Παρασκευή, Απριλίου 13, 2007

Σαραμάγκου Ζοζέ, Περί τυφλότητας

Η βασική πλοκή είναι τελείως υποθετική- φανταστική, ενώ αντίθετα η περιγραφή καθαρά ρεαλιστική και πολύ αναλυτική (όπως άλλωστε και στο «Η σπηλιά»): Κάποιος πολίτης μιας ανώνυμης πόλης τυφλώνεται ξαφνικά καθώς οδηγεί, κι αυτή η τύφλωση σαν επιδημία μεταδίδεται σε όποιον έχει επαφή μαζί του. Ο Σαραμάγκου, δηλαδή, ξεκινά απ’ αυτή το υποθετικό δεδομένο κι εκτυλίσσει σαν νήμα το τι μπορεί να επακολουθήσει αυτή την τρομακτική εκδοχή: τι μπορεί άραγε να συμβεί σε μια πολιτεία αν ενσκήψει μια τέτοια επιδημία; Πώς θα διαμορφωθούν οι ανθρώπινες σχέσεις;
Η συνέχεια γίνεται όλο και πιο τρομακτική και καταντά εφιαλτική, καθώς η πολιτεία, για να προστατεύσει του πολίτες της, βάζει σε καραντίνα τους ήδη τυφλούς, αλλά κι όσους έχουν ήδη έλθει σ’ επαφή μαζί τους. Οι τυφλοί περιέρχονται σιγά-σιγά σε ζωώδη κατάσταση καθώς δεν έχουν στοιχειώδεις ανέσεις (καθαριότητα κ.λ.π.) αλλά κι επειδή οι στρατιώτες που τους φυλάνε είναι απρόθυμοι να βοηθήσουν, μέχρι που γίνονται αρνητικοί κι εχθρικοί, απ’ τον πανικό μήπως κολλήσουν.
Όπως και στη «Σπηλιά», μέσ’ απ’ την απόλυτη απελπισία και το σκοτάδι αρχίζει σιγά-σιγά ν’ αχνοφέγγει μια αχτίδα ελπίδας- αισιοδοξίας, που προέρχεται από την ατομική αντίσταση, από τη δύναμη της προσωπικότητας. Μέσ’ από ένα πλέγμα ζωωδών παρορμήσεων, επιθετικότητας, εξευτελισμών και φρίκης κατορθώνει η ομάδα της γυναίκας του γιατρού (που -ω του θαύματος- δεν προσβλήθηκε από την αρρώστια) να διασωθεί – έτσι κι αλλιώς, κάποια στιγμή όλη η πόλη έχει βυθιστεί στην τυφλότητα, όλα έχουν παραλύσει, όλοι βρίσκονται σε κτηνώδη κατάσταση.
Είναι συγκλονιστικές οι στιγμές «κάθαρσης», όπου οι βασικοί ήρωες πλένονται, εξανθρωπίζονται (βλ. σκηνή όπου πίνουν «καθαρό» νερό από τα κρυστάλλινα ποτήρια). Το τέλος είναι απροσδόκητο (αλλά δεν φαίνεται να έχει σημασία, τουλάχιστον για μένα): ένας- ένας ξαναβρίσκει το φως του, εξίσου ξαφνικά όπως το έχασε.
Το όλο βιβλίο προσφέρεται για ερμηνείες που στρέφονται στην αλληγορική διάσταση της υπόθεσης. Όλο θα μπορούσε να το εκλάβει ο καθένας ως μια τεράστια αλληγορία. Δε μ’ αρέσει μια τέτοια προσέγγιση και μάλλον μου χαλάει τη «μαγεία» και την απόλαυση. Το είδα ως ένα ψυχολογικό πείραμα, κι ο Σαραμάγκου, με τη διεισδυτικότητα της γραφής του μ’ έπεισε ότι «κάπως έτσι θα εξελίσσονταν οι κοινωνίες αν συνέβαινε κάτι τόσο απλό, όπως μια επιδημία τύφλωσης». Αυτό το οικοδόμημα που λέγεται πολιτισμός, είναι κάτι τόσο σαθρό, που εύκολα μπορεί να σωριαστεί σαν να’ ναι σωρός από αλάτι.
Με γοητεύει αυτός ο συνδυασμός μηδενισμού- αμοραλισμού αλλά και απέραντης θέλησης για ζωή. Είναι μια κοσμοθεωρία, βέβαια, στην οποία καλείσαι να συμφωνήσεις.
Χριστίνα Παπαγγελή

3 σχόλια:

nik.g είπε...

είδες την ταινία; το βιβλίο δεν το έχω διαβάσει, διαβάζω το περί θανάτου, έχει αντίστοιχα ερωτήματα, θα ήθελα να ακούσω την άποψή σου για την ταινία και πόσο σου χαλάει την εικόνα που έχεις δημιουργήσει με τη φαντασία σου πάνω στο βιβλίο.

Χριστίνα είπε...

Όχι ακόμα, σκοπεύω όμως να τη δω σύντομα, αν και όπως έγραψα πρόσφατα και σε άλλο blogνομίζω το ύφος του Σαραμάγκου δεν αποδίδεται με εικόνα, είναι "καθαρός λόγος". Θαα σου πω την άποψή μου αμέσως μετά... (πού αλήθεια; μάλλον εδώ!)

nik.g είπε...

http://city-e-scape.blogspot.com/2008/12/blog-post_25.html

Ρίξε μια ματιά, θα μ'άρεσε να ακούσω την άποψή σου. :)