο σε α΄ενικό, μάς μεταφέρει το πνεύμα της μεταιχμιακής αυτής εποχής, της μετάβασης από το μεγαλείο στην παρακμή, από την εποχή των πολυεθνικών αυτοκρατοριών -όπου η αφοσίωση στον αυτοκράτορα «ενώνει» τις διαφορές-  στους εθνικισμούς του 20ου αιώνα.  Μέσα από την αφήγηση του νεαρού αφελούς αριστοκράτη, διατρέχουμε την περίοδο από τα πρόθυρα του Α’ παγκοσμίου πολέμου (δεν έχει ακόμη πεθάνει ο Φραγκίσκος Ιωσήφ)  στην προσάρτηση της Αυστροουγγαρίας στη Γερμανία[1]  μετά την επικράτηση του ναζιστικού κόμματος.
 Έχει ιδιαίτερη σημασία ότι η σλοβενική οικογένεια Τρόττα κατάγεται από το Σιπόλιε (ένα χωριό της Ανατολικής Γαλικίας που δεν υπάρχει πια), και όπου κοντά βρίσκεται η ιδιαίτερη πατρίδα του συγγραφέα. Δεν είναι τυχαίο που η πατριδολατρία του συγγραφέα έχει επίκεντρο την αυστροουγγρική περιφέρεια, όχι τη Βιέννη (ποιος το τραγουδάει το «Ζήτω ο βασιλεύς»; Οι Σλοβένοι, οι Πολωνοί κι οι Ρουθένοι της Γαλικίας, οι Εβραίοι της Μπρατισλάβας, οι ζωέμποροι από την Μπάτσκα, οι μουσουλμάνοι απ΄ το Σεράγεβο, οι καστανάδες του Μόσταρ… (…) Η καρδιά της Αυστρίας  δεν είναι το κέντρο, είναι η περιφέρεια). Έχει επίσης σημασία που όλες αυτές οι εθνότητες (Σλοβένοι, Ρουμάνοι, Κροάτες, Σέρβοι, Ρουθένοι, Βόσνιοι, Σουαβοί, Σάξονες) υποφέρουν κάτω από τον ζυγό των Μαγυάρων (Ούγγρων), κατά μία έννοια, ενώ όλοι, ακόμα και οι Εβραίοι της Γαλικίας της εποχής θαυμάζουν τους Γερμανούς (όπως κι ο ίδιος ο Ροτ, που ήταν Εβραίος και φανατικός αντιναζιστής βέβαια- όπως όλοι οι φιλομοναρχικοί, αλλά θαυμαστής της γερμανικής κουλτούρας). Ο Ροτ μέσα απ’ τους ήρωές του σκιαγραφεί όλες τις αντιθέσεις με τις αποχρώσεις τους, όπως το ότι την εποχή εκείνη τουλάχιστον, οι αριστοκράτες δεν μισούσαν ακόμη τους Εβραίους, αλλά ο αριστοκρατικός αντισημιτισμός είχε γίνει μόδα για τους θυρωρούς, τους μικροαστούς, τους καπνοδοχοκαθαριστές, τους ταπετσέρηδες/ήταν αδύνατον και για την κοινωνία, στην οποία ανήκα, να περιφρονεί έναν Εβραίο  -απλούστατα επειδή τον περιφρονούσε ήδη ο θυρωρός μου).

 Ο Σέρβους είναι ανιψιός του ήρωα του Σολφερίνο (του παππού Τρόττα  που στα νιάτα του έσωσε τη ζωή του Φραγκίσκου Ιωσήφ στο άλλο βιβλίο), αλλά δε φαίνεται να έχει πολλές σχέσεις με την οικογένεια του θείου του.  Έχοντας πάρει ως κληρονομιά από τον «αντάρτη και πατριώτη» πατέρα του -που πέθανε νέος- την ιδεολογία του υπέρ των Σέρβων  (ονειρευόταν ένα σλαβικό βασίλειο, υπό την κυριαρχία των Αψβούργων. Ονειρευόταν μια τριπλή μοναρχία, Αυστριακών, Ούγγρων και Σλάβων, άλλωστε δεν είναι τυχαίο που τον γιο του τον ονόμασε Φραγκίσκο Φερντινάντο), ζει στη Βιέννη κάτω από τη σκιά μιας μητέρας αριστοκράτισσας, περιχαρακωμένης, παγερής, αυστηρής (εγώ, όμως ένιωθα σε όλη μου τη ζωή ένα είδος ιερής ντροπής για τη μητέρα μου, κάτι σαν δέος, που προτιμούσα ωστόσο να το καταπνίγω/διαισθανόμουν ότι η μητέρα μου μιλούσε τόσο λίγο μαζί μου επειδή δεν ήθελε να της πω πράγματα για τα οποία θα ήθελε να με μαλώσει). Αυτή την παγερή οικογενειακή ατμόσφαιρα την βλέπουμε και στο Εμβατήριο του Ραντέτσκι, με τον πατέρα να πρωταγωνιστεί αυτή τη φορά και θεωρείται απόλυτα φυσιολογικά εσωτερικευμένος ο σεβασμός, η υπακοή και η πειθαρχία. Στην «Κρύπτη των Καπουτσίνων» ο συγγραφέας ανατέμνει όχι μόνο τη σχέση του ήρωά του με τη χήρα μάνα, αλλά και με τη μάνα που γερνάει.
Ίσως αυτό που μας κάνει να ξεχνάμε τον ιδιότυπο πατριωτισμό-φιλομοναρχισμό του Ροτ είναι ότι δεν αγνοεί την ταξική διάκριση της κοινωνίας, αντίθετα οι κοινωνικές του επισημάνσεις και η διεισδυτικότητά του στα κοινωνικά στρώματα είναι απαράμιλλη. Η προτίμηση του Σέρβους στις συναναστροφές με επαρχιώτες είναι εμφανής  και την εκδηλώνει ανοιχτά στη συμπάθειά του στον ξάδερφό του Γιόζεφ Μπράνκο (γεωργό το καλοκαίρι, καστανά τον χειμώνα που γύριζε όλο το χρόνο τις επαρχίες, αλλά κυρίως απατεωνίσκο) σε τέτοιο βαθμό, που νιώθει άσχημα να τρώει π.χ. για πρωινό κρουασάν με καφέ όταν ο ξάδερφός του –κατά τις σλοβενικές συνήθειες- έτρωγε σούπα με πατάτες (καθώς ρουφούσε τη σούπα του έμοιαζε να μ’ έχει ξεχάσει τελείως. Αφοσιωμένος, παραδομένος στο αχνιστό πιάτο που κρατούσε στα λεπτά του δάχτυλα, έδινε την εικόνα ανθρώπου που σέβεται την όρεξή του και τη θεωρεί αίσθηση ευγενική∙ ανθρώπου που δεν πιάνει το κουτάλι στα χέρια του, απλώς και μόνο επειδή του φαίνεται πιο ευγενικό να τρώει τη σούπα του απευθείας απ’ το πιάτο. Ναι, βλέποντάς τον να ρουφάει έτσι τη σούπα, μου φάνηκε ακατανόητη αυτή η γελοία επινόηση των ανθρώπων, το κουτάλι). Όλα όσα έχει  Σλοβένος ξάδερφος τον μαγεύουν, κι όταν γνωρίζει τον φίλο του Εβραίο αμαξά από το Ζλότογκροντ, φιλοξενείται εκεί λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος κι όλα τον ενθουσιάζουν (ήμουν τότε νέος και μου άρεσαν τα πάντα. Ήμουν νέος). Γι’ αυτό κι όταν έφτασε η ώρα της επιστράτευσης, έκανε τα αδύνατα δυνατά για να καταταγούν οι τρεις μαζί στο 35ο Σύνταγμα Εθνοφρουράς. Κι εκεί φαίνεται να προτιμά τους αξιωματικούς που δεν είναι τα παραχαϊδεμένα παιδιά της Βιέννης, αλλά γιοι μαστόρων, ταχυδρόμων, χωροφυλάκων, μικροκτηματιών και απλών κολλίγων.
Έτσι, μπορούμε να πούμε ότι ο Σέρβους βιώνει μια αντίθεση, τον αριστοκρατικό, κουρασμένο κόσμο της Βιέννης από τη μια, που χαρακτηρίζεται από την πλήξη των νεαρών φοιτητών (τον καιρό εκείνο, λίγο πριν τον Μεγάλο Πόλεμο, ήταν της μόδας μια ειρωνική έπαρση, μια αυτάρεσκη παραδοχή της λεγόμενης «παρακμής», μια μισοαληθινή και μισοπροσποιητή υπερβολική κούραση, μια αναίτια πλήξη) κι απ’ την άλλη την αγάπη στην επαρχία, όπου αναγνωρίζει το «πνεύμα τη Παλιάς Μοναρχίας (κάτι απέραντο και πολύχρωμο κι όμως γνώριμο και οικείο). Βλέπει τους συντρόφους του, τα παραχαϊδεμένα παιδιά της Βιέννης ως άκακα, ανόητα, αφελή παιδιά που η αφέλειά τους άγγιζε τα όρια της γελοιότητας. Η ανέμελη ατμόσφαιρα της Βιέννης στις παραμονές του πολέμου και η άμυαλη νιότη (που έβρισκε τη θλίψη το ίδιο σαγηνευτική με το γλέντι και τη χαρά) κάνουν τον ήρωα να ακολουθήσει τον συρμό και λίγο πριν στρατευτεί να παντρευτεί, κάτι που το συνήθιζαν όλοι πριν πάνε στον πόλεμο παρόλο που αυτοί οι ανέμελοι φίλοι του της Βιέννης, τον έρωτα τον θεωρούσαν παραστράτημα, τον αρραβώνα αποπληξία και το γάμο ανίατη ασθένεια. Έτσι παντρεύεται 16 μόνο ώρες πριν φύγει για τον στρατό χωρίς καμιά όρεξη για γάμο, ούτε για αναπαραγωγή! Γιατί άραγε; Ο γάμος μας έκανε να δείχνουμε πιο ευγενείς απ΄ όσο ήμασταν ήδη χάρη στη θυσία μας. Ο γάμος έκανε το θάνατο λιγότερο επικίνδυνο, λιγότερο φριχτό.
Είναι γνωστή, από τους διαλόγους του με τον Τσβάιχ, η απέχθεια του συγγραφέα στην ψυχολογία και την ψυχανάλυση (από την εισαγωγή στην αγγλική έκδοση, του Michael Hofmann: οι θεωρίες και η πρακτική του Φρόυντ ήταν για κείνον άχρηστες). Έλεγε μάλιστα «Τα πάθη και τα πιστεύω είναι μπερδεμένα στα μυαλά και στις καρδιές των ανθρώπων. Ψυχολογική συνέπεια δεν υπάρχει». Κι όμως  η περιγραφή προσώπων και χαρακτήρων προδίδει βαθιά γνώση και αγάπη σε τόσο διαφορετικούς τύπους ανθρώπων, πέραν του ότι η γλαφυρότητα και η ειρωνική απόσταση της διατύπωσης γαργαλάει κυριολεκτικά τον αναγνώστη (ήταν άνθρωπος πράος και μου’ δειχνε ευγνωμοσύνη για κάθε ευγενική ματιά που του χάριζα. Μου άρεσε το γέλιο του, τα γερά κάτασπρα δόντια του, που άστραφταν κάτω απ’ το κοντό κορακάτο μουστάκι του, και τα μάτια του που έμοιαζαν σπίθες όταν τα μισόκλεινε/ με την πυκνή μαύρη γενειάδα του, αντικριστά στον ήλιο που μόλις ανέτελλε, με τη χοντροκομμένη πουκαμίσα του, με τα’ αχτένιστα σγουρά μαλλιά του, έμοιαζε δάσος παρθένο, άνθρωπο πρωτόγονο, κομμάτι της προϊστορίας, κάτι που είχε μπερδευτεί κι είχε ξεμείνει πολύ πέρα από το χρόνο του το σωστό, ένας θεός ήξερε γιατί). Χαρακτηριστικό είναι κι ότι η περιγραφή δεν γίνεται για την περιγραφή, που κι αυτό είναι θεμιτό και σύνηθες, αλλά εξυπηρετεί συνήθως μια πιο πολύπλοκη αναγκαιότητα (π.χ. τα ανοιχτόχρωμα, σχεδόν δίχως τσίνορα μάτια του, που έμοιαζαν ανίκητα από ύπνο, νύστα, κούραση, με κοίταζαν απόμακρα, ξένα, σαν να μας χώριζε το γυαλί μιας ολόκληρης απεραντοσύνης. Όχι θλιμμένα πάντως, όχι. Ήταν πιο πέρα από τη θλίψη. Ήταν απελπισμένα). Και οι ψυχολογικές πινελιές είναι αξεπέραστες… (με πλημμύρισε τρυφερότητα, η προδοτική, μοιραία, αντρική τρυφερότητα).
Αλλά και οι συνθήκες που περιγράφει ο αφηγητής είναι τραγελαφικές, και το ύφος είναι ανάλογο –απολαυστικό ακόμα κι όταν περιγράφει  απίθανες ή αβάσταχτες καταστάσεις (π.χ. οι παπάδες εκείνες τις μέρες δούλευαν το ίδιο γρήγορα με τους φουρνάρηδες, τους κατασκευαστές όπλων, τους σιδηροδρομικούς υπαλλήλους και τους ράφτες που έραβαν τις στολές του στρατού). Αρχικά καταπιάνεται με το μάλλον μπερδεμένο καθήκον του εντοπισμού του 35ου Συντάγματος.  Άλλωστε, η εμπόλεμη υπηρεσία του Σέρβους κρατά ελάχιστο χρόνο. Με την πρώτη μάχη οι τρεις τους πιάνονται αιχμάλωτοι των Ρώσων, όπου η απολαυστική αφήγηση συνεχίζεται (πρόθυμα δέχομαι τη μοίρα του αιχμαλώτου –όχι, όμως, κι εκείνη του αφηγητή της αιχμαλωσίας) μέσα από απίστευτες καταστάσεις.
Γυμνός επιστρέφει σπίτι τα Χριστούγεννα του 1918, ο Σέρβους (το πηλήκιό μου ήταν γυμνό, του είχαν βγάλει τη ροζέτα. Κι εγώ γυμνός ήμουν. Γυμνές οι πέτρες, οι τοίχοι, οι στέγες. (…) Ήταν αξιοθρήνητο, αυτό μόνο. Ήταν το τέλος. Η προσγείωση στην πραγματικότητα της ήττας (θυμήθηκα το παλιό όνειρο του πατέρα μου, το όνειρο της τρπλής μοναρχίας –και την επιθυμία του –τι λέω; την απόφασή του να το πραγματοποιήσω εγώ) ήταν ανώμαλη και οι συνθήκες  που βρήκε όταν γύρισε (τη μάνα του και τη γυναίκα του, Ελίζαμπετ ) εξίσου απίθανες(η Ελίζαμπετ π.χ. έχει σχέση με μια γυναίκα!).
Ο πόλεμος είναι αυτός που σηματοδοτεί το τέλος της εποχής που νοσταλγεί ο Τρόττα/Ροτ. Άλλωστε και το σύμβολο της αυτοκρατορίας, ο Φραγκίσκος Ιωσήφ έχει πεθάνει. Αλλά η ταφόπλακα του ονείρου της «τριπλής μοναρχίας» ήταν η ήττα και η άνοδος του ναζισμού. Η γενιά του Σέρβους, οι νικημένοι στρατιώτες που ξεκίνησαν άμυαλοι έναν ηρωικό πόλεμο, γυρίζοντας στα σπίτια τους νιώθουν άδειοι, αγιάτρευτα στείροι, με παράλυτα λαγόνια, μια γενιά ταμένη του θανάτου, που ο θάνατος την είχε περιφρονήσει. Ο Ροτ μέσα απ’ τον ήρωά του αποχαιρετά με πολλή οδύνη μια ολόκληρη ιστορική περίοδο (φτάσαμε ν’ αγαπούμε ακόμα και την ίδια τη δυστυχία μας, όπως αγαπάει κανείς τον πιστό εχθρό του), και δεν είναι τυχαίο που στην τελευταία σκηνή, όταν η «νέα γερμανική λαϊκή κυβέρνηση»  έχει επικρατήσει, ο ήρωας καταφεύγει στην Κρύπτη των Καπουτσίνων, το σύμβολο της παλιάς αυτοκρατορίας.
Χριστίνα Παπαγγελή




[1] Από την wikipedia: Η Αυστροουγγαρία (γερμ. Österreich-Ungarn, ουγγρ. Osztrák–Magyar Monarchia), γνωστή επίσης ως Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία ή Δυαδική Μοναρχία, ήταν ένα διττό συνταγματικό μοναρχικό κράτος η έκταση του οποίου κάλυπτε όλη την Κεντρική Ευρώπη που διατηρήθηκε από το 1867 ως το 1918, όταν με τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου τo μεν πολίτευμά του καταλύθηκε, η δε έκτασή του κατακερματίστηκε. Όντας μία πολυεθνική αυτοκρατορία σε μία εποχή εθνικιστικού αναβρασμού, η πολιτική της ζωή κυριαρχήθηκε από εθνικιστικές διαμάχες ανάμεσα στις έντεκα κύριες εθνικές ομάδες (λαούς) που κατοικούσαν στα εδάφη της. Η οικονομική και πολιτική της ζωή χαρακτηρίστηκε από τη γρήγορη οικονομική ανάπτυξη και πολλές φιλελεύθερες και δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις. Οι Αψβούργοι βασίλευαν ως αυτοκράτορες της Αυστρίας στο δυτικό και βόρειο τμήμα της χώρας και ως βασιλείς της Ουγγαρίας στο Βασίλειο της Ουγγαρίας, που απολάμβανε ένα βαθμό αυτοκυβέρνησης και αντιπροσώπευσης στα κοινά ζητήματα (κυρίως εξωτερικές σχέσεις και άμυνα). Η ομοσπονδία είχε το πλήρες όνομα: «Τα Βασίλεια και οι Χώρες που Αντιπροσωπεύονται στο Αυτοκρατορικό Συμβούλιο και οι Χώρες του Ιερού Ουγγρικού Στέμματος του Αγίου Στεφάνου».